του Λάμπρου Σακελλαρίου*
Εισαγωγή
Πρωταρχικός στόχος της παρούσας μελέτης είναι η πανοραμική άποψη και η αλλαγή προοπτικής στη σκέψη από την τοπική γωνία Καβάλας/Θάσου στην ευρωπαϊκή προσέγγιση του θέματος. Το έργο CCS Prinos [1] δεν αποτελεί απλώς ένα τοπικό ζήτημα, αλλά είναι μέρος μιας πανευρωπαϊκής στρατηγικής για την αποκαρβονιοποίηση. Πρόκειται για την αναζήτηση της θέσης της Ελλάδας σε αυτό το πολύπλοκο θέμα, στο πλαίσιο μιας εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής. Εάν συνεχιστεί μια πολιτική κάτω από την οπτική γωνία της θυσίας της εθνικής γης μας και με στόχο την προμήθεια καθαρής ενέργειας για εξαγωγικούς σκοπούς κυρίως για τα κέντρα δεδομένων του Βορρά ή το θάψιμο των CO₂-ρύπων στην αυλή μας, τότε αυτή η πολιτική δεν θα δημιουργήσει προστιθέμενη αξία για τη χώρα μας.
Το έργο CCS στο Πρίνο δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος της ευρύτερης στρατηγικής ενεργειακής πολιτικής, η οποία αποσκοπεί να μετατρέψει τη Βόρεια Ελλάδα και το Βόρειο Αιγαίο σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Για την περιοχή της Καβάλας και ειδικότερα για τη Θάσο, δημιουργείται έτσι ένα πεδίο αντιθέσεων μεταξύ του ρόλου της ως ενεργειακού κέντρου, της προστασίας του περιβάλλοντος και του τοπίου, καθώς και της σημασίας του τουρισμού για την τοπική οικονομία. Η τοπική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό και την εικόνα ενός ανέπαφου φυσικού και θαλάσσιου τοπίου. Για αυτούς τους λόγους υπάρχει ο φόβος από την πλευρά της τοπικής κοινωνίας ότι το έργο αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την ελκυστικότητα της περιοχής ως first class τουριστικό προορισμό.
Η ανάλυση που ακολουθεί γενικεύει το έργο του Πρίνου και επικεντρώνεται στη νέα σχέση εξάρτησης ανάμεσα στην περιφέρεια και την μητρόπολη. Κυρίως θα ασχοληθούμε με ορισμένα βασικά χρηματοδοτικά εργαλεία που δημιούργησε η Ε.Ε. για την υλοποίηση της ενεργειακής μετάβασης και την ενίσχυση αυτής της εξάρτησης.
Στον σύνδεσμο που ακολουθεί θα βρείτε αυτήν την εργασία και ως video: www.co2-syntonistiki–thassos.com/memonomeno–senario–i–meros–enos–megalou–schediou
- Ενεργειακή Μετάβαση και Ψηφιοποίηση
Η ενεργειακή μετάβαση και η ψηφιοποίηση θεωρούνται οι δύο μεγάλες προκλήσεις του 21ου αιώνα. Εκ πρώτης όψεως, τα αιολικά πάρκα, η τεχνητή νοημοσύνη και η αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα φαίνονται ως ανεξάρτητα ζητήματα. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει ότι συνδέονται ολοένα και περισσότερο σε ένα κοινό οικονομικό και τεχνολογικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια, ακαδημαϊκοί και ερευνητές χρησιμοποιούν όλο και συχνότερα όρους όπως:
- «Ενεργειακός αποικιοκρατισμός» ή
- «Ανθρακικός αποικιοκρατισμός», αλλά και
- «Ψηφιακός αποικιοκρατισμός».
Κάτω από το πρόσχημα της βιωσιμότητας, της τεχνολογικής καινοτομίας και της απανθρακοποίησης, αναπαράγονται καινούργιες ιστορικές δυναμικές εδαφικής απαλλοτρίωσης και οικονομικής εξάρτησης. Τις διαδικασίες αυτές διαχειρίζονται σήμερα ψηφιακές υποδομές, τεχνολογικές πλατφόρμες όπως και αλγοριθμικά συστήματα ελέγχου.
Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα, ποιος ωφελείται τελικά από αυτή τη νέα πραγματικότητα, και ποια είναι η θέση των τοπικών κοινωνιών μέσα σε αυτό το σύμπλεγμα; Η Ελλάδα εξακολουθεί να περιορίζεται στον ρόλο του προμηθευτή στρατηγικών φυσικών πόρων, να προσφέρει ίσως και να θυσιάζει τη γη της για την επέκταση των «πράσινων» και ψηφιακών τεχνολογιών, ενώ τα οικονομικά, πληροφοριακά και πολιτικά οφέλη φεύγουν από τη χώρα μας. Η ψηφιοποίηση της ενεργειακής μετάβασης ενισχύει και ενσωματώνει:
- Tην εξόρυξη δεδομένων,
- Tον τεχνολογικό έλεγχο, και την
- Χρηματο-οικονομικο-ποίηση της φύσης
ως νέα εργαλεία κυριαρχίας στις αγορές.
Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να συνδέσω την στενή τοπική οπτική γωνία του Πρίνου με την μεγάλη εικόνα της ενεργειακής μετάβασης, και να αναλύσω επιγραμματικά τα εργαλεία που χρησιμοποιεί σήμερα η Ε.Ε. για τη χρηματοδότηση του αφηγήματος της ενεργειακής μετάβασης.
2. Αντιθέσεις Μητρόπολης και Περιφέρειας
Για να μπορέσουμε να αναλύσουμε αυτή την εξέλιξη, πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε τι έχει αλλάξει στη διατροφική αλυσίδα μεταξύ περιφέρειας και μητρόπολης. Οι κλασικές αποικιακές δομές δεν σχεδιάστηκαν για την ανάπτυξη των αποικιών, αλλά στην ουσία για να εγκλωβίζουν τις αποικίες στο κατώτατο σημείο της παγκόσμιας αξιακής αλυσίδας. Τον ρόλο αυτόν εξακολουθούν να διαδραματίζουν πολλές χώρες σε μεγάλο βαθμό μέχρι και σήμερα. αν και τυπικά δεν ήταν ή δεν έχουν πλέον το status της αποικίας. Σήμερα μπορεί να έχουμε το δικό μας έδαφος, τη σημαία μας, τον εθνικό μας ύμνο και πολλά άλλα. Αν όμως δεν διαθέτεις επισιτιστική κυριαρχία, αν δεν διαθέτεις ενεργειακή κυριαρχία, αν δεν διαθέτεις τεχνολογική κυριαρχία, τότε δεν έχεις πραγματικά πλήρη ανεξαρτησία.
Αυτό φαίνεται στην Ελλάδα, για παράδειγμα, από το εξωτερικό χρέος που έχουμε. Μπορεί να πει κανείς ότι οι πολιτικοί και οι ηγέτες μας διαχειρίζονται κακώς τους πόρους. Πολλά από αυτά είναι σωστά, αλλά αν κοιτάξεις πιο βαθιά κάτω από την επιφάνεια, συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν «έξυπνες αποικιακές δομές» που μας επιβλήθηκαν και που στην πραγματικότητα αναπαράγουν την παγίδα του χρέους. Και όταν είσαι χρεωμένος, εξαρτάσαι από τους εξωτερικούς δανειστές και από τους όρους που σου επιβάλλουν. Και οι όροι που σου επιβάλλουν τείνουν να σε ωθούν ακόμα πιο βαθιά σε αυτές τις έξυπνες δομικές παγίδες.
Η ενέργεια νομίζω ότι είναι ένα καλό παράδειγμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο παραδοσιακός αποικιοκρατισμός ήταν ένα σύστημα βίαιο, καταχρηστικό, εκμεταλλευτικό, ιεραρχικό και μη δημοκρατικό. Σήμερα το βλέπουμε να συνεχίζεται στον τομέα της ενεργειακής μετάβασης. Γιατί λοιπόν σήμερα περιμένουμε από την ίδια αρχιτεκτονική, που δεν είχε σχεδιαστεί για τη δικαιοσύνη ή την ανάπτυξη, να φέρει δημοκρατία, δικαιοσύνη και ανάπτυξη; Μήπως είναι η αλλαγή προοπτικής μια αναγκαιότητα; Ας δούμε ορισμένα γεγονότα.
Σήμερα το παλιό μοντέλο της εξόρυξης πρώτων υλών από την περιφέρεια και της επεξεργασίας στη μητρόπολη έχει υποστεί στρατηγικές αλλαγές. Παλαιότερα το επενδυτικό κεφάλαιο συγκεντρωνόταν στις πηγές φθηνών πρώτων υλών από τις αποικίες, τη μεταφορά τους στον βιομηχανοποιημένο κόσμο και τον ρόλο των αποικιών ως καταναλωτών της τεχνολογίας και της βιομηχανικής παραγωγής του Βορρά. Στις μέρες μας η στρατηγική ανάπτυξη έχει επεκταθεί πέρα από τις πρώτες ύλες, στα εξής σημεία:
- Λίθιο, σπάνιες γαίες, χαλκός κτλ.: αποτελούν κρίσιμες πρώτες ύλες για την ενεργειακή μετάβαση, τη βιομηχανία και την τεχνολογία.
