Για πολλές δεκαετίες η έννοια της εξάρτησης αποτελούσε βασικό εργαλείο για την κατανόηση της νεοελληνικής κοινωνίας. Η Ελλάδα δεν προσδιοριζόταν απλώς ως καπιταλιστική χώρα, αλλά ως εξαρτημένη καπιταλιστική χώρα. Αυτό δήλωνε μια ιδιαίτερη ποιότητα του ελληνικού καπιταλισμού, έναν συγκεκριμένο τρόπο διαμόρφωσης της οικονομίας, του κράτους, της άρχουσας τάξης, της ταξικής διάρθρωσης, του πολιτικού συστήματος και των διεθνών σχέσεων της χώρας.
Η αντίληψη αυτή έχει σήμερα υποχωρήσει δραματικά, ακόμη και στο μεγαλύτερο τμήμα της Αριστεράς. Η «εξάρτηση» θεωρήθηκε σταδιακά παρωχημένη κατηγορία, κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, θεωρητική κατασκευή που υποτίθεται ότι υποβαθμίζει την ταξική πάλη, δεν κατανοεί τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου κ.ο.κ.
Μαζί με την εγκατάλειψη της έννοιας της εξάρτησης, μεταβάλλεται η ανάγνωση της νεοελληνικής ιστορίας, και φυσικά περιορίζεται ένα ολόκληρο πεδίο πολιτικών στόχων: εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, ανάκτηση βαθμών οικονομικής-πολιτικής κυριαρχίας, αποσύμπλεξη από ιμπεριαλιστικούς ιστούς και δίκτυα ελέγχου και χειραγώγησης, αποδέσμευση από μηχανισμούς που περιορίζουν τη συλλογική δυνατότητα και ικανότητα επιλογής της ελληνικής κοινωνίας.
Εξάρτηση και μεταπρατικός χαρακτήρας
Η Ελλάδα είναι αναμφίβολα καπιταλιστική χώρα. Αυτό όμως δεν αρκεί για να περιγράψει την ιστορική της συγκρότηση. Ο ελληνικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε σε στενή σχέση με τα ισχυρά διεθνή κέντρα, μέσα από ιδιαίτερες μορφές διαμεσολάβησης, μεταπρατισμού και εξωτερικής εξάρτησης. Η εγχώρια αστική τάξη δεν υπήρξε «θύμα» αυτής της σχέσης: αποτέλεσε οργανικό φορέα της, επωφελήθηκε από αυτήν.
Γι’ αυτό οι όροι «καπιταλιστική» και «εξαρτημένη» δεν έχουν το ίδιο ειδικό βάρος. Η εξάρτηση επηρεάζει την ποιότητα και τις μορφές που παίρνει ο ίδιος ο καπιταλισμός στην Ελλάδα, τη διάρθρωση της οικονομίας, τις κρίσεις της, την πολιτική υπερδομή και το ιδεολογικό και πολιτιστικό πλέγμα της κοινωνίας.
Η εξάρτηση ως ποιότητα δεν είναι ακίνητη. Εκσυγχρονίζεται, προσαρμόζεται. Ο μεταπρατισμός γνωρίζει πολλές μεταμορφώσεις, χωρίς να χάνεται η ουσία του. Η μεταπολεμική Ελλάδα της οικοδομής, των άδηλων πόρων, των μεταναστευτικών εμβασμάτων και μιας προστατευμένης βιομηχανίας, είναι πλέον η Ελλάδα του ευρώ, των logistics, των ιδιωτικοποιημένων υποδομών, της πράσινης μετάβασης, των data centers και της επιδιωκόμενης μετατροπής της χώρας σε ενεργειακό, διαμετακομιστικό και στρατιωτικό κόμβο.
