Στα δύο προηγούμενα σημειώματα αναφερθήκαμε στο μεταπρατικό εξαρτημένο μοντέλο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο 1% της ιθύνουσας τάξης που το «διευθύνει» χωρίς εθνικό σχεδιασμό, καθώς και στις αλλαγές και τις μεταμορφώσεις του ιδιαίτερα μετά το 2010 και τη Χρεοκοπία, προκειμένου να δούμε το τι είναι η «Ελλάδα-κόμβος» μέσα στην πολυκρίση και τους γεωπολιτικούς αναδασμούς.
Ίσως ορισμένοι να παραξενεύτηκαν με αναφορές σε αριθμούς και πίνακες, πιθανά και σε «προτάσεις» που μια κάπως «κανονική» χώρα θα μπορούσε να υιοθετήσει, δηλαδή πράγματα που εφαρμόζονται σε άλλες μη μισοαποικιακές, υπό επιτροπεία χώρες της Ευρώπης, ιδιαίτερα στο ζήτημα της φοροληστείας που λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα. Αλλά τα παραδείγματα και τα στοιχεία είναι απαραίτητα για την τεκμηρίωση μιας θέσης, και ιδιαίτερα για την ανάδειξη μιας ποιότητας. Και εδώ βρίσκεται το πιο σημαντικό στοιχείο για την ερμηνεία του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας, της Χρεοκοπίας του 2010 και του σχεδίου για την «Ελλάδα του 2030» που υλοποιείται με επιταχυνόμενο τρόπο τα τελευταία 10 χρόνια. Πρόκειται για μια κομβική-ουσιαστική έννοια: η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική εξαρτημένη χώρα. Το στοιχείο της εξάρτησης είναι το καθοριστικό, το δεσπόζον, αυτό που σημαδεύει ποιοτικά τη φύση, τα όρια, τον χαρακτήρα του καπιταλισμού στην Ελλάδα, την ίδια την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, την ιδιαίτερη φύση της ιθύνουσας τάξης, το ιδεολογικό, πνευματικό και πολιτιστικό πεδίο, τις αντιλήψεις και τις σχέσεις μέσα στις υποτελείς τάξεις και τα διάφορα στρώματα της χώρας.
Ακόμα παραπέρα, το στοιχείο της εξάρτησης (και των νέων όρων που αυτή υπάρχει) παίζει καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς συμμαχίες, στις επιλογές που γίνονται για την Ελλάδα μέσα σε αυτές, αλλά και στο τι επιλογές κάνει η ιθύνουσα (και εξαρτημένη) τάξη με τη συνδρομή του πολιτικού συστήματος, και γενικότερα του κρατικού μηχανισμού, σε κάθε συγκυρία. Ο εκσυγχρονισμός του μεταπρατισμού αποτελεί την ιδιαίτερη μορφή που παίρνει το μοντέλο ανάλογα με τις ανάγκες, τις στροφές, τις νέες επιλογές που υιοθετούνται από ισχυρά διεθνή κέντρα, την πορεία της κρίσης και των γεωπολιτικών ανακατατάξεων, εξυπηρετώντας φυσικά τα ιδιοτελή συμφέροντα της ιθύνουσας τάξης. Δηλαδή τον υπερπλουτισμό της, αδιαφορώντας για τη χώρα, την κοινωνία, το μέλλον του Τόπου.
Η εξάρτηση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που καθορίζουν την ίδια την ποιότητα του ελληνικού καπιταλισμού: τον τρόπο με τον οποίο συσσωρεύεται το κεφάλαιο, τους κλάδους που αναπτύσσονται, τις κοινωνικές δυνάμεις που ενισχύονται, τις σχέσεις κράτους και επιχειρηματικών συμφερόντων, και τελικά τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής.
Η ελληνική ιθύνουσα τάξη δεν είναι παθητικό θύμα αυτής της σχέσης. Αναπτύσσεται μέσα σε αυτήν, συσσωρεύει πλούτο μέσα σε αυτήν, και αποκτά ιδιαίτερη ικανότητα να διαμεσολαβεί ανάμεσα στις διεθνείς ροές και την ελληνική οικονομία.
