του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη
Τραβώντας τα πλαϊνά περισσεύματα του παπουτσιού, προσπαθούσε να επιτύχει την εξωτερική αρμονία ενός νέου σχεδίου. Χρησιμοποιούσε τη φαλτσέτα και σαν χαράκτης χάιδευε την επιφάνεια του δέρματος. Όταν τελείωναν αυτές οι κινήσεις, άπλωνε το χέρι του σε ένα μικρό τασάκι. Έπαιρνε μερικές πρόκες, τις έβαζε στο στόμα του και με το άλλο χέρι έπιανε το σφυρί. Το χέρι ανεβοκατέβαινε με τη φορά προς τα κάτω. Τα τελευταία χτυπήματα ήταν χωρίς ρυθμό. Το τακούνι εφαπτόταν στην επιφάνεια της σόλας. Το τέλος συνοδευόταν από μία βαθιά ανακούφιση.
Ύστερα κοιτούσε ψηλά, κάτι ψιθύριζε και μετά έστριβε τσιγάρο. Τα επιδέξια χέρια του χόρευαν ζητώντας την ηδονή της απόλαυσης.
Τότε ήταν που μπορούσα να του μιλάω περισσότερο. Τον ρωτούσα για τα ταξίδια που έκανε ακολουθώντας τα φεγγάρια του χρόνου. Τα λιμάνια, οι πόλεις, οι χώρες οι άνθρωποι παρουσιάζονταν μπροστά μου. Περνούσαν δίπλα μου, ακολουθώντας την εικόνα της καθημερινής ζωής. Και εγώ πάντοτε ταξίδευα μαζί με την διήγηση της ημέρας. Είχα τραβήξει σε όλες τις γραμμές των οριζόντων. Ευρώπη, Ασία, Αμερική. Πόσο μου άρεσε αυτή η περιπέτεια της ξένοιαστης παιδικής μου ζωής. Τα όνειρά μου είχαν πάντα πανιά. Με σκαρί την αγάπη μου για τη θάλασσα έβρεχαν τη φαντασία μου.
Ο μπάρμπα-Μιχάλης ξέδινε μαζί μου νιώθοντας ότι πάλι είναι παιδί. Κάθε φορά που τον συναντούσα πετούσε στα ουράνια. Η αθωότητα και τα όνειρα που με περίμεναν του έδιναν την κινητήρια ώθηση να γυρίσει τις μηχανές μου.
Σε μένα που ήμουνα ένα παιδί ενός ορεινού χωριού. Που η αγροτική ζωή και η φτώχεια με είχαν περιορίσει σε μια μικρή περιοχή. Δραπέτευα από τις διηγήσεις και ανέμενα τη μεγάλη ώρα. Να συναντήσω τη θάλασσα. Να γνωρίσω ένα νέο κόσμο.
***
Γυρίζοντας την ανέμη μου και φτάνοντας στην εφηβική ηλικία ανακάλυψα την κορμοστασιά μου να φοράει τα πράσινα ρούχα του στρατού. Επτά μέρες άσκηση και αποστολή σε ένα μέτωπο που ζεματούσε από μολυβένιες σφαίρες. Απέναντί μου ο γνωστός εχθρός. Ο γείτονας, ο δάσκαλος, ο φίλος μου, ο αδελφός μου. Ήμουν στη νόμιμη γραμμή και επιτελούσα το εθνικό μου καθήκον. Τα χέρια μου, ο νους, η ύπαρξή μου καθοδηγούνταν από τις εντολές ενός λοχία. Έπρεπε να κατακτήσουμε το ύψωμα της απέναντι κορυφής. Τα κορμιά μας τσαλαβουτούσαν κατρακυλώντας στις λόχμες της περιοχής. Οι περισσότεροι ακουμπούσαν αναπαμένοι την γενέθλια γη. Η διαταγή ήταν ρητή:
– Έφοδος μέχρι θανάτου στους κομμουνιστές. Όποιος παραβεί τις διαταγές θα τουφεκιστεί.
Μείναμε μόνο τρεις. Κάποια απρόσμενη λευκή σημαία μας έσωσε τις ζωές. Ξαφνικά περικυκλωθήκαμε από νέους ζωσμένους από φυσεκλίκια. Κάνοντας ένα γύρω πίσω από τα κορμιά μας άρχισαν να μας παρατηρούν. Ύστερα μας έδεσαν τα μάτια. Έχασα τον προσανατολισμό μου τόσο που η βοήθεια των άλλων να μου είναι επιτακτική.
Ένα έντονο φως με συνέδεσε απότομα με τη ζωή. Σκέπασα τα μάτια μου και προσπάθησα να τα ανοίξω αργά. Αντίκρισα τη θέα τριών αντρών. Δύο νέοι και ένας ηλικιωμένος. Η φωνή του μεγαλύτερου είχε επιβολή.
– Σήκω επάνω μη σε αρχίσω στις κλοτσιές.
Η αποφασιστικότητά του και η χωρίς περιθώρια φωνή με έκαναν να κινηθώ σαν ελατήριο. Στάθηκα όρθιος και προσπάθησα να καταλάβω αν ήταν ψέμα αυτό που έβλεπα. Τον μπάρμπα-Μιχάλη ντυμένο με φυσεκλίκια. Όταν διέκρινα τα κίτρινα χέρια, τότε κατάλαβα ότι δεν είχα κάνει λάθος.
