«Η Θάλασσα το χειμώνα», η νέα ταινία του 72χρονου Νίκου Κορνήλιου τοποθετείται σε Λαύριο και Μακρόνησο, εστιάζει σε τρείς πρωταγωνιστές και τις μεταξύ τους σχέσεις, συνδέοντας τόπο, χρόνο, Ιστορία και μνήμη.

Στην περίοδο της δικτατορίας, ο 17χρονος τότε Κορνήλιος διέφυγε στο Παρίσι, όπου έζησε μια δεκαπενταετία ως συνθέτης σύγχρονης μουσικής και σκηνοθέτης θεάτρου. Δούλεψε με τον Ξενάκη, τον Αντουάν Βιτέζ και επιστρέφοντας στην Ελλάδα δίδαξε υποκριτική στο Εθνικό Θέατρο, πριν στραφεί στο σινεμά («11 συναντήσεις με τον πατέρα μου», 2011 και «Μητριαρχία», 2013). Μετά την πρεμιέρα στο 66ο ΦΚΘ και τη βράβευσή της στο 38ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, η νέα ταινία του προβάλλεται αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη (18-22/4/2026).

Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη από κοντά και συζητήσαμε για την ταινία του.

Εκτός από τη σκηνοθεσία, υπογράφεις και το σενάριο. Τι σε ώθησε να γράψεις μια τέτοια ιστορία;

Ξεκίνησα από την επιθυμία να κινηματογραφήσω τη θάλασσα, όμορφη και απειλητική συνάμα, σαν καθρέφτης μιας ψυχικής κατάστασης. Καταστάλαξα στη θάλασσα του Λαυρίου, που περιβάλλεται από τη Μακρόνησο, νησί με ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα που κλείνει τον ορίζοντα, ενώ συναντάμε τα παλιά ορυχεία, το αρχαιότερο στην ελληνική επικράτεια θέατρο του Θορικού και σύγχρονα τοπόσημα, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού της ΔΕΗ και το λιμάνι. Τα κινηματογράφησα σαν ένα ενιαίο πλατό να συνομιλούν μεταξύ τους για τον ανθρώπινο μόχθο, την ομορφιά, τη βία, την Ιστορία. Πολιτισμός και φρίκη, το ένα απέναντι απ’ το άλλο. Αφού έστησα το σκηνικό σε αυτό το φορτισμένο τοπίο, σκέφτηκα να αφηγηθώ τη μοναχικότητα, χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής μας.

Γιατί επιμένεις στην ανάδειξη της μοναξιάς των χαρακτήρων;

Εστιάζω σε τρεις βασικούς χαρακτήρες: την Ναντίν, μια νεαρή γεωλόγο, που μελετάει τα ορυκτά της περιοχής, έναν νυχτοφύλακα σε εργοστάσιο, απόγονο μεταλλωρύχων και μια γυναίκα αλιέα. Καθένας τους διαχειρίζεται μια περήφανη μοναξιά, διατηρώντας άσβεστη επιθυμία επικοινωνίας. Μελετώντας την πλαστικότητα των συναισθημάτων τους, παρακολούθησα πώς δημιουργείται ένας πυρήνας κοινότητας, αρχικά ως ακαθόριστο ερωτικό πλέγμα, που αποκτά χαρακτήρα «οικογενειακού» δεσμού. Στην εποχή μας δοκιμάζονται νέες μορφές εγγύτητας, νέου τύπου δεσμοί αφοσίωσης, πιο ισχυροί από την παλιά οικογένεια, γιατί δεν είναι επιβεβλημένοι, αλλά επιλεγμένοι. Μελέτησα αυτές τις τρεις μοναχικές υπάρξεις, σε ένα τοπίο φορτωμένο από Ιστορία, διερευνώντας αν μπορούμε να ζήσουμε τη στιγμή, απελευθερωμένοι από το βάρος του παρελθόντος.

