Για την ταινία Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω

της Ιφιγένειας Καλαντζή

 

Το πετυχημένο θεατρικό ενάντια στον θρησκευτικό φανατισμό, Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω, που έγραψε το 2009 η αυτοεξόριστη στη Γαλλία 53χρονη Αλγερινή ηθοποιός και σκηνοθέτρια Ραϊανά Ομπερμέγιερ, βασισμένη σε βιωματικές εμπειρίες της, μεταφέρεται με τον ίδιο τίτλο στο σινεμά, με παραγωγό την Μισέλ Γαβρά.

Καλοκαίρι, σ’ ένα χαμάμ κάπου στην Αλγερία, σε ώρες λειτουργίας για γυναικείο κοινό, βρίσκουν καταφύγιο γυναίκες κάθε ηλικίας, ξεφεύγοντας από τον κατατρεγμό και τις ταπεινώσεις των αρσενικών του περίγυρού τους, που θεωρούν έγκλημα για μια γυναίκα, όχι μόνο να εκθέτει δημόσια γυμνά μέρη του σώματός της, αλλά και να καπνίζει. Στο χώρο ασυλίας του χαμάμ ξεγυμνώνονται και όσο απολαμβάνουν το μονίμως σε έλλειψη νερό, μαζί με καλλωπισμούς και μασάζ, μοιράζονται βάσανα, ευχές και όνειρα, παρηγορώντας και υποστηρίζοντας η μια την άλλη, παρά τις ενδεχόμενες πολιτικές και θρησκευτικές αντιπαραθέσεις τους.

Μετά τον πρωινό απεχθή βιασμό από τον γηραιό σύζυγό της, κινηματογραφημένο από απόσταση και ιδωμένο ελλειπτικά σε καθρέφτη, η 50χρονη επικεφαλής του χαμάμ Φατίμα (Χιάμ Αμπάς), καταφεύγει οργισμένη εκεί και προσπαθεί να συνέλθει πριν ανοίξει τις πύλες, καπνίζοντας τσιγάρα που αγόρασε στα κρυφά, μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα. Εκεί καταφθάνει αιμόφυρτη και μια έφηβη ανύπαντρη ετοιμόγεννη, ξυλοκοπημένη από τον φανατισμένο αδερφό της. Για να την προστατέψει, η Φατίμα την κρύβει στο δώμα, παρέα με την 10χρονη ανιψιά της, που έπαψε να μιλάει, όταν είδε τη σφαγή της οικογένειάς της από φονταμενταλιστές. Στην πύλη ήδη συνωστίζονται αδημονώντας οι γυναίκες της συνοικίας, που εισέρχονται με φούρια, τρέχοντας να καταλάβουν θέση. Μια φανατισμένη νεαρή, χήρα τζιχαντιστή, έρχεται σε αντιπαράθεση με την μαχητική κομμουνίστρια συμμαθήτριά της, που φέρει στο σώμα της εκδικητικές ουλές από οξύ. Μια 29χρονη παρθένα ανυπομονεί να βρει άντρα, μια ώριμη γυναίκα περιγράφει τη σαστιμάρα της, την πρώτη νύχτα του γάμου της, σε ηλικία 10 ετών, πανηγυρισμοί για ένα διαζύγιο, αλλά και τραγούδια γάμου με χορούς, για έναν αρραβώνα. Μέσα από κουτσομπολιά και εξομολογήσεις, αποκαλύπτονται ιστορίες παιδεραστίας, προκαταλήψεις και άγνοια αντισύλληψης, που συνθέτουν τον καμβά της δυσχερούς θέσης της γυναίκας, στον αραβικό κόσμο.

***

Η ταινία τοποθετείται στην περίοδο της σκοταδιστικής ανόδου των φονταμενταλιστών στην εξουσία, μετά τις πρώτες, στην ιστορία της Αλγερίας, «δημοκρατικές» εκλογές του 1990, όταν κέρδισε με σαρωτική πλειοψηφία το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας, που θέσπισε οπισθοδρομικούς νόμους, με βαριές ποινές, θεωρώντας δογματικά πως «οι γυναίκες είναι η ρίζα του κακού, πρέπει να καλύπτουν τα σώματά τους και να μένουν σπίτι». Ακόμα και το χαμάμ κατακρίθηκε, καθώς μόνο ο σύζυγος έχει δικαίωμα να βλέπει το σώμα της γυναίκας του.

