Ο 52χρονος Ούγγρος Γκιόργκι Πάλφι, ευρηματικός σκηνοθέτης του στυλιζαρισμένου φετιχιστικού «Taxidermia» (2006), στη νέα του απολαυστική ταινία «Κότα», ελληνο-ουγκρική παραγωγή, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στη χώρα μας, σκαρώνει μέσα από την περιπλάνηση μιας κότας, μια κωμικοτραγική συγκινητική παραβολή για την επιβίωση, τη μητρότητα και την αντίσταση στην εξουσία, αποκαλύπτοντας τα κοινωνικά αδιέξοδα στην μεταμνημονιακή Ελλάδα. Μια κότα δραπετεύει από τη βιομηχανική φάρμα και μετά από μια περιπετειώδη περιήγηση, όπου γεύεται την ελευθερία και τους κινδύνους της, βρίσκει καταφύγιο σε μια παλιά ταβέρνα. Εκεί, περιμαντρωμένη σ’ ένα κοτέτσι επιχειρεί αρχικά να προστατεύσει τα αυγά της, αντιμέτωπη με την ιεραρχία και την ανθρώπινη σκληρότητα. Στο σενάριο που ο σκηνοθέτης συνέγραψε με την σύζυγό του και σεναριογράφο Ζόφια Ρούτκαϊ, πρωταγωνίστρια είναι μια αφελής αρχικά, περίεργη και άκρως αντισυμβατική μαύρη κότα, που παρότι απορρίπτεται ως ελαττωματική, από την ομοιομορφία ενός συστήματος μαζικής παραγωγής, αγωνίζεται να επιβιώσει. Στους δευτερεύοντες ρόλους διακρίνουμε γνωστούς Έλληνες ηθοποιούς ανάμεσά τους Γιάννης Κοκκιασμένος, Μαρία Διακοπαναγιώτη, Αργύρης Πανταζάρας, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος.
Όλα ξεκινούν από τη γέννηση ενός αυγού, σε βιομηχανοποιημένη πτηνοτροφική μονάδα, όπου το ασύμβατο μαύρο χρώμα του εκκολαπτόμενου νεοσσού, το διαχώρισε από μια προδιαγεγραμμένη βραχύβια μοίρα. Ως μαύρη κότα πλέον, ανακτά στο μεταίχμιο τύχης και περιέργειας προσωρινά την ελευθερία της και μετά από μια βόλτα στην πολύβουη πόλη, βόσκει ανέμελη δίπλα σε πολυσύχναστους αυτοκινητοδρόμους, τσιμπολογώντας στα σκουπίδια, μέχρι να γευτεί τους κινδύνους «εκτός κοπαδιού». Τρέχει να ξεφύγει από μια πεινασμένη αλεπού, αλλά την αρπάζει στο στόμα του ένα λαγωνικό, για να την μεταφέρει ως τρόπαιο στο αφεντικό του, έναν ασπρομάλλη ιδιοκτήτη μιας εγκαταλελειμμένης ψαροταβέρνας. Εκεί, βρίσκεται καθηλωμένη στο κοτέτσι του και επιχειρώντας για άλλη μια φορά να δραπετεύσει από μια προκαθορισμένη αιχμαλωσία, μπλέκεται σε νέες περιπέτειες.

Αν στην παλιότερη ταινία του «Final cut-Ladies and Gentlemen» (2012), ο Πάλφι κατάφερε μέσα από ένα αριστοτεχνικό μοντάζ σκηνών παλιών και σύγχρονων ταινιών, να επανασυνθέσει ένα φιλμικό κείμενο που περιγράφει εκ νέου μια αρχετυπική ιστορία αγάπης, ξεδιπλώνοντας ερωτικά εικονογραφικά μοτίβα στο σινεμά, τότε μοιάζει να είναι γι’ αυτόν παιχνιδάκι το επεξεργασμένο μοντάζ στην «Κότα», όπου δημιούργησε τη συναρπαστική οδύσσεια μιας «αλανιάρας» κότας, επιλέγοντας πλάνα από τις 8 συνολικά κότες που χρησιμοποίησαν στο γύρισμα, με ειδικό εκπαιδευτή ζώων. Ο χαρακτήρας της ανεξάρτητης κότας αναδεικνύεται με κατάλληλες εκφράσεις, κινήσεις και αντιδράσεις, διστακτικούς βηματισμούς, οπισθοχωρήσεις και ελιγμούς, που μεταφέρουν έκπληξη, απορία, δυσαρέσκεια ή τρόμο, δημιουργώντας εκφραστικό λεξιλόγιο, δίχως χρήση ομιλίας. Έτσι, βλέπουμε πόσο ανεπιθύμητη νιώθει στο κοτέτσι ως ξένη, όταν οι άλλες κότες την κυνηγούν και την τσιμπάνε, ενώ συμπάσχουμε με την απελπισία της, όταν αρπάζουν τα αυγά της.

