Η ανακοίνωση της συμφωνίας Ελλάδας-Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» βάζει τη βούλα στη μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα μετόπισθεν για τα επιθετικά σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε, έχει εξαρχής δηλωθεί ότι η ανάπτυξη των εν λόγω εξοπλισμών θα γίνει πρώτα για την προστασία των στρατιωτικών βάσεων και σημαντικών επενδύσεων που έχουν ανακοινωθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ σε δεύτερο χρόνο θα καλύψει και άλλες περιοχές της χώρας. Επομένως, όπως και με τους Patriot, για παράδειγμα, η ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων γίνεται με κύριο γνώμονα την υπεράσπιση των «συμμαχικών» συμφερόντων. Ελλάδα και Κύπρος προορίζονται να αποτελέσουν ανάχωμα απέναντι στα αντίποινα που μπορεί να επιφέρουν οι στρατιωτικοί τυχοδιωκτισμοί ΗΠΑ-Ισραήλ, πράγμα που προϋποθέτει, εν μέρει, και την ικανότητά τους να διασφαλίζουν βάσεις, εξοπλισμούς και ανεφοδιασμό, αλλά και να μπορούν εύκολα ‒ακόμη και σε επίπεδο συνέργειας συστημάτων‒ να ενσωματώνονται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα στον τομέα της αεράμυνας, με το κόστος της να φτάνει τα 3,5 δισ. ευρώ, και αναμένεται να αναπτυχθεί μέσα στους επόμενους 35 μήνες.
Η «εγχώρια» αμυντική βιομηχανία της εξάρτησης
Παράλληλα, η κυβέρνηση διαφημίζει και την εμπλοκή ελληνικών εταιρειών σε ποσοστό 25% της επένδυσης, με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Οι βασικές εταιρείες που αναμένεται να εμπλακούν είναι η Intracom Defense, η οποία έχει εξαγοραστεί από την IAE και, άρα, είναι ισραηλινών συμφερόντων, η ΕΑΒ, η οποία ήδη έχει εκτεταμένη συνεργασία με το Ισραήλ για την παραγωγή του συστήματος «Κένταυρος», η Metlen του Μυτιληναίου και μια σειρά εταιρειών, όπως οι Scytalys, Miltech, Akmon, Prisma και Sthenos AI, οι οποίες βρίσκονται ήδη σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ.
Επομένως, ακόμη και από αυτό το 25% των πόρων, ένα σημαντικό κομμάτι θα κατευθυνθεί είτε στο Ισραήλ διά της τεθλασμένης είτε σε εταιρείες που εξυπηρετούν ΝΑΤΟϊκά συμφέροντα. Μάλιστα, λόγω των αυστηρών προθεσμιών, ενδέχεται οι εταιρείες που θα συμμετάσχουν να έχουν κυρίως εργολαβικό ρόλο, αναθέτοντας την παραγωγή των συστημάτων σε άλλες εταιρείες με τις οποίες ήδη συνεργάζεται το Ισραήλ. Παρότι, λοιπόν, διαφημίζεται η ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, αυτή θα συμβεί υπό τον απόλυτο έλεγχο και με διαρκώς αυξανόμενη εξάρτηση από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Πράγμα που σημαίνει πως η όποια ανάπτυξη σε αυτόν τον τομέα θα υπάγεται στα γενικότερα σχέδια των συγκεκριμένων παικτών και όχι στις ειδικές ανάγκες της χώρας.
Μάλιστα, η πρόσδεση της χώρας στο Ισραήλ με βάση τους εξοπλισμούς δεν είναι απλώς ένα στρατιωτικό ή τεχνικό ζήτημα. Από τη μία, το Ισραήλ αποτελεί έναν μάλλον αναξιόπιστο «πωλητή», ειδικά στις περιπτώσεις λογισμικού, αφού τα προηγούμενα χρόνια έχουν δημοσιοποιηθεί μια σειρά από σκάνδαλα για «κερκόπορτες» που έκρυβαν αυτά τα λογισμικά και επέτρεπαν είτε την υποκλοπή πληροφοριών (βλ. Predator) είτε ακόμη και τον έλεγχο του συστήματος από την εταιρεία παραγωγής. Αποτελεί, επομένως, ερώτημα το πώς θα διασφαλιστεί ο πλήρης και ασφαλής έλεγχος των συστημάτων από την Ελλάδα.