Εδώ βρίσκεται και ένα χαρακτηριστικό της: η εντυπωσιακή προσαρμοστικότητά της. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν σχεδόν «αιλουροειδή» τρόπο προσαρμογής. Όταν μεταβάλλονται οι προτεραιότητες των ισχυρών διεθνών κέντρων, μεταβάλλονται ταχύτατα και ο λόγος, οι επενδυτικές κατευθύνσεις και οι πολιτικές προτεραιότητες στο εσωτερικό. Εκείνο που χθες εμφανιζόταν ως αδιαπραγμάτευτη κατεύθυνση μπορεί αύριο να τροποποιηθεί, χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση για το τι μεσολάβησε. Η προσαρμοστικότητα αυτή δεν αναιρεί την εξάρτηση. Μπορεί να αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφράσεις της.
Το εντυπωσιακό δεν είναι οι μεταμορφώσεις του μεταπρατισμού που επισυμβαίνουν. Το εντυπωσιακό είναι η απουσία εντοπισμού του ως βασικής αιτίας της πορείας της χώρας, η μη επισήμανση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, με δυο λόγια η αγαστή «συνύπαρξη» μαζί του παρά τις καταγγελίες για διαφθορά ή υπερκέρδη των καπιταλιστών. Εντυπωσιακή είναι η εγκατάλειψη κάθε ποιοτικού προσδιορισμού για τον χαρακτήρα του καπιταλισμού στην Ελλάδα και τον ιδιαίτερη φύση της ιθύνουσας τάξης, η άρνηση οποιασδήποτε αναφοράς στην ποιότητα εξάρτηση και στους νέους τρόπους που αυτή αναπλάθεται στην ελληνική πραγματικότητα.
Η σημερινή εξέλιξη του μεταπρατικού μοντέλου
Από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν γίνει πολλές και σημαντικότατες αλλαγές. Εντοπίζουμε αυτήν την περίοδο γιατί είναι κομβική και ιστορικής σημασίας, παρόλο που πρέπει να αντιληφθούμε πως οι ρίζες είναι βαθύτατες σε ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία. Και όχι μόνο: Με τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τη μεταπολίτευση του 1974 γράφτηκαν τόσα και τόσα, αλλά ελάχιστα φωτίστηκε το γιατί χρεοκόπησε η χώρα το 2010. Χρεοκόπησε επειδή ακολουθήθηκε ένα μοντέλο ανάπτυξης που έμοιαζε να οδηγεί στην ευημερία, αλλά οδήγησε στην κρίση του 2010 και τη Χρεοκοπία, με συνακόλουθο το βάθεμα των δεσμών εξάρτησης-επιτροπείας και ελέγχου της Ελλάδας από διεθνείς οργανισμούς.
Τώρα έχουν φουλάρει οι μηχανές, σε περίοδο μεγάλων διεθνών και περιφερειακών αναταράξεων για την «Ελλάδα-κόμβο». Και επαίρονται όλοι για την «επιτυχή» πορεία της Ελλάδας μέσα από τον υπεργολαβικό-υποδομιακό μεταπρατικό ρόλο της στις «ροές» και τον καθοριστικό τους ρόλο στη νέα οικονομία. Αλλά καθόλου δεν αναρωτιούνται για το πόσο εκτεθειμένη είναι η χώρα στις διακυμάνσεις της πολυκρίσης και τον γεωπολιτικό αναδασμό. Πέρα βρέχει. Είναι όμως έτσι ή και χειρότερα τα πράγματα; Ας δούμε τι έγινε από το 2010 μέχρι σήμερα.
Το 2010 ως μεγάλη τομή
Η χρεοκοπία και τα Μνημόνια αποτέλεσαν από αυτήν την άποψη ιστορική τομή. Η χώρα έχασε περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, πέρασε μια μακρά περίοδο δημοσιονομικής επιτροπείας, γνώρισε τεράστια αποεπένδυση και αναδιάρθρωση της ιδιοκτησίας και των επιχειρήσεων. Δημόσια περιουσία ιδιωτικοποιήθηκε, τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν και αναδιαρθρώθηκαν, επιχειρήσεις εξαφανίστηκαν ή άλλαξαν χέρια, η ακίνητη περιουσία έχασε μεγάλο μέρος της αξίας της και εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, συχνά υψηλής εκπαίδευσης, εγκατέλειψαν τη χώρα.