Υπάρχει όμως συνέχεια μέσα στην αλλαγή: η παραγωγική δομή και οι βασικές επιλογές της χώρας εξακολουθούν να διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό μέσα σε ένα σύστημα διεθνών ιεραρχήσεων και εσωτερικών κοινωνικών συμφερόντων που αναπαράγει έναν εκσυγχρονισμένο μεταπρατισμό, κάτι σαν μεταπρατισμό 2.0. Η χώρα αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο όχι ως επικράτεια με κυριαρχία, αλλά ως κόμβος διεθνών ροών. Το παράδοξο είναι ότι η «απεδαφικοποίηση» των ροών απαιτεί μια εντονότατη επανεδαφικοποίηση των υποδομών. Το κρίσιμο επομένως ζήτημα γίνεται ποιος ελέγχει το έδαφος, τους κόμβους και τις ροές, και προς όφελος ποιας στρατηγικής. Περνάμε έτσι από τον κλασικό μεταπράτη-μεσάζοντα μιας περασμένης εποχής, σε χώρα ή χώρο-μεσάζοντα / χώρα-κόμβο.
Ο Μοσκώφ και μια χαμένη σύνθεση
Ο Κωστής Μοσκώφ (1939-1998) υπήρξε ένας από τους πιο προικισμένους αριστερούς διανοητές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, και βασικός θεωρητικός για τον «μεταπρατικό χώρο». Είχε επάρκεια θεωρητική αλλά και διαίσθηση, θέτοντας μάλιστα στην κριτική του και τον θετικισμό. Το 1978, σχολιάζοντας με αξιοσημείωτη καθαρότητα τη «σημαντική ιστοριογραφική και κοινωνιολογική παραγωγή που πραγματοποιείται πρόσφατα», επισημαίνει μια «κύρια αδυναμία» της:
«Παραβλέπει την κυριαρχική σημασία των δομών της εξάρτησης μέσα στο γίγνεσθαι της νεοελληνικής κοινωνίας, παραβλέπει την κυριαρχική αντίθεση που αναπτύσσεται ανάμεσα στις μεγάλες μάζες του λαού μας, από τη μια πλευρά, και στην αναπτυγμένη Δύση, συλλογική μας μητρόπολη, από την άλλη. Παραβλέπει πως η κυριαρχική αυτή κοινωνική αντίθεση της εξάρτησης χαρακτηρίζει το σύνολο των κοινωνικών δομών της χώρας σε όλα τα επίπεδα κίνησης της ζωής, τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο στο πεδίο της πολιτικής και στο πεδίο της ιδεολογίας. Η εξάρτηση είναι συστατικό δομικό στοιχείο της νεοελληνικής κοινωνίας».
Όμως ο Μοσκώφ δεν σταματούσε εκεί. Απέρριπτε ταυτόχρονα έναν λαϊκισμό που υποβάθμιζε τις ταξικές αντιθέσεις, επισημαίνοντας ότι η εξάρτηση «πραγματοποιείται μέσα από εσωτερικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας» και ότι η άρχουσα τάξη είναι αστική τάξη, έστω «ιδιόμορφη, εμπορομεσιτική, μεταπρατική στο σύνολό της». Εδώ βρίσκεται μια σύνθεση που σε μεγάλο βαθμό χάθηκε: Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στην εξάρτηση και την ταξική πάλη. Η εξάρτηση πάντα διαμεσολαβείται από κοινωνικές τάξεις, οικονομικές ελίτ, πολιτικούς μηχανισμούς, κρατικές δομές και συγκεκριμένα συμφέροντα.
Η σταδιακή εγκατάλειψη της ποιότητας εξάρτηση
Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αρχίζει, χωρίς τυμπανοκρουσίες, η εγκατάλειψη της ποιότητας εξάρτηση. Στη δεκαετία του 1980 η εξέλιξη επιταχύνεται. Το ΠΑΣΟΚ εγκαταλείπει στην πράξη τα συνθήματα για ΕΟΚ και αμερικανικές βάσεις. Παράλληλα, από τμήματα της Αριστεράς ασκείται επίθεση στις «θεωρίες της εξάρτησης». Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η θεωρία της «ιμπεριαλιστικής αλυσίδας» και αργότερα η έννοια της αλληλεξάρτησης χρησιμοποιούνται για να υποστηριχθεί ότι δεν έχει πλέον νόημα να μιλάμε για εξαρτημένες καπιταλιστικές χώρες.
