Σημειώματα για το κενό υποκειμένου στην Ελλάδα
Μέχρι τώρα, στα δύο προηγούμενα σημειώματα (Μέρος Α’, Μέρος Β‘), αναφερθήκαμε στο «κενό υποκειμένου» ως το βασικό και κεντρικό πρόβλημα της σύγχρονης εποχής, αλλά και κρίσιμο για την απάντηση του Υπαρξιακού Προβλήματος. Τονίσαμε τη δυσκολία που έχει η προσπάθεια κάλυψης αυτού του κενού, και θέσαμε ορισμένες βασικές μεθοδολογικές προδιαγραφές, όπως: την οραματική προβολή και τη σημασία της, τις έννοιες της «χώρας», του εθνοκρατικού και εθνοκοινωνικού στοιχείου, τις δύο «μεγάλες εγκαταλείψεις» (της ποιότητας της εξάρτησης/μεταπρατισμού, και του κοινωνικού ζητήματος από ουσιαστική πλευρά). Το δεύτερο σημείωμα κατέληγε ως εξής:
«Στη χώρα μας ο συνδυασμός των δύο “εγκαταλείψεων” θέτει ειδικά καθήκοντα και προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός πραγματικού Υποκειμένου και τη διατύπωση θέσεων και ουσίας ενός μεγάλου Ριζοσπαστικού Ρεαλισμού. Το έδαφος της Πολιτικής (σκόπιμα με κεφαλαίο Π) και του Πολιτικού Κινήματος και της σημασίας του, έρχονται στο επίκεντρο των μεθοδολογικών προϋποθέσεων του Ριζοσπαστικού Ρεαλισμού. Με αυτά θα ασχοληθούμε στο 3ο σημείωμα». Το κάνουμε με τις σημειώσεις που ακολουθούν.
Η «παράγκα» της πολιτικής και η Πολιτική
Η πολιτική που μας προσφέρεται σήμερα είναι κυρίως μέσω της «παράγκας» της, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τις διεργασίες που διαπερνούν το πολιτικό στοιχείο στις σύγχρονες συνθήκες. Για να ξεκαθαρίσουμε το ζήτημα αυτό, κυρίαρχη αντίληψη για την πολιτική είναι: τα κόμματα όπως αυτά υπάρχουν, οι εκλογές όπως και όποτε αυτές γίνονται και μέσω διαφορετικών εκλογικών συστημάτων, η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση, το κοινοβούλιο. Πιο ραφιναρισμένες αντιλήψεις θα ισχυριστούν ότι «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού», ενώ η πιο διαδεδομένη άποψη θα υποστηρίξει ότι «η πολιτική είναι ένα βρώμικο πράγμα», άρα καλά κάνουμε και κρατάμε αποστάσεις από αυτήν ή δεν μας αφορά.
Ο όρος «παράγκα» προέρχεται από τον χώρο του ποδοσφαίρου και είναι μια μεταφορική έκφραση που καθιερώθηκε για να περιγράψει ένα σκοτεινό, εξωθεσμικό σύστημα ελέγχου και διαφθοράς. Άρα, όταν λέμε ότι η πολιτική μάς προσφέρεται σήμερα με τη μορφή της «παράγκας», εννοούμε ένα μεγάλο «άδειασμα» της σφαίρας της πολιτικής από κάθε ουσιαστική συμμετοχή ή κινητοποίηση μέσω μεγάλων ιδεών, και μια άμεση υπαγωγή της στην «αγορά» ή τις «αγορές» (τα νεοφιλελεύθερα οικονομικά και ολιγαρχικά κέντρα) που αλώνουν κατάφωρα το πεδίο της πολιτικής και του πολιτικού συστήματος.