Οι ακατάπαυτες αφηγήσεις θυμίζουν Παραμύθια της Χαλιμάς, ακολουθώντας την μη απεικονιστική παράδοση του Ισλάμ. Κρατώντας θεατρική δομή, οι εξιστορήσεις εκτυλίσσονται μέσα από διαλόγους, θίγοντας την ανείπωτη σιωπή της εδραιωμένης έμφυλης ανισότητας, στον αραβικό κόσμο. Οι διαφορετικοί γυναικείοι χαρακτήρες αποτελούν έναν απολύτως διαχωρισμένο γυναικείο μικρόκοσμο, κινηματογραφημένο σε συλλογικά πλάνα. Οι άντρες εμφανίζονται και αυτοί ως σύνολο, μαυροντυμένοι φανατικοί γενειοφόροι, εισβολείς σε τόπο γυναικείου ασύλου, θυμίζοντας χορό αρχαίας τραγωδίας, πριν την τέλεση του δράματος.

Στο αραβόφωνο σινεμά, ταινίες που διαδραματίζονται σε περιβάλλοντα γυναικωνίτη αποτελούν αρκετά διαδεδομένη κινηματογραφική φόρμα, για τη γνωστοποίηση της γυναικείας καταπίεσης στα δυτικά ακροατήρια, όπως η παλιότερη αλγερινή Οι σιωπές του παλατιού (Μουφίντα Τλάτλι / 1994) αλλά και η πρόσφατη παλαιστινιακή που βραβεύτηκε στις 21ες Νύχτες Πρεμιέρας Ντεγκραντέ (Άραμπ και Τάρζαν Νάσερ / 2015).

***

Η διάσταση εγκλεισμού και αιχμαλωσίας των γυναικών υπογραμμίζεται με μοναδικά εξωτερικά πλάνα, τα πανοραμικά της εισαγωγής και του τέλους, υπό τους ήχους ενός πονεμένου α καπέλα αμενέ με γυναικεία φωνή, που απεικονίζουν αμφιθεατρικά την πόλη από κάποια ταράτσα, όπου μια ασυνόδευτη γυναίκα μπορεί να αγναντεύει, απλώνοντας μπουγάδα. Η κλειστοφοβική αυτή ταινία διαδραματίζεται στο οθωμανικό Μπέη Χαμάμ, της Θεσσαλονίκης (1444), καθώς εξαιτίας των γυμνών δεν μπορούσε να γυριστεί σε αλγερινό ή τούρκικο χαμάμ. Η παραδόξως αεικίνητη κάμερα, που ακολουθεί γεμάτη ένταση τους ηθοποιούς, ζωντανεύει τη στατικότητα του χώρου.

Ήχοι εκρήξεων και συχνές διακοπές ρεύματος υπενθυμίζουν το εμπόλεμο κλίμα, ενώ σκηνές υπό το φως κεριών τοποθετούν την ταινία σε μια συμβολική διαχρονικότητα, ανακαλώντας εικόνες βγαλμένες από πίνακες οριενταλιστών ζωγράφων. Σε πρώτο πλάνο μια γυμνή μελαχρινή, ξαπλωμένη μπρούμητα απολαμβάνει τις μαλάξεις της Φατίμα, παραπέρα χτενίζεται άλλη μακρυμαλλούσσα, ντυμένη με κομπινεζόν, μια άλλη, κάνει χαλάουα στα πόδια της, με φόντο χρωματιστά γυαλιά στα παράθυρα που δίνουν διάσταση ναού. Η απαγορευμένη γύμνια του γυναικείου σώματος στο Ισλάμ αποκτά ερωτισμό, ακολουθώντας την εικονογραφική παράδοση πινάκων του νεοκλασικιστή Ντομινίκ Ένγκρ (1780-1867) με λάγνες οδαλίσκες που καλλωπίζονται στα λουτρά. Τέλος, η πρωτότυπη μουσική της Αν-Σοφί Βερσνεγιέν, με ηχοχρώματα από σόλο ούτι, υπογραμμίζει την αραβική παράδοση, όπως και η συμβολική ποιητική εικόνα στο κλείσιμο, με τις μαύρες μαντήλες που σαν σμήνος αποδημητικών πουλιών ίπτανται μαγικά στον ουρανό, ως σημάδι ελπίδας.

 

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογραφου, ifigenia.[email protected]gmail.com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!