- Εκτάσεις για αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα.
- Εξόρυξη δεδομένων ως κεντρική διάσταση: Γεωδεδομένα, κλιματικά δεδομένα, ενεργειακά δεδομένα και εδαφικές πληροφορίες συλλέγονται, επεξεργάζονται και αξιοποιούνται οικονομικά από μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους. Ο αλγοριθμικός έλεγχος μεταβάλλει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και αποκλείει τις τοπικές κοινωνίες από ουσιαστική συμμετοχή.
- Νερό: Ένας σπάνιος και κρίσιμος πόρος για την κατανάλωση, τα κέντρα δεδομένων, την ενέργεια, τη γεωργία και τη βιομηχανία.
- Αποθήκευση CO₂: Υπόγεια αποθήκευση του διοξειδίου του άνθρακα.
- Ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές: Υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποθήκευσης και ψηφιακά δίκτυα που στηρίζουν την οικονομία, την ασφάλεια και τη συνδεσιμότητα.
Με το επιχείρημα/πρόσχημα:
- της αειφορίας
- της ενεργειακής μετάβασης
- και της προστασίας του κλίματος
οι φυσικοί πόροι που κάποτε θεωρούνταν κοινά αγαθά –όπως ο άνεμος, η ηλιακή ακτινοβολία, τα ύδατα και το ίδιο το υπέδαφος, όπως στον Πρίνο– μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που τιτλοποιούνται και εμπορεύονται στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και άνθρακα. Η ενεργειακή μετάβαση καθοδηγείται αποκλειστικά από τη λογική της αγοράς. Η «καθαρή ενέργεια» χρησιμεύει ως ένα αφήγημα για την ηθικοποίηση του κεφαλαίου και τη συγκάλυψη αντιθέσεων ανάμεσα στην περιφέρεια και την μητρόπολη.
Με αυτόν τον τρόπο δίνουμε τη δυνατότητα να γίνονται οι μετοχές αυτών των εταιρειών ελκυστικές για μικρούς και μεγάλους θεσμικούς επενδυτές. Ήδη έχουν εισέλθει στο παιγνίδι και μεγάλες εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (π.χ. BlackRock, Vanguard κτλ.) με την έκδοση χρηματιστηριακών προϊόντων που στηρίζονται στην CCS-τεχνολογία και γενικότερα στην τεχνολογία της ενεργειακής μετάβασης.
Επίκεντρο της μεγάλης δίψας για ενέργεια είναι τα καινούργια Data Center, τα Κέντρα Δεδομένων, με δόρυ αιχμής τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα. Το πρώτο:
Η ποσότητα ενέργειας που θα χρειαζόμαστε για την επεξεργασία δεδομένων θα είναι πιθανώς 1000 φορές μεγαλύτερη από αυτή που διαθέτουμε σήμερα, μας πληροφορεί ο Jensen Huang, CEO της NVIDIA.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την αύξηση της ζήτησης για ενέργεια στην Αμερική. Εδώ σε μια διαφήμιση από έναν broker, δηλ. από μια εταιρεία πώλησης χρηματιστηριακών προϊόντων, διαβάζουμε τα εξής:
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ αναμένεται να αυξηθεί έως και 50% έως το 2040, λόγω των
– κέντρων επεξεργασίας τεχνητής νοημοσύνης
– της ηλεκτροκίνησης και
– της επανεγκατάστασης της Βιομηχανίας στην Αμερική.
Μόνο η ενεργειακή υποδομή θα κοστίσει 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Γι’ αυτό ο Τραμπ λέει στους Ιρανούς: Το πετρέλαιό σας θέλουμε, τίποτα άλλο.
- Από πού και με τι εργαλεία θα συγκεντρωθούν αυτά τα κεφάλαια;
- Πώς χειρίζονται το θέμα οι μεγάλοι ψηφιακοί κολοσσοί;
- Με τι ασφάλεια θα αγοράσει ο μικρός επενδυτής αυτά τα προϊόντα;
Αυτά τα θέματα και τα εργαλεία που δημιουργήθηκαν από την Ε.Ε. θα αναλύσουμε στα επόμενα κεφάλαια.
3. Εικονικά Power Purchase Agreements (PPA)
Εταιρείες όπως η Amazon [2], η Microsoft, η Google και η Meta αναζητούν συνεχώς νέες πηγές ενέργειας. Ταυτόχρονα, οι ίδιες εταιρείες βρίσκονται υπό πίεση να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα. Έτσι στρέφονται στο πρώτο εργαλείο που θέλω να παρουσιάσω, στα PPAs (Power Purchase Agreements), ή Διμερείς Συμβάσεις Πώλησης Ηλεκτρικής Ενέργειας στη γλώσσα μας.