Όμως το σημαντικό είναι ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία δεν ανασυγκροτήθηκε απλώς το προηγούμενο μοντέλο. Άρχισε να διαμορφώνεται μια νέα εκδοχή του. Λιμάνια, αεροδρόμια, τουρισμός, ακίνητη περιουσία, ενέργεια, μεγάλα έργα, παραχωρήσεις και logistics απέκτησαν αυξανόμενο βάρος. Η έννοια της Ελλάδας ως διεθνούς διαμετακομιστικού κόμβου εμφανίζεται ήδη ρητά πριν από το 2020. Το 2017 το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα logistics έθετε ως στόχο να καταστεί η Ελλάδα πάροχος υπηρεσιών διεθνούς εμβέλειας· τότε ο κλάδος εκτιμάτο ότι αντιπροσώπευε περίπου το 10,8% του ΑΕΠ. Η αναπτυξιακή στρατηγική του 2018 μιλούσε ήδη ρητά για μετατροπή της Ελλάδας σε περιφερειακό «logistics hub».
Επομένως η «Ελλάδα-κόμβος» δεν αποτελεί δημιούργημα μιας μόνο κυβέρνησης. Διαπερνά διαφορετικές κυβερνητικές περιόδους και αποκτά χαρακτηριστικά στρατηγικής κατεύθυνσης του ελληνικού καπιταλισμού μετά την κρίση.
Μετά το 2020: Υπερεπιτάχυνση
Από το 2020 όμως συμβαίνει κάτι ποιοτικά σημαντικότερο. Η διαδικασία επιταχύνεται και ταυτόχρονα διευρύνεται. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τον Πειραιά και τα containers.
– Κόμβος εμπορευμάτων: λιμάνια, Θριάσιο, αποθηκευτικοί χώροι, αυτοκινητόδρομοι, σιδηροδρομικές συνδέσεις για εμπορικούς και στρατιωτικούς σκοπούς. Το 2025 το Υπουργείο Ανάπτυξης παρουσίαζε την ανάπτυξη έξι νέων μεγάλων logistics centers –πέντε στην Αττική και ένα στη Θεσσαλονίκη– ως μέρος της προσπάθειας μετατροπής της χώρας σε διεθνές διαμετακομιστικό κέντρο.
– Ενεργειακός κόμβος: LNG, αγωγοί, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ΑΠΕ και πλέον ξανά υδρογονάνθρακες.
– Ψηφιακός κόμβος: data centers, υποθαλάσσια καλώδια, cloud και ψηφιακές υποδομές.
– Τουριστικός κόμβος: δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες και συνεχής διεύρυνση της τουριστικής οικονομίας.
– Εκπαιδευτικός κόμβος: με την εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
– Κόμβος ακινήτων και κεφαλαίων: τουριστικά ακίνητα, κατοικία, μεγάλα projects, επενδυτικά funds.
– Γεωστρατηγικός κόμβος: λιμάνια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και υποδομές που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μέσα στη νέα διεθνή αντιπαράθεση.
Δεν πρόκειται για άσχετες μεταξύ τους εξελίξεις. Η υπόθεση που αξίζει να εξεταστεί είναι εάν αποτελούν διαφορετικές όψεις μιας ενιαίας μεταβολής: η Ελλάδα ως χώρος διέλευσης, εγκατάστασης, εξυπηρέτησης και διαχείρισης διεθνών ροών. Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε την νέα εκδοχή ως εκσυγχρονισμένο μεταπρατισμό της εποχής των δικτύων.
Οι αλλαγές αυτές γίνονται ως βασική επιλογή και της ιθύνουσας τάξης, αλλά αυτό δεν σημαίνει απουσία διενέξεων και συγκρούσεων για το ποια πτέρυγα-μερίδα θα είναι η πιο κερδισμένη ή και ηγεμονεύουσα. Το περιβάλλον είναι έτσι κι αλλιώς συγκρουσιακό.
Επιπλέον: Το μοντέλο δεν επιβάλλεται απλώς από το εξωτερικό. Δημιουργεί ισχυρά εγχώρια συμφέροντα: εφοπλισμό, ενέργεια, κατασκευές, παραχωρήσεις, τουρισμό, ακίνητα, χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, εμπόριο, logistics. Γύρω από αυτά συγκροτείται ένα πλέγμα οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων που έχει λόγους να επιθυμεί την αναπαραγωγή του.
Έτσι η εξάρτηση από εξωτερική σχέση μετατρέπεται ταυτόχρονα σε εσωτερική κοινωνική σχέση. Διαμορφώνει την κοινωνική διάρθρωση, ενισχύει ορισμένα στρώματα, αποδυναμώνει άλλα, και επηρεάζει τις προτεραιότητες του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Είναι βαθύτατα ταξικό σχήμα και όχημα…
Πολλά σχέδια, αλλά…
Θα αναφερθώ σε δύο πρόσφατα παραδείγματα, που δείχνουν μια ορισμένη ποιοτική κατάσταση για τη φύση της ιθύνουσας τάξης.