Με την περεστρόικα (Γκορμπατσόφ κ.λπ.) προστίθεται η θεωρία της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης: όλοι βρισκόμαστε στο ίδιο πλοίο, η επιστημονικοτεχνική επανάσταση μεταβάλλει τους παλιούς διαχωρισμούς, τα εθνικά όρια χάνουν τη σημασία τους κ.ο.κ. Μετά το 1989, η παγκοσμιοποίηση και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή την οπτική.
Στην Ελλάδα η «ευρωπαϊκή σύγκλιση» γίνεται μια νέα Μεγάλη Ιδέα. Η ένταξη στην ΟΝΕ, το ευρώ, οι Ολυμπιακοί Αγώνες και η οικονομική επέκταση στα Βαλκάνια παρουσιάζονται ως αποδείξεις οριστικής αναβάθμισης της χώρας. Η Χρεοκοπία του 2010 θα έπρεπε τουλάχιστον να προκαλέσει μια ριζική επανεξέταση αυτών των βεβαιοτήτων…
Η ιδιαίτερη περίπτωση του ΚΚΕ
Στο 15ο Συνέδριο (1996) η στρατηγική του ΚΚΕ συγκροτούνταν γύρω από ένα «αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό μέτωπο», ενώ στο 17ο Συνέδριο (2005) μιλούσε για τις «πολιτικοστρατιωτικές εξαρτήσεις της χώρας» και την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Σταδιακά όμως διαμορφώνει μια διαφορετική θεωρητική αρχιτεκτονική. Στο 19ο Συνέδριο (2013) η Ελλάδα εντάσσεται στο ιμπεριαλιστικό σύστημα ως καπιταλιστική χώρα με ενδιάμεση θέση, ενώ οι διεθνείς σχέσεις προσεγγίζονται μέσα από την ανισόμετρη ανάπτυξη και την αλληλεξάρτηση.
Η μετατόπιση αυτή έχει συνέπειες και στην ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της δικτατορίας του 1967. Το 2021 το ΚΚΕ αναφέρει ότι η δικτατορία είχε «την ανοχή και στήριξη των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ», υποστηρίζει όμως ταυτόχρονα ότι «γεννήθηκε κυρίως» από την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος και τις εσωτερικές αντιθέσεις. Το ΚΚΕ συχνά αναφέρεται στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αλλά το ουσιαστικό είναι ότι μεταβάλλει τη θέση του αμερικανικού παράγοντα μέσα στην αιτιακή ερμηνεία των εξελίξεων στην Ελλάδα για μεγάλη περίοδο. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι η μεταπολεμική κρατική και στρατιωτική συγκρότηση της Ελλάδας πραγματοποιήθηκε μέσα στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας, και συνεχίζεται ακόμα πιο έντονα.
Το ευρύτερο πρόβλημα είναι τι συμβαίνει όταν εγκαταλείπονται οι ενδιάμεσοι πολιτικοί στόχοι που προέκυπταν από την ιδιαίτερη θέση της χώρας. Αν κάθε στόχος εθνικής ανεξαρτησίας, παραγωγικής ανασυγκρότησης, ανάκτησης κυριαρχίας ή αποδέσμευσης θεωρείται ανεπαρκής επειδή δεν αποτελεί αυτομάτως σοσιαλισμό, δημιουργείται ένα μεγάλο πολιτικό κενό ανάμεσα στους καθημερινούς αγώνες και στην τελική ανατροπή του καπιταλισμού. Η επαναστατική φρασεολογία μπορεί τότε, παραδόξως, να συνυπάρχει με έναν πρακτικό συστημισμό, μια προσαρμοστικότητα εντός του πολιτικού συστήματος, μια αυτοαναφορική περιχαράκωση και την απουσία συγκεκριμένης εναλλακτικής πρότασης διάνοιξης δρόμων.