Τι είναι ένα PPA;
- Ένα PPA είναι μια μακροχρόνια σύμβαση, μέχρι 20-25 χρόνια, μεταξύ ενός παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (π.χ. αιολικό ή ηλιακό πάρκο) και ενός καταναλωτή (π.χ. Amazon).
- Σκοπός: Ασφάλεια του καταναλωτή, δηλ. η Amazon «υποστηρίζει» (σε εισαγωγικά) την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Σαν αντάλλαγμα, μπορεί να λάβει λογιστική πίστωση για την πράσινη ηλεκτρική ενέργεια, δηλ. να εξισώνει βρώμικη ενέργεια που χρησιμοποιεί εκτός Ελλάδας με καθαρή που αγοράζει στην Ελλάδα αλλά δεν την χρησιμοποιεί, γιατί π.χ. δεν υπάρχει ακόμα το δίκτυο μεταφοράς της ενέργειας από την Ελλάδα στη Γερμανία.
Παράδειγμα:
- Η Amazon εκπέμπει π.χ. 100 μονάδες CO₂ από φυσικό αέριο ή κάρβουνο στη Φρανκφούρτη. Ταυτόχρονα συνάπτει ένα PPA στην Ελλάδα για 20 χρόνια. Αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και τα αντίστοιχα πιστοποιητικά προέλευσης, τα λεγόμενα GO (Guarantee of Origin). Συνεπώς: Επειδή η AMAZON μπορεί να εξισώνει βρώμικη με καθαρή ενέργεια, βελτιώνει στα χαρτιά και μόνο το παγκόσμιο αποτύπωμα εκπομπών. Με 100 μονάδες CO₂ βρώμικη που παρήγαγε στη Φρανκφούρτη και 100 μονάδες καθαρή που αγόρασε στην Ελλάδα, πρασίνισε αυτόματα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά;
- Το αιολικό ή φωτοβολταϊκό πάρκο κατασκευάζεται στην Ελλάδα, δηλ. η Ελλάδα προσφέρει / θυσιάζει γη και περιβάλλον.
- Η δημιουργία του καινούργιου business model μέσω των PPA, δηλ. παραγωγή καθαρής ενέργειας στην Ελλάδα και πώλησή από GO-Πιστοποιητικά, επιβαρύνει τις τοπικές κοινωνίες, ενώ τα οικονομικά οφέλη αποκομίζουν οι παγκόσμιες εταιρείες. Τα GO-Πιστοποιητικά τα διαχειρίζεται το ΥΠΕΝ.
- Η Amazon στο παράδειγμα φαίνεται ότι παγκοσμίως καλυτερεύει το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα επειδή μπορεί λογιστικά να συμψηφίζει βρώμικη και καθαρή ενέργεια.
- Οι παραδοσιακές μορφές παραγωγής ρεύματος στην Ελλάδα με λιγνίτη εξαφανίζονται διότι δεν επιδοτούνται, ενώ το καινούργιο μοντέλο αποφέρει μεγαλύτερα κέρδη για τις επιχειρήσεις.
- Η ερώτηση γιατί παρ’ όλα αυτά ανεβαίνει η τιμή του ρεύματος αντί να κατεβαίνει, είναι σύνθετη. Ο τελικός λογαριασμός δεν εξαρτάται μόνο από τα έξοδα παραγωγής, αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως π.χ. έξοδα κατασκευής νέων δικτύων μεταφοράς στο εσωτερικό και εξωτερικό κτλ. Έτσι χρηματοδοτούμε όχι μόνο την παραγωγή, αλλά και την κατασκευή των τεράστιων αγωγών που θα συνδέουν την Ελλάδα με την κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Το τελευταίο το πληρώνει κατευθείαν ο καταναλωτής με τον μηνιαίο λογαριασμό. Η ολιγοπωλιακή κατάσταση στην ελληνική αγορά ρεύματος επιδεινώνει επιπλέον την κατάσταση για τον καταναλωτή.
- Με τις PPA συμβάσεις γίνεται η χώρα μας ελκυστικός τόπος εγκατάστασης υποδομών για τις ανάγκες της παγκόσμιας οικονομίας.
Συμπεράσματα
- Οι ψηφιακοί κολοσσοί κλείνουν μεγάλα PPA στην Ελλάδα, ενώ δεν καταναλώνουν αναγκαστικά την ανάλογη ποσότητα ενέργειας στη χώρα μας. Στόχος είναι ο συμψηφισμός καθαρής και βρώμικης ενέργειας, πράγμα που οδηγεί στη βελτιστοποίηση του ανθρακικού αποτυπώματος. Το αποτέλεσμα επιδρά θετικά στην εικόνα του ισολογισμού και στην τιμή των μετοχών [3].
