Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα παύει πλέον να είναι θεωρητική και αποκτά θεσμικό χαρακτήρα, με τη συγκρότηση και τη λειτουργία της Κυβερνητικής Επιτροπής για την Πυρηνική Ενέργεια. Η Επιτροπή αυτή, σύμφωνα με την Πράξη 28/24.08.2026 του υπουργικού συμβουλίου, έχει ως σκοπό να διερευνήσει τη σκοπιμότητα ένταξης της πυρηνικής ενέργειας στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας, αξιολογώντας τις θεσμικές, τεχνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές και γεωπολιτικές παραμέτρους, καθώς και εναλλακτικές τεχνολογικές επιλογές, όπως οι συμβατικοί και οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs). Παράλληλα, θα εκπονήσει τις απαιτούμενες προμελέτες και οδικό χάρτη, παραδίδοντας εντός δύο ετών την καταληκτική εισήγησή της προς το υπουργικό συμβούλιο για την έναρξη ή μη εθνικού προγράμματος πυρηνικής ενέργειας.
«Σε καιρούς μεγάλων αναταραχών όλες οι επιλογές πρέπει να είναι στο τραπέζι και η πυρηνική ενέργεια να είναι κομμάτι της λύσης», είχε πει ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε ομιλία του στα πλαίσια της δεύτερης Συνόδου Κορυφής για την πυρηνική ενέργεια τον περασμένο Μάρτιο (όχι τυχαία στο Παρίσι). Ενώ η επιλογή για τη «στροφή» αυτή συνοδεύεται από την προσπάθεια να παρουσιαστεί η πυρηνική ενέργεια ως μια βιώσιμη, πράσινη, οικονομική εναλλακτική στα ορυκτά καύσιμα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Ούτε πράσινη, ούτε οικονομική επιλογή
Ο χαρακτηρισμός της πυρηνικής ενέργειας ως «καθαρής» περιορίζεται συνήθως στη λειτουργία του αντιδραστήρα και αποσιωπά το συνολικό περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, από την εξόρυξη και τον εμπλουτισμό του ουρανίου, μέχρι τη μεταφορά του καυσίμου, την κατανάλωση τεράστιων ποσοτήτων νερού για ψύξη και, κυρίως, την παραγωγή ραδιενεργών αποβλήτων που απαιτούν διαχείριση, αποθήκευση και φύλαξη για χιλιάδες χρόνια. Αντίστοιχα, το πραγματικό οικονομικό κόστος δεν εξαντλείται στην κατασκευή και στη λειτουργία μιας μονάδας. Περιλαμβάνει πολυετείς καθυστερήσεις, υπερβάσεις προϋπολογισμών, δαπάνες ασφάλειας, αποξήλωσης και μακροχρόνιας διαχείρισης των αποβλήτων, ενώ σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος το κόστος μεταφέρεται τελικά στο κράτος και στην κοινωνία.
Για την Ελλάδα τα προβλήματα είναι ακόμη μεγαλύτερα καθώς μιλάμε για μια ιδιαίτερα σεισμογενή χώρα, με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, περιορισμένες υδάτινες δυνατότητες και χωρίς ανεπτυγμένη πυρηνική βιομηχανία, υποδομές, εγχώριο καύσιμο ή ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης αποβλήτων. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα δημιουργούσε, επομένως, μακροχρόνια τεχνολογική, επιστημονική και γεωπολιτική εξάρτηση από ξένα κράτη και πολυεθνικές. Ακόμη και οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες που παρουσιάζονται τελευταία ως η «Λύση» παραμένουν μια τεχνολογία υπό ανάπτυξη, χωρίς αποδεδειγμένη οικονομική ανταγωνιστικότητα και χωρίς να επιλύουν το πρόβλημα της ασφάλειας και των αποβλήτων.
Πυρηνική ενέργεια εν καιρώ πολέμου
Σχετιζόμενη με το θέμα της εξάρτησης είναι και μια ακόμη πτυχή της πυρηνικής ενέργειας. Αυτή της χρήσης της για «μη ειρηνικούς» σκοπούς. Η κανονικοποίηση της συζήτησης για την πυρηνική ενέργεια «αποποινικοποιεί» στο δημόσιο χώρο τη συζήτηση για τα πυρηνικά όπλα. Άλλωστε η χώρα μας μπορεί να μην είναι μια πυρηνική χώρα (προς ώρας) έχει κληθεί όμως κατά περιόδους να φιλοξενήσει στο έδαφος της πυρηνικά όπλα συμμάχων της (βλ. βάση στον Άραξο). Τέτοιες συμμαχικές υποχρεώσεις ίσως να απαιτηθεί να πολλαπλασιαστούν το επόμενο διάστημα με την τάση προς τον πόλεμο και τις τυχοδιωκτικές επιλογές των ελίτ της χώρας (πρόσδεση στο άρμα ΝΑΤΟ-Ισραήλ) και το μασάζ προς την κοινωνία για να τις αποδεχθεί είναι πάντα απαραίτητο.