Η Ναντίν αναφέρεται σε «μικρή και μεγάλη κλίμακα στην Ιστορία», ενώ διερωτάται αν θα ήμασταν ελεύθεροι δίχως μνήμη. Αυτά απηχούν δικές σου απόψεις; 

Περισσότερο ερωτηματικά είναι. Η μνήμη αποτελεί βάρος, όμως με αυτή πορευόμαστε μέσα στο χρόνο. Η μικρή κλίμακα είναι οι ζωές μας, εμείς και οι πρόγονοί μας, μέχρι τρεις γενιές πίσω. Ακολουθεί η μεγάλη Ιστορία, που χάνεται στο βάθος του χρόνου, και μετά είναι η κοσμογονική Ιστορία, που εγγράφεται στα πετρώματα. Η ζωή ενός ανθρώπου είναι σαν μια τομή στη Γη, αντιστοιχεί με τις διαστρωματώσεις μιας γεωλογικής τομής. Η μνήμη είναι δίκοπο μαχαίρι, από τη μια συγκρότηση και πλούτος, από την άλλη βάρος και φορτίο. Είναι ζήτημα σωστής ισορροπίας, ούτε να απεμπολούμε τη μνήμη, ούτε να είμαστε δούλοι της. Η ζωή είναι διαρκώς μια συνεχής άσκηση ισορροπιών κι εμείς είμαστε σχοινοβάτες.

Ποια η σχέση εξόρυξης-εξορίας;

Στο Λαύριο συνυπάρχουν «εξορία» και «εξόρυξη», λέξεις με κοινή ρίζα τη σημασία «θέτω-εκτός». Στον ίδιο τόπο είναι οι εξόριστοι, άνθρωποι που είχανε τεθεί εκτός κοινωνίας, αλλά και τα υλικά που εξορύσσουμε από τα σπλάχνα της γης, εκτός του φυσικού περιβάλλοντός τους. Ενθουσιάστηκα με αυτή τη συγγένεια κοινωνικής και γεωλογικής έννοιας της εξορίας. Βουνά ορυκτών που έχουν εξορυχτεί από την αρχαιότητα -σωρείες τα λένε- απεικονίζονται σε μια σημαντική σκηνή. Τα εξόριστα αυτά ορυκτά αποτελούν σχόλιο για τους εξόριστους στο απέναντι νησί, με τη μνήμη τους να παραμένει εκεί.

Πώς προέκυψε η αναφορά στην Αγγλίδα χημικό-κρυσταλλογράφο Ρόζαλιντ Φράνκλιν;

Είμαι φεμινιστής μέχρι το μεδούλι. Με το πέρασμα του χρόνου, συνειδητοποίησα ότι η μόνη διέξοδος από τον πατριαρχικό πολιτισμό είναι ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο, χωρίς επιβολή, βία και εξουσία, που μόνο οι γυναίκες μπορούν να δώσουν, αν έρθουν στο προσκήνιο. Η Φράνκλιν ανακάλυψε πρώτη μέσα από την κρυσταλλογραφία τη δομή του DNA, όμως στη θέση της πήραν Νόμπελ άντρες, κατακλέβοντας την ιδέα της, ενώ αυτή πέθανε πολύ νέα, από τα πειράματα που έκανε. Αυτό το έγκλημα πνευματικής κλοπής αναγνωρίστηκε δεκαετίες μετά. Δεν είναι όμως ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία γυναίκα που πέρασε στην αφάνεια. Τα πατριαρχικά και σεξιστικά στοιχεία παραμένουν στον αέρα που αναπνέουμε, στη γλώσσα που μιλάμε, σε σχέσεις και συμπεριφορές, βαθιά ριζωμένα σε γυναίκες και άντρες. Η τεράστια δυσκολία για τις γυναίκες είναι να βρούνε τη φωνή τους, το δικό τους τρόπο να υπάρχουν στις σχέσεις και στην κοινωνία, αντικείμενο της επόμενης ταινίας μου.