- Το καινούργιο business model δημιουργεί τέτοια κίνητρα που οδηγούν στην παύση της παραγωγής ρεύματος με λιγνίτη, αν και το ρεύμα από λιγνίτη ήταν φτηνότερο για τον καταναλωτή.
- Τα PPA ενισχύουν την παραγωγή καθαρής ενέργειας για εξαγωγή και ταυτόχρονα δεν εμποδίζουν π.χ. την εισαγωγή ρύπων για ταφή στον Πρίνο.
- Ο καταναλωτής πρέπει να βάζει δύο φορές το χέρι στην τσέπη του. Μία φορά έμμεσα μέσω των επιδοτήσεων της Ε.Ε. και του κράτους στις εταιρείες αυτές ως φορολογούμενος, και μια δεύτερη φορά άμεσα ως καταναλωτής ρεύματος.
4. Χρηματιστήριο Ρύπων (Emission Trading System)
Ένα άλλο σημαντικό εργαλείο της Ε.Ε. είναι το Χρηματιστήριο Ρύπων ή European Union Emission Trading System (EU-ETS). Η βασική λειτουργία του χρηματιστήριου ρύπων είναι η εξής:
Η Ε.Ε. ορίζει κάθε χρόνο το ποσοστό CO₂ που επιτρέπεται να εκπέμπει μια χώρα. Η διανομή δικαιωμάτων γίνεται σε επίπεδο βιομηχανικού τομέα, δηλ. κάθε τομέας όπως τσιμέντα, πετρέλαιο-παραγωγικές εταιρείες κτλ. επωμίζεται το μερίδιό του.
- Η κάθε εταιρεία δεν επιτρέπεται να εκπέμπει περισσοτέρους ρύπους από ό,τι ορίζεται στο μερίδιό της.
- Ορισμένες βιομηχανίες δεν χρειάζονται όλα τα δικαιώματα, ενώ άλλες χρειάζονται περισσότερα.
- Υπάρχουν και Δωρεάν Πιστοποιητικά (Carbon Leakage). Αυτά δίνονται από την Ε.Ε. εάν π.χ. ένας όμιλος απειλήσει να εγκατάλειψη την παραγωγή στην Ε.Ε.
Το χρηματιστήριο ρύπων είναι ένα εργαλείο που βασίζεται στην αγορά και καθορίζει την τιμή για τις εκπομπές CO₂ στην Ε.Ε. Οι εταιρείες πρέπει να αγοράζουν ένα πιστοποιητικό για κάθε τόνο CO₂ που εκπέμπουν. Το χρηματιστήριο ρύπων είναι ένα σύστημα αγοράς που «κατευθύνει μέσω των τιμών» τη διαχείριση της ενέργειας στην Ευρώπη, με στόχο την απανθρακοποίηση. Επηρεάζει άμεσα την οικονομική βιωσιμότητα:
- Του CCS, δηλ. την αποθήκευση ή απλά το θάψιμο του CO₂
- Τις Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αιολική/ηλιακή)
- Τα Συστήματα αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες, υδροηλεκτρικά έργα αποθήκευσης)
- Την Οικονομία υδρογόνου
- Τον Αποκαρβονισμό της βιομηχανίας (χάλυβας, τσιμέντο, χημική βιομηχανία)
Σε περίπτωση που οι εταιρείες δεν μειώσουν τις εκπομπές CO₂, επιβάλλονται κυρώσεις. Το πρόστιμο ανά τόνο είναι γύρω στα 100 ευρώ. Ας δούμε ένα παράδειγμα με τις εταιρείες TESLA και VW:
Ανάλογα με την παραγωγή, η Ε.Ε. ορίζει πόσους τόνους CO₂ επιτρέπεται να εκπέμψει η κάθε εταιρεία χωριστά. Τι συμβαίνει όμως στην πράξη;
- Η Tesla παράγει ηλεκτρικά αυτοκίνητα και της περισσεύουν πιστοποιητικά. Η Tesla έχει δύο δυνατότητες:
- Ή να πουλήσει αμέσως ό,τι περισσεύει
- Ή να τα κρατήσει και να σπεκουλάρει ότι σε 5 με 10 χρόνια θα ανέβουν οι τιμές π.χ. από 80 στα 1.000 €.
- Η VW χρειάζεται περισσότερα πιστοποιητικά. Άρα για να γλιτώσει τα πρόστιμα πρέπει να αγοράσει επιπλέον πιστοποιητικά από το χρηματιστήριο ρύπων.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται η αγορά ρύπων!