Η δοκιμασία του 2010
Η ελληνική Χρεοκοπία του 2010 υπήρξε ίσως η μεγαλύτερη δοκιμασία της θεωρίας ότι η εξάρτηση είχε χάσει την αναλυτική της αξία. Επειδή στην ουσία όχι μόνο ανατινάχθηκε το εξαρτημένο μεταπρατικό μοντέλο, αλλά η υποβάθμιση που επιβλήθηκε έγινε με όρους που θυμίζουν οργανική αποικία και όχι κυρίαρχη χώρα. Όσα λέγονταν περί «πειραματόζωου» ήταν ασκήσεις νέων καθεστωτικών μοντέλων για πολλές ενδιάμεσες χώρες.
Μια χώρα της Ευρωζώνης βρέθηκε υπό καθεστώς δανειακών συμβάσεων, Μνημονίων, Τρόικας, επιτήρησης και εξωτερικά προσδιορισμένων δεσμεύσεων, με δραστικό περιορισμό των βαθμών οικονομικής κυριαρχίας. Κι όμως, μεγάλο μέρος της Αριστεράς διάβασε τα Μνημόνια πρωτίστως ως ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική και μηχανισμό εσωτερικής υποτίμησης της εργατικής δύναμης. Αυτά ασφαλώς υπήρχαν. Αρκούσαν όμως για να εξηγήσουν τι είχε συμβεί;
Η Ελλάδα δεν υπέστη απλώς μια σκληρή ταξική πολιτική. Βρέθηκε σε μια σχέση στην οποία οι δυνατότητες άσκησης δημοσιονομικής, νομισματικής και ευρύτερης οικονομικής πολιτικής περιορίστηκαν δραστικά. Η κρίση επομένως έθεσε ξανά το ερώτημα της κυριαρχίας, όχι ως αφηρημένης εθνικής αυτάρκειας αλλά ως πραγματικής δυνατότητας μιας κοινωνίας να αποφασίζει για βασικές πλευρές της πορείας της.
Η εξάρτηση στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης, των ροών και των αναδασμών
Δεν μπορούμε σήμερα να επιστρέψουμε μηχανικά στις θεωρίες της εξάρτησης των δεκαετιών του 1960-1970. Ο κόσμος μέσα στον οποίο διαμορφώθηκαν έχει αλλάξει. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε ένα πυκνό πλέγμα αλυσίδων παραγωγής και αξίας, χρηματοπιστωτικών ροών, ενεργειακών δικτύων, εμπορικών δρόμων, τεχνολογικών συστημάτων, ψηφιακών υποδομών και μετακινήσεων ανθρώπων. Η παραγωγή ενός προϊόντος μπορεί να διασπάται σε πολλές χώρες, το κεφάλαιο να μετακινείται σε ελάχιστο χρόνο, και κρίσιμες υποδομές μιας χώρας να ελέγχονται από επιχειρήσεις και κέντρα αποφάσεων που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Για ένα διάστημα αυτή η πραγματικότητα διαβάστηκε ως πορεία προς έναν κόσμο αυξανόμενης «αλληλεξάρτησης», στον οποίο οι παλιές έννοιες της εθνικής οικονομίας, της κυριαρχίας και τελικά της ίδιας της εξάρτησης θα έχαναν βαθμιαία τη σημασία τους. Οι εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών έδειξαν όμως κάτι διαφορετικό: Οι παγκόσμιες ροές και αλυσίδες δεν κατάργησαν τις σχέσεις ισχύος. Έγιναν οι ίδιες πεδία άσκησης ισχύος.