Προσπάθησα να κρύψω την ταραχή μου. Με ένα νεύμα οι δύο νέοι με παραμέρισαν. Ο μπάρμπα-Μιχάλης άνοιξε το πέτο και πήρε τα φύλλα καπνού. Έτριψε ένα τσιγάρο και άρχισε να μιλάει με την ίδια γνώριμη φωνή. Τα λόγια του δεν σχετίζονταν με καράβια. Μιλούσαν για μια νέα πατρίδα που αγωνίζεται ο εργάτης. Αυτή που μόνο η ισότητα θα τη στηρίζει.
– Είσαι σε δύσκολή μοίρα, μου είπε. Για σένα υπάρχουν δύο λύσεις. Η μία είναι να δραπετεύσεις και η άλλη να έρθεις μαζί μας. Αποφάσισε τι θέλεις. Μόνο που θέλω να μου πεις τώρα.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά το στέρνο μου ανέβηκε ψηλότερα από άλλη φορά. Οι λέξεις μου έπρεπε να ισορροπήσουν πάνω στη γραμμή μιας τρέλας. Γι’ αυτό και είπα αυτό που επιθυμούσα.
– Δραπέτευση.
Ο μπάρμπα- Μιχάλης συνοφρυώθηκε. Σήκωσε το χέρι και ανταπάντησε:
– Διάλεξες το πιο δύσκολο. Για να πετύχεις πρέπει να αλλάξεις τα ρούχα σου. Να φορέσεις τα δικά μας και να διασχίσεις τα απέναντι βουνά. Όταν θα φτάσεις στο διάσελο να τραβήξεις προς τη θάλασσα. Θα τη γνωρίσεις από το χρώμα της. Κοντά της είναι ένα χωριό. Από εκεί και πέρα είσαι ελεύθερος. Μην ξεχάσεις κανένα από τα συνθήματα που θα σε μάθω και μην χάσεις το δρόμο σου. Είσαι τυχερός που με συνάντησες. Την άλλη φορά δεν θα σε γνωρίζω.
***
Κατηφόρισα τις πλαγιές των δασύτριχων βουνών. Η ανάγκη να σώσω τη ζωή μου με έκανε να συνεχίσω την πορεία με επιτυχία. Τα πόδια μου είχαν πάρει φωτιά. Είχα φτάσει κοντά στο διάσελο. Από μακριά ο ήλιος αντικαθρέπτιζε τις ακτίνες του στο άσπρο χρώμα της θάλασσας. Σαν μαγεμένος από κάποιο αγιάτρευτο φάρμακο σταμάτησα να περπατώ. Ακούμπησα σε ένα δέντρο, κοίταξα για λίγο και έπειτα κατηφόρισα προς τη μεριά της θάλασσας.
Κάθε φορά που πλησίαζα προς το μέρος της παραλίας ανάσαινα βαθιά με στεναγμό. Δεν ξέρω πώς, αλλά τώρα που βρισκόμουν στο δρόμο προς τη θάλασσα, άρχισα να τρέχω. Έτρεχα γυρεύοντας να ακουμπήσω το νήμα του ονείρου που είχα από παιδί. Τα βήματά μου τώρα έγιναν αργά. Γονάτισα στην αμμουδιά. Έβγαλα τις μπότες και άρχισα να τρέχω ξυπόλητος στη θάλασσα που τρεμόπαιζε με τη στεριά. Φώναζα, γέλαγα, έκλαιγα γιατί και η θάλασσα έπαιζε με τους παλμούς της καρδιάς.
Σταμάτησα για μια στιγμή έτσι ώστε να μπορώ να παρατηρώ τους κυματισμούς της θάλασσας. Τα πρόβατα του χωριού μου ήταν μπροστά. Όλα με χαιρετούσαν πότε δεξιά πότε αριστερά. Στο βάθος ο ορίζοντας ακουμπούσε στο γαλάζιο της θάλασσας. Ανάσαινα νιώθοντας την αύρα της.
Σήκωσα τα χέρια, κοίταξα ψηλά και ένα έντονο κάψιμο από μολύβι διαπέρασε το μέρος του στήθους. Γονάτισα και πέφτοντας μπρούμυτα γύρισα στο μέρος της αμμουδιάς.
Η θάλασσα λαμπύριζε τρεμοπαίζοντας στις ακτίνες του ήλιου. Ο ορίζοντας μίκρυνε στη θέα ενός μεγάλου πλοίου που απλόχερα εμφάνιζε την όψη του στην άκρη της παραλίας.
Μια ζεστή κάνη έπαιζε στα χέρια ενός στρατιώτη.
– Τώρα μπορείς να τρέξεις να βρεις τα συντρόφια σου, είπε, και ένας δεύτερος πυροβολισμός σκέπασε τον ήλιο.
Ένα παράξενο μουρμουρητό άρχισε να αναβλύζει από τα κύματα της θάλασσας. Ήταν οι θρήνοι των γαλάζιων τόπων, των ονειρεμένων ταξιδιών, των μακρινών πατρίδων, Ευρώπη-Ασία-Αμερική.













































