Ωστόσο, η αφηγηματική μαεστρία επιτυγχάνεται μέσα από μια εξαιρετική κινηματογράφηση. Τα κοντινά -οριακά εφιαλτικά- πλάνα της αρχής, καταγράφουν την εξέλιξη και την πορεία του αυγού. Στη συνέχεια, τα διαδοχικά μετωπικά και συμμετρικά πλάνα εκφράζουν τη δομή ενός καλοκουρδισμένου βιομηχανοποιημένου συστήματος μαζικής παραγωγής, ενώ μέσα από τράβελινγκ καταγράφεται η ρουτίνα της ομοιομορφίας και ο ευδιάκριτος διαχωρισμός της διαφοράς, όταν το μαύρο κοτοπουλάκι κάθεται απόμερα, από τη μάζα των κίτρινων νεοσσών. Εκτός εργοστασίου, το κινηματογραφικό κάδρο χαμηλώνει στο ύψος της κότας, με την ανθρώπινη παρουσία αποτραβηγμένη στο φόντο, παρακολουθώντας κυρίως πόδια και ελάχιστα τα πρόσωπα. Χώροι και άνθρωποι διαφαίνονται περιφερειακά, στο πίσω πλάνο, με την κάμερα διαρκώς να ακολουθεί την κότα, διαγράφοντας τις διαδρομές της, απ’ την εναγώνια φυγή της μέσα στο κατάστημα για να γλυτώσει από την αλεπού, ως το σπίτι του ταβερνιάρη, που αποκαλύπτεται μέσα από την περιπλάνηση της κότας. Αντίστοιχα γίνεται αντιληπτό, ότι ο γαμπρός του ταβερνιάρη ασχολείται με λαθρεμπόριο και διακίνηση, όταν η κότα βολτάρει στις αποθήκες, πότε γεμάτες με κούτες ηλεκτρικών οικοσκευών και πότε με μετανάστες. Οι παράνομες δραστηριότητες διαφαίνονται περιορισμένα, μέσω υποκειμενικής οπτικής, με τον θεατή να βλέπει ό,τι υποτίθεται ότι κοιτάει η κότα, μέσα από δυο ανοιγμένες τρύπες σε μια κούτα όπου βρίσκεται κλεισμένη. Προηγουμένως, σε μια επεισοδιακή βόλτα στην πόλη, βρίσκεται καταμεσής μιας διαδήλωσης, ανάμεσα σ’ ένα εξεγερμένο πλήθος που φωνάζει αντιεξουσιαστικά συνθήματα και τις πάνοπλες δυνάμεις καταστολής. Ενίοτε, όταν η κοτούλα αναρρώνει από εγκαύματα μέσα σε μια λεκάνη πάνω στο τραπέζι, καταγράφεται μέσα από γρήγορα ημικυκλικά πλάνα, περιστροφικά ολόγυρά της, το υποτιθέμενο πέρασμα του χρόνου κατά την ανακαίνιση της ψαροταβέρνας. Συχνά χρησιμοποιούνται επαναλαμβανόμενα κοντρ-πλονζέ όταν η κότα γεννοβολάει διαρκώς αυγά, ενώ απανωτά κοφτά -σχεδόν πανομοιότυπα- πλάνα καταγράφουν τη ρουτίνα μιας προδιαγεγραμμένης μοίρας, στο κοτέτσι.