5. Σκιώδεις Τιμές του CO₂
Οι σκιώδεις τιμές είναι υποθετικές ή εσωτερικές τιμές που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις, η Ε.Ε. και οι οργανισμοί για να αξιολογήσουν το οικονομικό κόστος των εκπομπών CO₂ σε μελλοντικές επενδυτικές αποφάσεις. Δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές αγορές, αλλά λειτουργούν ως εργαλείο λήψης αποφάσεων για τον προγραμματισμό και την αξιολόγηση της επιχειρησιακής πολιτικής.
Ας δούμε τις προβλέψεις των σκιωδών τιμών της Ε.Ε. έως το 2045:
Η Ε.Ε. μας δίνει 3 σενάρια:
Ένα χαμηλό μέχρι 700 ευρώ/τόνο
Ένα μεσαίο μέχρι 1000 ευρώ/τόνο
Ένα υψηλό με πάνω από 1.000 ευρώ/τόνο
Η Energean/EnEarth στον Πρίνο διάλεξε ένα μέσο σενάριο, και υπολόγισε ότι η τιμή τόνου CO₂ θα βρίσκεται το 2045 στα 800 ευρώ/τόνο, από τα 80 ευρώ που είναι περίπου σήμερα.
Στο Γράφημα 1 υπολογίζεται το όφελος της ελληνικής βιομηχανίας. Πολλαπλασιάζουμε δηλ. την ποσότητα σε τόνους που θα θάβουμε ανά έτος στον Πρίνο με τη σκιώδη τιμή ανά έτος, και έτσι υπολογίζουμε τα οφέλη για την ελληνική βιομηχανία μέχρι το 2045… Δηλ. όσο μεγαλώνει η σκιώδης τιμή, τόσο μεγαλώνει εξ ορισμού και το όφελος της εθνικής οικονομίας εάν θάβουμε στον Πρίνο, ανάλογα, έναν ή τρία εκατ. τόνους CO₂ ανά έτος.

6. Carbon Contracts for Difference (CCfDs) / Κλιματοσυμβόλαια
Τα Carbon Contracts for Difference (CCfDs) ή Συμβάσεις Αντιστάθμισης Διαφοράς Τιμής Άνθρακα ή Κλιματοσυμβόλαια είναι ένα χρηματοοικονομικό συμβόλαιο που χρησιμοποιείται κυρίως για να στηρίξει επενδύσεις σε «πράσινες» τεχνολογίες. Είναι στην ουσία ένα εργαλείο αντιστάθμισης ρίσκου (hedging tool) για τις επιχειρήσεις με ισχύ 15 μέχρι και 30 χρόνια. Απλά δεν το λένε έτσι επίσημα, γιατί στην ουσία είναι πολιτικό εργαλείο. O ρόλος τους είναι η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των διακυμάνσεων της αγοράς. Πιο απλά:
- Το CCfD μεταφέρει το ρίσκο της χαμηλής τιμής του χρηματιστήριου ρύπων από την επιχείρηση στον φορολογούμενο, καλύπτοντας τη διαφορά της τιμής αγοράς και επένδυσης.
- Είναι μια πολιτική απόφαση κάλυψης του ρίσκου της επιχείρησης από την Ε.Ε. και το κράτος.
- Είναι ένα εργαλείο διαχείρισης της ζημίας και λογιστικός έλεγχος μιας πολιτικής απόφασης.
Πώς εφαρμόζεται το CCfD στην πράξη;
Το Carbon Contract for Difference (CCfD) είναι μια μακροχρόνια συμφωνία μεταξύ του κράτους και της επιχείρησης, συνήθως διάρκειας 20–30 ετών, η οποία καθορίζει μια τιμή αναφοράς (strike price) για κάθε τόνο CO2 που αποθηκεύεται.
Η τιμή αυτή υπολογίζεται έτσι ώστε να καλύπτει το συνολικό κόστος της επένδυσης (κεφαλαιουχικές και λειτουργικές δαπάνες) και να εξασφαλίζει την οικονομική της βιωσιμότητα. Αντίθετα, η τιμή του CO2 στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο δικαιωμάτων εκπομπών μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.