Η πολιτική σήμερα υπάρχει μαζί με την «παράγκα» της: τη γραφειοκρατία, τα προνόμια, τη διόγκωση του παρασιτισμού, τις διαστροφές της, τη διαφθορά, την αλλοτρίωσή της. Σήμερα στην κοινή αίσθηση βιώνεται ως τέτοια, κι όχι ως μια διαδικασία εν δυνάμει σημαντική για την απελευθέρωση και την ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας. Η αποστροφή προς την πολιτική από ευρύτατες μάζες έχει σχέση με την κύρια μορφή που αυτή υπάρχει στις παρούσες συνθήκες, και φυσικά με το γεγονός ότι το σύστημα δεν χρειάζεται πλέον τις μάζες, οπότε τις περιορίζει σε μια τυπική συμμετοχή δια της εκλογικής διαδικασίας (αν δεν αποθαρρύνει ακόμα και αυτή τη συμμετοχή). Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε αναφορικά με την πολιτική.
Αν όμως κάνουμε λόγο για Πολιτική (με κεφαλαίο Π), σημαίνει πως αυτό το πεδίο της κοινωνικής ζωής έχει μια μεγάλη –ίσως αποφασιστική– σημασία για την κοινωνία και για μια χώρα. Είναι ένα τεράστιο πεδίο έκφρασης και συγκρότησης, είναι ένα πεδίο «μεταποίησης» (μετασχηματισμού, μεταμόρφωσης) της πραγματικότητας, είναι το πιο ουσιαστικό και δυναμογόνο «όπλο» των υποτελών στρωμάτων και τάξεων σε μια κοινωνίας. Είναι ό,τι πιο απαραίτητο σε μια σύνθετη διαδικασία συγκρότησης ενός συλλογικού Εμείς, κάλυψης του κενού Υποκειμένου που διαπερνά σήμερα τη χώρα μας.
Ορίζοντας την Πολιτική (με κεφαλαίο Π)
Η πολιτική δεν είναι το άθροισμα 2-3 συνθημάτων, ούτε περιορίζεται στην εκφώνηση μιας γραμμής από ένα κόμμα. Είναι πολύ περισσότερα πράγματα: ως πεδίο δομικό της κοινωνίας, ως διαμεσολάβηση, ως διαδικασία, έχει φορείς ανθρώπους, άτομα, συλλογικότητα, έχει (ή αποτελείται και από) στόχους, επιθυμίες, προϋποθέσεις.
Η έννοια της διαμεσολάβησης –ως μιας βασικής λειτουργίας της πολιτικής– δεν αφορά απλά την έκφραση συμφερόντων (που περιορίζει την οπτική σε μια οικονομίστικη θεώρηση). Εμπεριέχει έντονα το στοιχείο της «μεταποίησης», και δεν είναι μια απλή διαμεσολάβηση από το αρχικό στο τελικό. Η ίδια η διαμεσολάβηση μεταποιεί την όλη διαδικασία, και μέσα στη μεταποίηση υπάρχει η δημιουργικότητα, η πρωτοτυπία, εν τέλει η αυτονομία της πολιτικής.
Στη βάση της διαμεσολάβησης, όπως την ορίσαμε ως μεταποιητική διαδικασία, διαμορφώνεται και η υπερβατικότητα σαν στοιχείο της πολιτικής. Για παράδειγμα, είναι άλλο ο εργάτης (σαν προϊόν του ίδιου του κεφαλαίου) και είναι άλλο πράγμα η εργατική τάξη (για τον εαυτό της). Είναι άλλο ο πληθυσμός μιας χώρας ή τα λαϊκά και πληττόμενα στρώματα, και άλλο ένας λαός συγκροτημένος σε Υποκείμενο, πρωταγωνιστής μιας κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής. Η Πολιτική κάνει υπέρβαση (λειτουργεί υπερβατικά) επενεργώντας στην τροποποίηση αυτού που υπάρχει σε αυτό που θέλει να πετύχει. Δεν είναι απλά «η τέχνη του εφικτού».