Σε συνθήκες πολέμου, όμως, ακόμη και μια εγκατάσταση «ειρηνικής χρήσης» μετατρέπεται σε στρατηγικό στόχο, με κίνδυνο ένα πλήγμα ή η διακοπή της ηλεκτροδότησης και της ψύξης της να προκαλέσει καταστροφή πολύ πέρα από τα σύνορα της εμπόλεμης χώρας. Αυτό κατέδειξε η Ζαπορίζια στην Ουκρανία, ενώ οι επιθέσεις στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν επιβεβαίωσαν ότι τέτοιες υποδομές εντάσσονται άμεσα στους πολεμικούς σχεδιασμούς. Παράλληλα, η τεχνογνωσία, ο εμπλουτισμός ουρανίου και τα παραγόμενα σχάσιμα υλικά έχουν εγγενώς διττή χρήση. Έτσι, τα «ειρηνικά πυρηνικά» μπορεί να μην οδηγούν αυτόματα στην κατασκευή όπλων, δημιουργούν όμως τις τεχνικές υποδομές, τις εξαρτήσεις και τις δυνατότητες που φέρνουν τη στρατιωτική πυρηνική επιλογή πολύ πιο κοντά.
Ενεργειακοί ακροβατισμοί
Ήταν Φεβρουάριος του 2023, όταν από τα εγκαίνια του ΑΗΣ Πτολεμαΐδα V, ο Κ. Μητσοτάκης δήλωνε πως «είναι ένα πολύ σπουδαίο, ένα πολύ σημαντικό έργο για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας (…) Θα λειτουργεί για πολλά χρόνια ακόμα με αυτήν τη μορφή». Τρία χρόνια μετά σύσσωμη η κυβέρνηση διαφημίζει την απόφαση να μετατραπεί ο Πτολεμαΐδα V σε μονάδα φυσικού αερίου, χαρακτηρίζοντας ως οπισθοδρομικούς όσους τολμούν να αμφισβητούν τα κίνητρα και τη βιωσιμότητα της βίαιης απολιγνιτοποίησης.
Ήταν Απρίλιος του 2021, και ο τότε ΥΠΕΞ Ν. Δένδιας δήλωνε εμφατικά «Η Ελλάδα δεν πρόκειται να αρχίσει να σκάβει τον βυθό της Μεσογείου για να βρει φυσικό αέριο ή πετρέλαιο, για έναν πολύ απλό λόγο: Η Ελλάδα πιστεύει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» ενώ και ο πρωθυπουργός χαρακτήριζε οικονομικά μη ανταγωνιστική μια τέτοια επιλογή. Λίγα χρόνια μετά μια συμφωνία γεώτρησης από την ExxonMobil παρουσιάζεται ως εθνικό success story και ένας μετά τον άλλον οι υπουργοί σπεύδουν να υποστηρίξουν την ενεργειακή συνεργασία με τον αμερικανικό κολοσσό.
Ήταν Δεκέμβριος του 2021 και σε συνέντευξή του στην Handelsblatt ο Κ. Μητσοτάκης τόνιζε πως «Είμαι πεπεισμένος ότι δεν μπορούμε συνολικά ως Ε.Ε. να πετύχουμε τους κλιματικούς μας στόχους χωρίς φυσικό αέριο και πυρηνική ενέργεια. Η Ελλάδα ωστόσο δεν έχει πυρηνικές μονάδες και δεν θα αποκτήσουμε ποτέ. Καμία». Λίγα χρόνια αργότερα και μετά τη «στροφή» κατά την επίσκεψη του προέδρου Μακρόν στη χώρα μας ο ίδιος δήλωνε «Εάν θέλουμε να απεξαρτηθούμε από το φυσικό αέριο, το οποίο δεν μπορούμε να παράγουμε σε μεγάλη κλίμακα στην Ευρώπη, και βέβαια θέλουμε να απομακρυνθούμε από τον άνθρακα –κάτι που έχουμε ήδη κάνει στην Ελλάδα–, η μόνη λύση είναι να επενδύσουμε στην πυρηνική ενέργεια». Και φτάνουμε σήμερα να έχουμε γίνει κόμβος για το αμερικάνικο φυσικό αέριο και ταυτόχρονα να συζητάμε και για πιθανή στροφή και προς την πυρηνική ενέργεια.