Το γαϊδουράκι που περνάει τα πάνδεινα στην αριστουργηματική χριστιανική παραβολή «Στην Τύχη ο Μπαλταζάρ» (1966/Ρομπέρ Μπρεσόν), ενέπνευσε λίγα χρόνια πριν και τον 84χρονο τότε Γιέρζι Σκολιμόφσκι να καταγράψει στην ταινία του «ΕΟ» (2022), τις περιπέτειές ενός γαϊδαράκου που το σκάει απ’ το τσίρκο όπου τον εκμεταλλεύονταν, αποκαλύπτοντας μέσα από τα μάτια του ανυποψίαστου και αγνού ζώου καλοσύνη και σκληρότητα στη σύγχρονη Ευρώπη. Αντίστοιχα και ο Πάλφι επαναφέρει αυτού του είδους την προσωποποιημένη κινηματογράφηση, ταυτίζοντας το βλέμμα της κότας με το βλέμμα του θεατή, με συγκίνηση και μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Ο θεατής συμπάσχει με την αγωνία της κότας όταν τρέχει κακαρίζοντας για να μην φαγωθεί από ένα γεράκι και νιώθει την απελπισία της κάθε φορά που την επιστρέφουν ξανά στο κοτέτσι. Η αυξανόμενη ταχύτητα των εναλλασσόμενων πλάνων, όταν της παίρνουν τα αυγά και την κλωτσούν για να μην βγει από το περιφραγμένο κοτέτσι, δημιουργεί επαναλαμβανόμενο ρυθμό που αποτυπώνει ρουτίνα και απόγνωση, στα χνάρια της στυλιζαρισμένης σκηνοθεσίας του Αρονόφσκι στο «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» (2000).

Η πρωτότυπη μουσική του Ούγγρου έθνικ συνθέτη Ζόκε Ζάμπολτς εμπεριέχει παραδοσιακά μουσικά ηχοχρώματα, από βουλγάρικη λύρα γκαντούλκα, γυάλινο ξυλόφωνο, αφρικανικό καλίμπα και διάφορα κρουστά, πλάι σε τσέλο, κιθάρα, βιολί και σαξόφωνο, δημιουργώντας εύστοχα διακριτικό μουσικό σχόλιο στις αντιδράσεις της κοτούλας, πότε κρατώντας ψηλά την αγωνία όταν κινδυνεύει, πότε χαρίζοντας περιπαικτική νότα στις περιπλανήσεις της. Η ταινία απογειώνεται με την έξυπνη κωμική χρήση γνωστών μελωδιών και λαϊκών ασμάτων. Η εμφάνιση του κόκορα στο κοτέτσι υπογραμμίζεται κωμικά από το «Επίσημη αγαπημένη» (1968/ Γρηγόρη Μπιθικώτση), με στίχους ταιριαστούς στην υποτιθέμενη προτίμηση του σιτεμένου κόκορα για την νεοαφιχθείσα μαύρη κότα. Μάλιστα ο τρόπος που το τραγούδι εισάγεται με την εμφάνισή του, προσδίδει κύρος λες και εισέρχεται διάσημος τραγουδιστής στην πίστα. Αντίστοιχα, το λαϊκό τραγούδι «Τα μαύρα μάτια σου» (1977/Μανώλης Αγγελόπουλος) υποδηλώνει το ενδιαφέρον της μαύρης κότας, στη θέα του νέου κόκορα. Το αναγνωρίσιμο «Μπολερό» του Ραβέλ, στη χορωδιακή σουίνγκ εκδοχή του, από τους Swingle Singers, συγχρονίζεται άψογα ρυθμικά χαρίζοντας χιουμοριστική νότα στην καταγραφή της καταναγκαστικής ρουτίνας της πρωταγωνίστριας στο κοτέτσι, αναδεικνύοντας την αναπόφευκτη μοίρα της στην αιχμαλωσία. Καθόλου τυχαία, με την απόγνωση της κότας εναρμονίζεται και το εισαγωγικό χαϊκού του Ιάπωνα ποιητή Ίσα Κομπαγιάσι (1763-1827) «Ο κόσμος της δροσιάς είναι ο κόσμος της δροσιάς κι όμως, κι όμως…», που συμπυκνώνει υπαρξιακή ευθραυστότητα και αδυναμία αποδοχής της απώλειας, στιγματίζοντας με μακάβρια υπαρξιακή χροιά την ταινία, καθώς ο ποιητής είχε γράψει αυτούς τους στίχους θρηνώντας τον χαμό του μικρού παιδιού του.
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com
INFO
– 11ο Horrorant International film festival «Νύχτες Τρόμου», 17-30/9/2026, στο θερινό κινηματογράφο Όασις στο Παγκράτι.
– Στο θερινό Ριβιέρα στα Εξάρχεια διοργανώνεται αφιέρωμα στον Μπέλα Ταρ «Μπέλα Ταρ ‒ Μέχρι το τέλος του κόσμου», 17-23/9/2026, με 8 ταινίες του. Σάββατο 26/9/2026 θα προβληθεί από τις 17:30 στο Άστορ το 7μισάωρο «Σάταντάνγκο» (1994).





































