Πώς επέλεξες τους ηθοποιούς και πώς δούλεψες μαζί τους;

Η επιλογή ηθοποιών αποτελεί περίοδο μεγάλης αμφιβολίας. Ανάλογα με τους συνδυασμούς προσώπων, η ταινία μπορεί να πάει σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Τα ανθρώπινα πρόσωπα είναι ανεξάντλητα σαν τοπία. Με τους συγκεκριμένους ηθοποιούς Αδελαΐδα Κατσίδε, Βαγγέλη Ρόκο και Παρθενώπη Μπουζούρη είχαμε εξαιρετική συνεργασία. Κάναμε πρόβες σχεδόν ένα χρόνο, για να σκεφτούμε σε βάθος τη γεωλογία των χαρακτήρων, μέσα από συζητήσεις. Υπήρξε ουσιαστικός διάλογος και οι ηθοποιοί εμπλούτισαν τους ρόλους με δικά τους πράγματα.

Μίλησέ μας για τους εξαιρετικούς χειμωνιάτικους φωτισμούς, τη φωτογραφία και τη συνεργασία με την Σαβίνα Γιαννάτου

Δυσκολεύτηκα να κινηματογραφήσω τη θάλασσα, γιατί έπρεπε να συλλάβω τη στιγμή, ανάλογα με το πώς θα είναι το φως και το τοπίο στη λήψη. Με τον Γάλλο φωτογράφο Ντομινίκ Κολέν, παλιό μου συνεργάτη από τη Γαλλία, υπάρχει μια χημεία με δημιουργικές συγκρούσεις, που συνέβαλε σ’ ένα αρτιότερο αποτέλεσμα.

Την Σαβίνα Γιαννάτου πρότεινε ο φίλος μου συνθέτης Νίκος Ιωακείμ, που επίσης γνωρίζω από τη Γαλλία και δουλέψαμε μαζί στο Στούντιο 19, του Κώστα Μπόκου. Η Σαβίνα έβλεπε την ταινία και αυτοσχεδίαζε φωνητικά, μεταφέροντας μια ποιητική, μεταφυσική διάσταση. Στην ταινία δεν υπάρχει άλλη μουσική. Η φωνή της ξεκινά σαν προέκταση της εσωτερικής φωνής της Ναντίν, που επεκτείνεται στα άλλα πρόσωπα και στο γυμνό τοπίο. Πρόκειται για ταινία αφαιρετική, βλέπουμε μόνο τοπίο και σώματα και αυτή η αφαίρεση ήθελα να αντικατοπτρίζεται και στο επίπεδο της μουσικής. 

Πώς ήταν το γύρισμα σε ένα ιστορικά φορτισμένο νησί;

Οι γονείς μου ήταν εξόριστοι στη Μακρόνησο, αλλά θα έκανα γύρισμα εκεί και χωρίς προσωπικό βίωμα. Είναι τόπος αφιλόξενος, αλλά υπήρξε μεγάλη υποστήριξη από την τοπική κοινωνία του Λαυρίου.

Στην Μακρόνησο, χώρο συλλογικού πόνου, με όλη τη βία από βασανιζόμενους και βασανιστές, η Ναντίν αποκαλύπτει τη δική της προσωπική τραγωδία. Συλλογική και ατομική βία συνομιλούν. Μ’ ενδιέφερε πώς το ατομικό μπορεί να είναι καθρέφτης του συλλογικού και αντίστροφα καθώς και να αναδείξω πώς υπαρξιακή διάσταση και μοναξιά μπορούν να συναντήσουν μια συλλογική μνήμη.

Ο τόπος της Μακρονήσου παραμένει χώρος επιβλητικός και σημαντικός, γιατί ωθεί σε σκέψεις και θέτει ερωτηματικά, για το μέχρι πού μπορούνε να οδηγηθούνε οι ιδεολογικές συγκρούσεις. Σε ένα σημείο ο ήρωάς μου αναφέρει πως σκέφτεται πιο πολύ τους βασανιστές, που έφτασαν σε τέτοια αποκτήνωση, βασανίζοντας άλλους συνανθρώπους.

Επειδή η Μακρόνησος έχει κηρυχθεί μνημείο της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, έχει παραμείνει ανέπαφη, με τη φύση να κυριαρχεί και θέλω να πιστεύω ότι θα εξακολουθήσει να αποτελεί μνημείο συλλογικής μνήμης, αλλά και της φύσης, που είναι υπέροχη και θριαμβεύει της οδύνης.  

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!