Σήμερα η παγκοσμιοποίηση συνυπάρχει με έναν οξύτατο γεωπολιτικό και οικονομικό ανταγωνισμό. Πόλεμοι, κυρώσεις, ενεργειακές κρίσεις, ανταγωνισμός για πρώτες ύλες και τεχνολογική υπεροχή, έλεγχος θαλάσσιων δρόμων, αναδιάταξη παραγωγικών αλυσίδων και δημιουργία νέων οικονομικών και γεωπολιτικών συσπειρώσεων συγκροτούν ένα περιβάλλον συνεχών ανακατατάξεων. Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ευρύτερο αναδασμό.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, το ζήτημα της εξάρτησης επανέρχεται με νέους όρους, χωρίς να εξαφανίζεται η ποιότητα που φέρει. Ακόμα κι όταν μια χώρα συμμετέχει στις διεθνείς ροές, το κρίσιμο είναι με ποιους όρους συμμετέχει: Ποιος ελέγχει τις στρατηγικές της υποδομές; Πόσο εξαρτάται ενεργειακά, τεχνολογικά και παραγωγικά; Ποιος αποφασίζει για τις βασικές οικονομικές της επιλογές; Πόσο μπορεί να διαφοροποιήσει τις διεθνείς της σχέσεις; Πόσο ευάλωτη είναι σε διακοπές αλυσίδων, κυρώσεις ή γεωπολιτικές πιέσεις; Τι παράγει η ίδια και τι αναγκάζεται να εισάγει; Και κυρίως: διαθέτει τη δυνατότητα να αλλάξει τη θέση που της έχει αποδοθεί στον διεθνή καταμερισμό;
Εδώ βρίσκεται το σύγχρονο περιεχόμενο της έννοιας «βαθμοί κυριαρχίας». Απόλυτη κυριαρχία ή καλύτερα ανεξαρτησία στον σημερινό κόσμο, έστω με τους όρους των δεκαετιών του 1970 ή 1980, είναι μη δυνατή. Υπάρχουν όμως, και το βλέπουμε, μεγάλες διαφορές στη δυνατότητα των κρατών και των κοινωνιών να καθορίζουν την πορεία τους. Υπάρχουν δυνατότητες βαθμών κυριαρχίας και επιλογών με βάση εθνικοκοινωνικά σχέδια και συμφέροντα.
Το ελληνικό Υπαρξιακό Πρόβλημα
Αυτά τα ζητήματα για την Ελλάδα λαθεμένα θεωρούνται αφηρημένη θεωρητική συζήτηση. Η χώρα εισέρχεται στις μεγάλες ανακατατάξεις της εποχής έχοντας ήδη πίσω της τη Χρεοκοπία, τα Μνημόνια, την παραγωγική αποδιάρθρωση και μια μακρά διαδικασία προσαρμογής στις ευρωπαϊκές και δυτικές στρατηγικές. Σήμερα προωθείται με επιταχυνόμενους ρυθμούς μια συγκεκριμένη θέση της Ελλάδας στον νέο διεθνή καταμερισμό: χώρα-κόμβος ενέργειας και μεταφορών, logistics, τουρισμού, υπηρεσιών και ψηφιακών υποδομών, αλλά συγχρόνως στρατηγικός και στρατιωτικός κόμβος της Δύσης.
Η Ελλάδα προσαρμόζεται στο νέο πλαίσιο, και προσαρμοζόμενη χάνει την υπόστασή της μετατρεπόμενη σε «χώρο». Λείπει καθολικά ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής, κοινωνικής και γεωπολιτικής συγκρότησης αφού η χώρα προσαρμόζεται για ακόμη μία φορά στις ανάγκες και στις προτεραιότητες άλλων κέντρων. Και πρακτικά μένει απροστάτευτη στους 4 ανέμους… Διότι μπορεί να γίνει κόμβος μεγάλων ροών, χωρίς όμως να τις ελέγχει. Μπορεί να φιλοξενεί στρατηγικές υποδομές χωρίς να καθορίζει τη στρατηγική στην οποία εντάσσονται. Μπορεί να αποκτά αυξημένη γεωπολιτική χρησιμότητα (για άλλους βέβαια), αλλά χωρίς αντίστοιχη αύξηση της δυνατότητάς της να χαράζει ανεξάρτητη πολιτική.