Συνεπώς, η διαμεσολάβηση είναι μια πιο γενικευμένη έννοια, και δεν περιορίζεται στην απλή έκφραση ταξικών συμφερόντων. Αυτό που αναζητάμε δια της Πολιτικής δεν είναι η αγνή και ατόφια ταξική εκπροσώπηση, αλλά να εκφραστεί και να πάρει υπόσταση ό,τι καλύτερο βγάζει η χώρα, αυτή η κοινωνία, ο ανθός της. Αυτό ακριβώς οφείλει να εκφράσει και να εκπροσωπήσει η πολιτική διαμεσολάβηση σε κάθε ιδιαίτερη φάση συγκρότησης και ύπαρξης της κοινωνίας (ο άνθρωπος ως «κοινωνικόν και πολιτικόν ζώον», κατά Αριστοτέλη). Συγκρότηση (δια της πολιτικής σε όλα τα πεδία) όλου αυτού που υπάρχει μέσα στην κοινωνία σε θολή, «χύμα» κατάσταση, σε Πολιτεία. Διαμεσολαβούμε δια της Πολιτικής για να αναχθεί το άτομο σε συλλογικότητα, σε κοινότητα. Έτσι συγκροτείται το «εμείς ο λαός» σε συλλογικότητα με οντότητα, σε Κοινωνία.
Πολιτική, Ιδεολογία, Συνείδηση
Η Πολιτική επίσης, και κυρίως, σημαίνει μάχη σε επίπεδο νοήματος, αξιών, οράματος, ιδεολογίας. Είναι δηλαδή τόπος και τρόπος συγκρότησης του φαντασιακού στοιχείου μιας κοινωνικής συγκρότησης. Δεν μπορούμε να φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς Πολιτική. Η Πολιτική συγκροτεί και συμβάλλει στη δυνατότητα (στις δυνατότητες) μιας εποχής, και κυρίως στη συνειδητή δράση των ανθρώπων. Η Πολιτική υπάρχει δηλαδή μέσα από υποκειμενική σκοπιά (ταξική) και συνδέεται πάντα με το Υποκείμενο διαμέσου της Συνείδησης. Η Πολιτική συνεπώς (και κατηγορηματικά) δεν είναι απλά μια βαθμίδα πάνω στην οικονομία, όπως θέλει να την απλοποιήσει ο οικονομικός ντετερμινισμός.
Υπάρχει δομική σχέση ανάμεσα σε Πολιτική και Ιδεολογία. Η Πολιτική δένεται με ιδέες και δίνεται μέσα από αυτές. Γίνεται κατακτήσιμη μέσα από όραμα, αφήγημα, παραμυθία, συναισθήματα ανθρώπων και μαζών, μέσα από πάθος, φλόγα, ψυχή. Μας προσφέρονται δεμένα και ενιαία η Πολιτική και η Ιδεολογία. Βλέπουμε την Πολιτική ως διαδικασία στην εξέλιξή της και τις αντιφάσεις της, όπως η δημοκρατία μας δίνεται ως διαρκής εκδημοκρατισμός, και η κοινωνική χειραφέτηση ως διαρκής μετάβαση. Δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα αλλιώς. Επομένως η Πολιτική προσφέρεται για εμάς (και όχι μόνο για εμάς) ως διαρκής πολιτικοποίηση.
Η Πολιτική (και η πολιτικοποίηση) συνδέεται με τη συνείδηση, ως σωρεύσεις στη συνείδηση ατόμων, ομάδων, τάξεων, λαών, ως συνειδητοποίηση, ως διεργασία κι όχι ως κάτι τελεσίδικο και παγιωμένο. Η συνειδητοποίηση αφορά μια διαδικασία αναστοχαστικότητας γύρω από τον εαυτό του κάθε ατόμου και συλλογικότητας, γύρω από την Πράξη (Πολιτική) με την οποία αγωνιζόμαστε για την επίτευξη στόχων. Επομένως η Συνείδηση και η συνειδητοποίηση είναι ζήτημα του Υποκειμένου (ατομικού ή συλλογικού) και φέρει πάντα την υποκειμενική σφραγίδα. Η πολιτικοποίηση από την πλευρά της συνείδησης είναι το πιο πολύτιμο και παράλληλα το πιο εύθραυστο πράγμα σε όλη τη διαδικασία. Δηλαδή δεν είναι κάτι οριστικά κατακτημένο.