Έτσι έχουμε δύο περιπτώσεις. Όταν η τιμή του CO2 στην αγορά είναι χαμηλότερη από τη συμφωνημένη τιμή αναφοράς, η επένδυση δεν αποφέρει τα απαιτούμενα έσοδα. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος καταβάλλει στην επιχείρηση τη διαφορά, ώστε να διασφαλίζεται ότι η επένδυση παραμένει οικονομικά βιώσιμη. Ενώ όταν η τιμή του CO2 στην αγορά υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, η επιχείρηση αποκτά υψηλότερα έσοδα από όσα απαιτούνται για την κάλυψη του συμφωνημένου κόστους. Στην περίπτωση αυτή, η επιχείρηση επιστρέφει στο κράτος τη διαφορά, διασφαλίζοντας ότι δεν αποκομίζει υπερκέρδη λόγω της ανόδου της αγοράς.
Συμπέρασμα
Το μοντέλο CCfD λειτουργεί ως μηχανισμός εξισορρόπησης των διακυμάνσεων της αγοράς. Προστατεύει τον επενδυτή όταν οι τιμές του CO2 είναι χαμηλές, ενώ παράλληλα προστατεύει το Δημόσιο όταν οι τιμές αυξάνονται σημαντικά. Με αυτόν τον τρόπο παρέχεται σταθερότητα στα έσοδα της επένδυσης, μειώνεται ο επενδυτικός κίνδυνος και διευκολύνεται η υλοποίηση έργων δέσμευσης και αποθήκευσης CO2.
Σημείωση: Σύμφωνα με τις σημερινές εκτιμήσεις, το κόστος ταφής/μόνιμης αποθήκευσης CO2 κυμαίνεται περίπου μεταξύ 150 και 300 ευρώ/τόνο, ανάλογα με την τεχνολογία και τη μορφή δέσμευσης.
Συμπέρασμα
Το ύψος των επιδοτήσεων βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από την τιμή του CO₂ στο χρηματιστήριο ρύπων. Ο φορολογούμενος θα επιβαρύνεται ανάλογα με την εξέλιξη της τιμής του CO₂ στο χρηματιστήριο ρύπων. Μια υψηλή τιμή ρύπων οδηγεί σε μείωση των επιδοτήσεων με τα CCfD. Για αυτό το λόγο η Ε.Ε. προσπαθεί με κάθε μέτρο να αυξήσει την τιμή του CO₂ στο χρηματιστήριο ρύπων. Τα παρακάτω διαγράμματα απεικονίζουν αυτή την κατάσταση.
Στο Γράφημα 2 ξεκινούμε από την προϋπόθεση ότι τα έξοδα αποθήκευσης αυξάνονται κατά 10% ανά έτος, και μετά το τέταρτο έτος υπογραφής του συμβολαίου βλέπουμε μια αύξηση της τιμής του CO₂ στο χρηματιστήριο ρύπων από 30 ευρώ/τόνο.
Σενάριο Ι: H τιμή του CO₂ στο Χρηματιστήριο Ρύπων ανεβαίνει
Εδώ βλέπουμε ότι η αύξηση των τιμών στο χρηματιστήριο ρύπων από 30 ευρώ/τόνο οδηγεί σε μια μείωση του ποσού που θα έπρεπε να επιδοτηθεί η επιχείρηση από το κράτος. Η διάφορα ΑΒΓΔ στο δεξιό διάγραμμα δεν καλύπτεται από τα CCfD, αλλά από το χρηματιστήριο ρύπων. (Δείτε Γράφημα 2)

Το αντίθετο συμβαίνει όταν η τιμή στο χρηματιστήριο ρύπων κατεβαίνει κατά 20 €/τόνο, όπως βλέπουμε στο δεύτερο σενάριο:
Σενάριο ΙΙ: H τιμή του CO₂ στο Χρηματιστήριο Ρύπων πέφτει
Η μείωση των τιμών στο χρηματιστήριο ρύπων οδηγεί σε μια αύξηση των επιχορηγήσεων από άλλες πηγές. (Δείτε Γράφημα 3)

Άρα και στα δύο σενάρια οι διακυμάνσεις της αγοράς κοινωνικοποιούνται, οι εταιρείες οδηγούνται σε σταθερούς τζίρους, τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται, και έτσι αυξάνονται και τα κίνητρα των τραπεζών να χορηγούν δάνεια σε αυτές τις επιχειρήσεις (bankability).
7. Συμπεράσματα
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την περιοχή ΑΜΘ και Καβάλα/Θάσο;
Η περιοχή της ΑΜΘ βρίσκεται στο κέντρο του σχεδιασμού της μεταφοράς, παραγωγής αλλά και αποθήκευσης ενέργειας. Ο Πρίνος δεν φαίνεται να είναι μια μεμονωμένη περίπτωση.