Το πρώτο παράδειγμα αφορά το δημόσιο χρέος. Η Ελλάδα επέλεξε να προχωρήσει στην πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου Μνημονίου, συνεχίζοντας μια πολιτική που έχει αρχίσει από προηγούμενα χρόνια. Για το 2025 αποφασίστηκε η πρόωρη εξόφληση 5,29 δισ. ευρώ, που κανονικά έληγαν μεταξύ 2033 και 2041. Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι εξοικονομεί περί τα 150 εκατ. ευρώ τόκων ετησίως κατά μέσο όρο για δώδεκα χρόνια.
Το ερώτημα βρίσκεται αλλού. Γιατί αποφασίζεται αυτό σε μια περίοδο τεράστιας διεθνούς αβεβαιότητας, πολέμων, ενεργειακής ανασφάλειας, παραγωγικού ελλείμματος, δημογραφικής συρρίκνωσης και αυξανόμενων αμυντικών αναγκών; Με ποιο συνολικό εθνικό σχέδιο σταθμίζεται η πρόωρη αποπληρωμή μακροχρόνιου χρέους έναντι της ανάγκης συγκρότησης παραγωγικής, ενεργειακής, τεχνολογικής και κοινωνικής ανθεκτικότητας; Μήπως για να φανεί αρεστή –ως ο πιο καλός μαθητής– στη Γερμανία, που τώρα έχει τεράστια ανάγκη ρευστότητας; Μήπως έτσι προσβλέπουν οι της κυβέρνησης να τύχουν καλύτερης μεταχείρισης από την ευρωκρατία εν μέσω κλυδωνισμών, ή ακόμα και πιθανών διώξεων έτσι και ο Μητσοτάκης απομακρυνθεί από την κυβέρνηση;
Το δεύτερο παράδειγμα είναι ίσως ακόμη πιο χαρακτηριστικό. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η ελληνική ενεργειακή πολιτική πέρασε από την εξαιρετικά ταχεία απολιγνιτοποίηση και την απόλυτη προτεραιότητα της πράσινης μετάβασης, στην ενεργειακή κρίση, στην ανάδειξη της χώρας σε κόμβο LNG και φυσικού αερίου και, στη συνέχεια, στη νέα επιτάχυνση των ερευνών υδρογονανθράκων. Από το «καμία εξόρυξη» και τις δηλώσεις Μητσοτάκη στην Γ.Σ. του ΟΗΕ πως «δεν θα συνεχίσουμε τις διαμάχες του προηγούμενου αιώνα για τους υδρογονάνθρακες, ένα αγαθό που χάνει την αξία του», όταν περάσαμε στην εποχή Τραμπ άλλαξε το τροπάρι. Τον Φεβρουάριο του 2026 παρουσιάστηκαν οι συμβάσεις του Δημοσίου με την κοινοπραξία Chevron-HELLENiQ ENERGY για τέσσερις θαλάσσιες περιοχές, ενώ τον Ιούνιο το ίδιο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μιλούσε για «επιτάχυνση» της ανάπτυξης του τομέα υδρογονανθράκων.
Την ίδια στιγμή, η Πτολεμαΐδα 5 συμπυκνώνει τις αντιφάσεις της ενεργειακής πολιτικής. Ενώ είχε προγραμματιστεί η διακοπή της λιγνιτικής λειτουργίας της και η μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου, ο ΑΔΜΗΕ έθεσε ζήτημα παραμονής της στο σύστημα και το 2027 για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού, λόγω της εκτίναξης των τιμών καυσίμων (την ίδια στιγμή άλλες χώρες δεν έχουν διακόψει καθόλου τη λειτουργία μονάδων με λιγνίτη και άνθρακα, και θα τη συνεχίσουν μέχρι το 2040 ή και το 2060…).