Αλλά το πολιτικό πεδίο δεν είναι μια αφαίρεση
Το πολιτικό πεδίο, το πολιτικό σκηνικό, η πολιτική σφαίρα, υπάρχει αντικειμενικά, και εκφράζει σε κάθε κοινωνία έναν συγκεκριμένο ταξικό πολιτικό συσχετισμό. Η Πολιτική όπως την ορίζουμε δεν προϋπάρχει. Πρέπει να «εφευρεθεί» από την ίδια την κοινωνία και τον λαό της.
Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική ως αντικειμενικό πεδίο επενδύει στο κράτος, την εξουσία, τους μηχανισμούς, την αγορά και την επιχείρηση, παίζοντας κυρίως ένα συγκροτητικό, νομιμοποιητικό και κανονιστικό ρόλο. Η Πολιτική επενδύει όμως στη χειραφέτηση των ανθρώπων, στη συγκρότηση ανταγωνιστικών υποκειμένων, τάξεων, λαών, εθνών. Επενδύει επομένως και στην κίνησή τους δια των κινημάτων, κοινωνικών και πολιτικών. Αν η πολιτική ήταν απλά και μόνο μια βαθμίδα του κράτους, δεν θα μπορούσαμε να ορίσουμε και να κατανοήσουμε έννοιες όπως «ριζοσπαστισμός», «θέλω του λαού», αμφισβήτηση, πολιτικοποίηση, συνείδηση.
Άλλο λοιπόν η τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ κομμάτων ή μερίδων που ανταγωνίζονται για τον σφετερισμό του κράτους και τη νομή της εξουσίας, και εντελώς άλλο μια Πολιτική που τείνει προς τη χειραφέτηση, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ελευθερία, την πραγματική δημοκρατία. Το πεδίο της πάλης όμως είναι κοινό: κράτος, οικονομία, εθνοκρατική συγκρότηση, ταξικός συσχετισμός, χώρα, Τόπος.
Η Πολιτική (ως μεταποιητική διαμεσολάβηση) οφείλει να πάρει διαζύγιο από τον αυτοματισμό, την απλοποίηση, τον αναγωγισμό. Ιδιαίτερα σήμερα απαιτεί συνείδηση και αναγνώριση της πολυπλοκότητας και συνθετότητας και ικανότητα να τοποθετήσεις τον εαυτό σου στο «κουβάρι», να ορίσεις τη θέση σου και τον ρόλο σου. Η διαμεσολάβηση, άλλωστε, συνδέει το σήμερα, το πραγματικό, με κάτι άλλο: με το αναγκαίο ενδιάμεσο βήμα στη μεταβολή και στον μετασχηματισμό του, σε αυτό που επιδιώκεται. Με τη διαμεσολάβηση δεν επενδύουμε στο αρχικό, αλλά στον μετασχηματισμό του.
Τέσσερις αναγκαίες συμπληρώσεις
1. Κεντρικό ζήτημα ουσίας για τη δική μας οπτική και ιδεολογία για την Πολιτική: η Πολιτική πρέπει να είναι προσφορά κι όχι πηγή απόλαυσης προς ίδιον όφελος (το τσαρδί, το μαγαζί, η συντεχνία, το κόμμα για τον εαυτό του). Η Πολιτική πρέπει να γίνει αποτελεσματική προσφορά στο σύνολο, και όχι ιδιοτελής υπόθεση. Πρόκειται για μια θεμελιώδη διαφορά με την κυρίαρχη σήμερα έννοια της πολιτικής όπως την κατανοούν οι κυρίαρχες (κι όχι μόνο) τάξεις.