Από την άλλη, η συντήρηση και ο ανεφοδιασμός των εν λόγω συστημάτων θα αποτελούν ένα διαρκές σημείο εξάρτησης από το Ισραήλ. Ενώ και η ίδια η φύση τους, δηλαδή το γεγονός ότι είναι κομμένα και ραμμένα για τις αμυντικές, έστω, ανάγκες του Ισραήλ, ενδέχεται να επηρεάσει ακόμη και το στρατηγικό / αμυντικό δόγμα που μπορεί να ακολουθεί η χώρα.
Άμυνα απέναντι σε ποιον;
Η μετατροπή της χώρας σε δορυφόρο του Ισραήλ είναι απολύτως συνδεδεμένη και με την υπεράσπιση των δικών του συμφερόντων και όχι απαραίτητα εκείνων της Ελλάδας. Όσα έχουν ανακοινωθεί παραπέμπουν κυρίως στην οχύρωση των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών απέναντι, για παράδειγμα, στο Ιράν και δευτερευόντως στην άμυνα της Ελλάδας ή της Κύπρου απέναντι στην Τουρκία.
Στα ελληνοτουρκικά, η Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί μια πολιτική η οποία στοχεύει στη διασφάλιση «ήρεμων νερών» με αντάλλαγμα παραχωρήσεις ή ακόμη και σε μια τελική συμφωνία στην οποία είναι, ίσως, διατεθειμένη να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις, πράγμα που δεν ενοχλεί την Τουρκία. Εξάλλου, παρά τη διαρκή στρατιωτική ενίσχυση της χώρας, η αίσθηση που δίνεται από τις έως τώρα κινήσεις είναι πως, όποια και όση κι αν είναι η αποτρεπτική ισχύς μας, η χρήση της αποτελεί την έσχατη λύση ‒ και μάλλον κατόπιν εορτής.
Εξοπλισμοί δισεκατομμυρίων, άμυνα με ερωτηματικά
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» παρουσιάζεται ως το καλύτερο σύστημα αεράμυνας που θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή της η Ελλάδα. Παρότι δεν είμαστε αρμόδιοι για να το κρίνουμε, είναι προφανές ότι οι αμυντικές επιδόσεις του Ισραήλ απέναντι στις επιθέσεις του Ιράν γεννούν ερωτήματα για την ακρίβεια αυτών των ισχυρισμών. Ακόμη, όμως, και έτσι, δεδομένου και του υπέρογκου κόστους των συγκεκριμένων συστημάτων, υπάρχουν ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα, αν μάλιστα δεχθούμε πως ο βασικός κίνδυνος που στοχεύουν να αποτρέψουν είναι ο επεκτατισμός της Τουρκίας.
Απαντά η «Ασπίδα» στους πραγματικούς κινδύνους; Η υπερεπένδυση στην αντιαεροπορική, αντιβαλλιστική και anti-drone αμυντική δυνατότητα της χώρας απαντά στους βασικούς κινδύνους που ενδέχεται να αντιμετωπίσει; Δεδομένου ότι τα νησιά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό απροστάτευτα και φαίνεται να έχουν αδειάσει από εξοπλισμούς, πόσο πιθανό είναι η Ελλάδα να βρεθεί αντιμέτωπη κυρίως με μεγάλης κλίμακας τέτοιες επιθέσεις, έναντι, για παράδειγμα, ενός επεισοδίου κατάληψης κάποιων νησιών ή ενός περιστατικού αντίστοιχου με τα Ίμια;
Πόσο κοστίζει η λειτουργία της; Τα πρόσφατα πολεμικά επεισόδια ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν ανέδειξαν το πρόβλημα των τεράστιων οικονομικών πόρων που απαιτούνται για τον ανεφοδιασμό των ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας. Ακόμη και αν η Ελλάδα δεν αγόρασε το Iron Dome, μοιάζει μάλλον απίθανο το Ισραήλ να διαθέτει μια λύση που δεν απαιτεί τεράστια ποσά για να λειτουργήσει και να μην την έχει αξιοποιήσει το ίδιο. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξυπηρετηθούν αυτά τα κόστη σε μια ενδεχόμενη ανάγκη εκτεταμένης χρήσης των συστημάτων. Ενώ είναι και εξαιρετικά αμφίβολο αν η χώρα θα τύχαινε αντίστοιχης οικονομικής στήριξης με αυτή που έχει το Ισραήλ ή η Ουκρανία, για παράδειγμα.