Η Καβάλα και η περιοχή ΑΜΘ σχεδιάζονται να εξελιχθούν σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς κόμβους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αξιοποιώντας τη στρατηγική θέση μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου, Βαλκανίων και ευρωπαϊκών αγορών. Η υλοποίηση έργων όπως ο διασυνδετήριος αγωγός ηλεκτρικής ενέργειας από την Αίγυπτο στην Ελλάδα (GREGY) αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο της περιοχής ως βασικής πύλης μεταφοράς και διανομής καθαρής ενέργειας από τον Νότο προς τα data center που κτίζονται στον Βορρά. Παρότι το σημείο προσαιγιάλωσης της διασύνδεσης προβλέπεται σήμερα στην Αττική, η Βόρεια Ελλάδα αναμένεται και σχεδιάζεται να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στη μεταφορά των ενεργειακών ροών προς τα βαλκανικά και τα ευρωπαϊκά δίκτυα. Πότε και πώς θα συμβεί αυτό, θα το δούμε στα επόμενα χρόνια!
Έτσι έχουμε για την περιοχή ΑΜΘ μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που θα αλλάξει τον ρόλο της στο μέλλον. Για να μείνει η περιοχή:
- ένας τουριστικός προορισμός, και
- να διασωθεί το περιβάλλον,
απαιτούνται μεγάλοι αγώνες από τους κάτοικους της περιοχής. Περισσότερο θα υποφέρουν οι ήδη τουριστικά αναπτυγμένοι προορισμοί. Μια συμβίωση τουρισμού και ταφής ρύπων είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Πρέπει να αλλάξουμε κατεύθυνση. Να ξέρουμε τι θέλουμε και να δρομολογήσουμε αυτό που θέλουμε. Ανάπτυξη και πρόοδο, ή να γίνουμε μόνο προμηθευτής καθαρής ενέργειας για τα data center (κέντρα δεδομένων) του βορρά και να εισάγουμε CO₂ για αποθήκευση; Η ερώτηση δεν είναι εάν η ενεργειακή μετάβαση είναι μια αναγκαιότητα ή όχι. Η ερώτηση τίθεται διαφορετικά. Εφόσον η χώρα μας διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα στην παραγωγή καθαρής ενέργειας, γιατί να μην οργανωθεί μια εθνική πολιτική προσέλκυσης μοντέρνων ενεργοβόρων βιομηχανιών, όπως μονάδες παραγωγής πράσινου υδρογόνου και αμμωνίας, εργοστάσια κατασκευής μπαταριών, κέντρα δεδομένων κτλ.; Γιατί να μην εκμεταλλευτούμε το γεγονός της αποβιομηχανοποίησης άλλων χωρών της Ε.Ε. λόγω της ακριβής ενέργειας; Με τα λιμάνια της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης, το ανεπτυγμένο δίκτυο μεταφορών και την άμεση πρόσβαση στις ευρωπαϊκές ενεργειακές αγορές, η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη μπορούν να εξελιχθούν σε ένα νέο βιομηχανικό και τεχνολογικό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι οι στοχευμένες επενδύσεις, η αξιοποίηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και η ύπαρξη σταθερού και αξιόπιστου επενδυτικού πλαισίου.
Εκτιμώ ότι τα σημάδια προς αυτήν την κατεύθυνση δεν φαίνεται να είναι και τόσο ευνοϊκά. Η κοινωνία μας είναι ακόμα πολύ μακριά από αυτά τα προβλήματα. Τον αγώνα δημιουργίας μιας πολιτικής συνείδησης προς αυτήν την κατεύθυνση τον έχουμε μπροστά μας. Εύχομαι κάποτε να εγκαινιάζουμε data center και μονάδες παραγωγής πράσινου υδρογόνου στην περιοχή μας αντί να ασχολούμαστε με την ταφή του CO₂ μπροστά στα πόδια μας.
* Ο Λάμπρος Σακελλαρίου είναι manager συστημάτων πληροφορικής. Το παρόν κείμενό του αναρτήθηκε ολόκληρο στις 19/6/2026 στην ιστοσελίδα της Συντονιστικής Επιτροπής φορέων της Θάσου (co2-syntonistiki–thassos.com). Στην εφημερίδα μας δημοσιεύεται σε συντετμημένη μορφή.
[1] co2-syntonistiki-thassos.com/ccs-prinos/
[2] Η Amazon χρησιμοποιείται στο ντοκουμέντο ως ενδεικτικό παράδειγμα για εικονικά PPA. Το παρόν άρθρο δεν αναλύει ούτε παρέχει πληροφορίες για συγκεκριμένες επιχειρηματικές πρακτικές της εταιρείας.
[3] Η σχέση μετοχών και ESG.







































