Το ερώτημα είναι βαθύτερο: Ποια είναι η σταθερή ελληνική ενεργειακή στρατηγική που διαπερνά όλες αυτές τις διαδοχικές μεταβολές; Γιατί αδιαφορεί η ιθύνουσα τάξη για το γεγονός πως η Ελλάδα έχει την πρωτιά στην ενεργειακή φτώχεια σε ολόκληρη την Ευρώπη; Η διαβεβαίωση του Μητσοτάκη ότι το πετρέλαιο θέρμανσης δεν θα υπερβεί τα 1,75 ευρώ απλά σημαίνει ότι ο Έλληνας καταναλωτής θα πληρώσει κατά 75% ακριβότερο φέτος το πετρέλαιο θέρμανσης. Αν πέρσι για μια ποσότητα πλήρωνε 1.000 ευρώ, τώρα πρέπει να πληρώσει 1.750! Τι θα κάνει Θα αγοράσει λιγότερο πετρέλαιο, θα κρυώσει περισσότερο, θα εκτιναχθεί η ενεργειακή φτώχεια. Όσοι εισάγουν ή παράγουν καύσιμα θα πλουτίσουν υπερβολικά και αμέσως… Έτσι γίνεται.
Υπάρχει εθνικό σχέδιο για την Ελλάδα;
Τα δύο παραδείγματα μας οδηγούν σε ένα γενικότερο ζήτημα: Υπάρχει άραγε σήμερα ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο που ιεραρχεί τις ανάγκες της χώρας σε βάθος δεκαετιών, ή η ελληνική πολιτική χαρακτηρίζεται κυρίως από την τυχάρπαστη ιδιοτελή προσαρμοστικότητα στις εκάστοτε μεταβολές του διεθνούς περιβάλλοντος και την πλήρη αδιαφορία για την πορεία της χώρας και της κοινωνίας;
Χρειαζόμαστε ή όχι ένα σχέδιο που να ξεκινά από το πού πρέπει να βρίσκεται η χώρα, ποιες προτεραιότητες είναι αναγκαίες τώρα, και να απαντά με στρατηγικό τρόπο στα ζητήματα: ποια παραγωγή, ποια βιομηχανία, ποια τεχνολογία, ποια ενεργειακή ασφάλεια, ποια διατροφική επάρκεια, ποια δημογραφική αναπαραγωγή, ποια σχέση κέντρου και περιφέρειας, ποιος έλεγχος των στρατηγικών υποδομών και ποια θέση της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ισχύος;
Εδώ ίσως βρίσκεται και ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της σημερινής δημόσιας συζήτησης: Το χρέος συζητείται χωριστά από την παραγωγή. Η ενέργεια χωριστά από τη γεωπολιτική. Οι επενδύσεις χωριστά από την ιδιοκτησία. Τα logistics χωριστά από τη βιομηχανία. Το δημογραφικό χωριστά από την εργασία και τη στέγη. Η εξωτερική πολιτική χωριστά από το παραγωγικό μοντέλο. Χάνεται έτσι η σχέση που συνδέει τα επιμέρους.
Και αυτή ακριβώς είναι η διάσταση του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας. Το Υπαρξιακό Πρόβλημα δεν είναι απλώς το άθροισμα δημογραφικού, οικονομίας, ελληνοτουρκικών, παραγωγής και κοινωνικής κρίσης. Είναι το πρόβλημα μιας χώρας που πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να ορίζει η ίδια τις στρατηγικές της προτεραιότητες μέσα σε έναν κόσμο πολυκρίσης και ταχύτατων ανακατατάξεων.
Η Ελλάδα μεταμορφώνεται ταχύτατα αναπαράγοντας εκδοχές του εξαρτημένου μεταπρατικού μοντέλου. Πορεύεται νιώθοντας μια αδικαιολόγητη ασφάλεια και μη παίρνοντας υπόψη τα προειδοποιητικά σινιάλα μεγάλων επώδυνων και ίσως καταστροφικών εξελίξεων. Η Ελλάδα, μέσα από το τρίγωνο ολιγάρχες + διεθνή οικονομικά κέντρα / πολιτικό σύστημα / πρεσβείες, μοιάζει με καρυδότσουφλο σε ταραγμένα νερά. Έτσι το πιθανότερο είναι να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις το ήδη υπάρχον Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας, ενώ το ζητούμενο είναι η θετική αντιμετώπισή του. Οι μεταμορφώσεις του μεταπρατικού μοντέλου είναι αλυσίδες διευρυμένης αναπαραγωγής του Υπαρξιακού Προβλήματος. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο ένα νέο κοινωνικό – πολιτικό – εθνικό Υποκείμενο. Αν όμως δεν αναλυθεί (δεν εκφωνηθεί σωστά) το πρόβλημα των μεταμορφώσεων του μεταπρατικού εξαρτημένου μοντέλου, δεν πρόκειται να προκύψει η λύση του…








































