Υπάρχει συνολικό σχέδιο άμυνας; Υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο για την άμυνα και την αποτρεπτική ισχύ της χώρας, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και τη μορφολογία της; Πέρα από την αποτυχία αξιοποίησης των νησιών σε ένα τέτοιο σχέδιο, η οποία εξηγείται από τη συνολικότερη ενδοτικότητα της χώρας και την απροθυμία της να προχωρήσει σε ενέργειες που θα ερεθίσουν την Τουρκία, εφόσον αυτές δεν είναι ενταγμένες στα «συμμαχικά» σχέδια, είναι απορίας άξιο πώς η Ελλάδα διαβάζει τις εξελίξεις στα διάφορα πολεμικά μέτωπα και αν μαθαίνει κάτι από αυτές. Για παράδειγμα, πέραν της αναχαίτισης, η οποία είναι δεδομένο ότι σε βάθος χρόνου μπορεί να κορεστεί, υπάρχουν δυνατότητες που να καθιστούν ένα δυσμενές σενάριο εξαιρετικά κοστοβόρο για όποιον επιχειρήσει να το υλοποιήσει;
Το κόστος της συνεργασίας με το Ισραήλ
Η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό σε μια σειρά συμφωνιών οι οποίες ξεπερνούν το αμιγώς εξοπλιστικό/στρατιωτικό επίπεδο και δημιουργούν συνθήκες δορυφοροποίησης της Ελλάδας γύρω από το Ισραήλ. Εξοπλιστικά, στρατιωτικές επιχειρήσεις, αμυντική βιομηχανία, real estate, εξαγορές επιχειρήσεων και, βέβαια, ο τουρισμός είναι τομείς στους οποίους το Ισραήλ διαδραματίζει σημαντικό, αν όχι καθοριστικό, ρόλο για την Ελλάδα.
Πέρα, λοιπόν, από το ‒καθόλου αμελητέο‒ ζήτημα της συνεργασίας της Ελλάδας με μια χώρα που διαπράττει γενοκτονία και, άρα, της έστω και έμμεσης στήριξής της, η συνεργασία αυτή θα επηρεάσει και την οπτική των γειτονικών χωρών για τον ρόλο της Ελλάδας. Αντίστοιχα, θα επηρεαστούν και τα ελληνοτουρκικά, τα οποία ίσως εν μέρει ενταχθούν και στο πλαίσιο της αντιπαλότητας Ισραήλ-Τουρκίας. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, το να θεωρείται από τους γείτονές της προσάρτημα στα σχέδια του πλέον επιθετικού και εχθρικού κράτους στην ευρύτερη περιοχή αποτελεί μια ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη, με μακροχρόνιες συνέπειες.
Πέρα, όμως, από τη θέση της χώρας στο διεθνές στερέωμα και τις σχέσεις της, η δορυφοροποίηση γύρω από το Ισραήλ έχει αποτύπωμα και στο εσωτερικό. Το αφήγημα περί της ανάπτυξης που προσφέρει η στενή σχέση με το Ισραήλ εμπεριέχει τη μετατροπή της Ελλάδας σε μια χώρα-τουριστικό καταφύγιο και οικόπεδο για τους Ισραηλινούς. Παράλληλα, προωθεί και την εξαχρείωση μερίδων της κοινωνίας που κερδοφορούν από την υπόθεση αυτή, προτείνοντας να «καταπιούμε» μια γενοκτονία για χάρη της «ανάπτυξης» και της εθνικής ασφάλειας. Σε μια λογική ακραίου φιλοτομαρισμού, που βλέπει ως μοναδικό δρόμο για την επιβίωση την υποταγή στον ισχυρότερο νταή της περιοχής.







































