Και θέλουν να μας πείσουν ότι όλο αυτό είναι μια συνεκτική εθνική στρατηγική αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και των προκλήσεων που αυτή γεννά. Η χώρα γίνεται κόμβος, με τα κάθε λογής ντόπια και ξένα συμφέροντα να σχεδιάζουν άναρχα τις ενεργειακές μπίζνες, με κριτήριο, όχι τις ανάγκες της χώρας, αλλά τη δική τους κερδοφορία. Κάπως έτσι οι λεγόμενες ΑΠΕ άλωσαν κάμπους και βουνά (στα πλαίσια της επιβαλλόμενης στην Ε.Ε. «πράσινης μετάβασης»), η νέα ΔΕΗ έριξε τον λιγνίτη στο πυρ το εξώτερο, οι εφοπλιστές κερδίζουν από τη μεταφορά πανάκριβου LNG και όλοι μαζί κερδοσκοπούν στις τιμές λιανικής της ηλεκτρικής ενέργειας. Ενώ τώρα η «στρατηγική συμμαχία» με την Γαλλία βάζει στην εξίσωση και τα μικρά πυρηνικά που αυτή προωθεί ως εναλλακτική.
Αυτό δεν είναι εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός. Είναι ένας διαρκής ακροβατισμός ανάμεσα στις εκάστοτε γεωπολιτικές επιταγές και στα συμφέροντα που διεκδικούν μερίδιο από την ενεργειακή πίτα. Η χώρα καλείται να επιβιώσει ως υπηρέτης πολλών αφεντάδων υπονομεύοντας την ίδια της τη βιωσιμότητα. Και αυτό σε περιόδους κρίσης και παρατεταμένης αστάθειας είναι αρκετά πιθανό να αποβεί μοιραίο.
Πυρηνικά; Όχι ευχαριστώ!
Το ιστορικό σύνθημα του αντιπυρηνικού (αντιπολεμικού και οικολογικού) «Πυρηνικά; Όχι, ευχαριστώ!» συμπύκνωσε την εμπειρία της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, των πυρηνικών δοκιμών, του Τσερνόμπιλ και αργότερα της Φουκουσίμα. Εξέφρασε την απαίτηση των κοινωνιών να μην παραδοθεί το μέλλον τους σε μια τεχνολογία με συνέπειες που υπερβαίνουν σύνορα και κυβερνήσεις. Από τους υπέρμαχους της υποταγής στην τεχνολογική πρόοδο (και την υποταγή αυτής στις κάθε φορά προτεραιότητες του κεφαλαίου και των κυρίαρχων κρατών) το σύνθημα αυτό μπορεί να χαρακτηρίζεται φόβος απέναντι στην επιστήμη ή και άρνηση της τεχνολογικής προόδου. Με όσα έχουν δει τα μάτια μας θα έπρεπε να είμαστε πιο κριτικοί.
Η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει, να αμφισβητεί και να αποφασίζει για επιλογές που δεσμεύουν όχι μόνο το παρόν της αλλά και τις επόμενες γενιές. Η επιστήμη δεν εξελίσσεται έξω από την πολιτική και τα οικονομικά συμφέροντα, ούτε κάθε τεχνολογική δυνατότητα συνιστά αυτομάτως κοινωνική πρόοδο. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση επανέρχεται επίμονο το ερώτημα ποιος αποφασίζει, ποιος ωφελείται και ποιος αναλαμβάνει τελικά τους κινδύνους και το κόστος;
Για την Ελλάδα, μια σεισμογενή χώρα με περιορισμένες δυνατότητες διαχείρισης σύνθετων και μακροχρόνιων κινδύνων (εδώ ακόμα και μικρότερης πολυπλοκότητας συστήματα καταρρέουν παράγοντας τραγωδίες), η συζήτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ερήμην της κοινωνίας. Αντί για νέες εξαρτήσεις και συγκεντρωτικές υποδομές, χρειαζόμαστε δημοκρατικό ενεργειακό σχεδιασμό, αποκεντρωμένη παραγωγή και διατήρηση / αναβάθμιση των στρατηγικών εγχώριων λιγνιτικών ενεργειακών εφεδρειών. Τα παραπάνω μπορεί να μοιάζουν ανέφικτα, όσο ο ρόλος που έχει η χώρα μας στο διεθνές σκηνικό είναι αυτός του κόμβου και του εξαρτημένου μεταπράτη – όμως αυτό επιβάλλει να αμφισβητηθεί αυτός ο ρόλος.






































