Γι’ αυτό το σωστό διάβασμα του τι είναι σήμερα η Ελλάδα αποκτά κεντρική στρατηγική σημασία. Αν η διάγνωση είναι λανθασμένη, λανθασμένος θα είναι αναγκαστικά και ο προσανατολισμός.
Για μια στρατηγική εθνικής και κοινωνικής χειραφέτησης
Το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας τίθεται επομένως μέσα σε αυτό το νέο διεθνές τοπίο. Αφορά τη δυνατότητα της ελληνικής κοινωνίας να συμμετέχει στον σύγχρονο κόσμο με σημαντικούς βαθμούς κυριαρχίας, και όχι μια επιστροφή σε κάποια φαντασιακή εθνική αυτάρκεια, ούτε μια απομόνωση της Ελλάδας.
Αυτό απαιτεί σχέδιο. Που να προάγει την παραγωγική ανασυγκρότηση, τη διατροφική και ενεργειακή ασφάλεια, τις τεχνολογικές και επιστημονικές δυνατότητες, τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών, τη δημογραφική και περιφερειακή ανασυγκρότηση, τη δυνατότητα πολυδιάστατων διεθνών σχέσεων, τη δημοκρατική συμμετοχή – και μια κοινωνική συμμαχία ικανή να στηρίξει μια τέτοια πορεία. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους σε μια χώρα σαν την Ελλάδα (και με βάση την ιστορία της και τη διαμόρφωσή της) το εθνικό και το κοινωνικό στοιχείο είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένα.
Μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ανάκτηση βαθμών κυριαρχίας με αμετάβλητη μια κοινωνική και οικονομική δομή που αναπαράγει τον μεταπρατισμό και την εξάρτηση; Φυσικά και όχι. Ούτε μπορεί να υπάρξει βαθιά κοινωνική αλλαγή χωρίς να αμφισβητηθούν οι διεθνείς δεσμεύσεις και οι εξωτερικοί καταναγκασμοί που καθορίζουν το πεδίο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται.
Είναι λάθος η εθνική και η κοινωνική χειραφέτηση να θεωρούνται δύο διαδοχικά «στάδια». Αποτελούν δύο αλληλένδετες όψεις της ίδιας στρατηγικής πορείας. Μιας πορείας που επιδιώκει κάτι πολύ συγκεκριμένο: να διευρύνει τη συλλογική δυνατότητα και ικανότητα επιλογής της ελληνικής κοινωνίας. Να μετατρέψει δηλαδή την Ελλάδα από χώρα που κυρίως προσαρμόζεται στους διεθνείς αναδασμούς, σε χώρα που διαθέτει σχέδιο για τη θέση της στον σύγχρονο κόσμο.
Άρα το ζήτημα της εξάρτησης παύει να αποτελεί μια παλιά θεωρητική διαμάχη της Αριστεράς. Συνιστά, με σύγχρονους όρους, ένα από τα κεντρικά ερωτήματα του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας: Τι Ελλάδα διαμορφώνεται μέσα στον μεγάλο αναδασμό του 21ου αιώνα; Και ποια κοινωνική και πολιτική δύναμη μπορεί να αγωνιστεί για μια διαφορετική Ελλάδα, με σημαντικούς βαθμούς κυριαρχίας, κοινωνικής συνοχής, δημοκρατίας και συλλογικής δυνατότητας επιλογής;
Αν θέλουμε να ξεπεράσουμε την εθνική και κοινωνική μας αλλοτρίωση, το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί.



































