2.Η Πολιτική δεν υπάρχει εφ’ εαυτού της, αλλά χρειάζεται την ιδιαίτερη νεύρωσή της, δηλαδή τη δημιουργία και κατάκτηση προϋποθέσεων. Η πολιτική είναι και διαρκής δημιουργία προϋποθέσεων για την επίτευξη των στόχων. Δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτές.
3. Πολιτική και ηθική: Για μεγάλο διάστημα η κυρίαρχη πολιτική συνδέονταν με την παράδοση (πατρίς-θρησκεία-οικογένεια) και παρουσιάζονταν σαν θεματοφύλακας των παραδοσιακών αξιών. Στη συνέχεια ο εκσυγχρονισμός-θετικισμός θεώρησε βαρίδι την ηθική που απέρρεε από τις παραδοσιακές αξίες, και έριξε το σύνθημα «έξω η ηθική από την πολιτική». Ο πραγματισμός κι ο ωφελιμισμός, μαζί με την τεχνοπολιτική και τη διαχείριση, προσέδωσαν σταδιακά στην πολιτική ένα κέλυφος απανθρωπιάς. Σήμερα προβάλλει πανταχόθεν η απαίτηση της επανηθικοποίησης της πολιτικής. Αυτή πρέπει να στηριχθεί σε όρους του σήμερα, κι όχι να νομιστεί ως επιστροφή σε αρχαϊκότερες μορφές. Με μια έννοια, το αίτημα έχει δύο σκέλη: στήριξη στη γνώση και επιστήμη (να γνωρίσω, να κατανοήσω για να μπορέσω) + ηθικά αιτήματα προαγωγής της ανθρώπινης υπόστασης, της κοινωνίας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην εποχή μας, όπου τα όρια της πολιτικής οδεύουν προς τεράστιες αβύσσους: α) την καταστροφή του πλανήτη και της ζωής, β) τη μετάπλαση του ίδιου του ανθρώπου (μετάνθρωπος κ.λπ.), γ) την εποχή του Άουσβιτς και τον κίνδυνο-δυνατότητα επανάληψής του.
4. Στην εποχή μας έχουμε μια διπλή διεύρυνση μεγάλης σημασίας: τη διεύρυνση του πολιτικού και των πεδίων άσκησης της πολιτικής, και τη διεύρυνση του προλεταριάτου, που τείνει να ταυτιστεί με τη συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας (παρ’ όλους τους τεχνητούς διαχωρισμούς και τις κατατμήσεις που επιβάλλει το κεφάλαιο). Η πολιτική δένεται με όλες τις μορφές που παίρνουν οι κοινωνικές αντιφάσεις μέσα από την πολυμορφοποίηση του συστήματος. Νέα πεδία είναι το περιβάλλον, η γυναίκα, η πόλη, το άυλο, η γνώση, το ιδεατό, η συνείδηση, το ατομικό και συλλογικό, η αλλοτρίωση κ.λπ.
Με βάση όσα τονίσαμε (ή ορίσαμε) γίνεται ευδιάκριτα αντιληπτό πως άλλο είναι η πολιτική όπως μας προσφέρεται (ως παράγκα, διαφθορά, πολιτική εξουσία, καταναγκασμός, καταστολή κ.λπ.), και άλλο η Πολιτική ως αναγκαίο και απολύτως απαραίτητο «όπλο» για τη συγκρότηση Υποκειμένου, και πιο συγκεκριμένα για τη διαδρομή από το «κενό Υποκειμένου» στο Υποκείμενο.
Ο πολιτικός αγώνας και το πολιτικό κίνημα
Το «κενό Υποκειμένου» δεν μπορεί να ξεπεραστεί εκτός της πολιτικής πάλης, δηλαδή έξω από τη σφαίρα που αγκαλιάζει και καθορίζει την εξέλιξη της πολιτείας, όπου παίρνονται κεντρικές αποφάσεις και συμπυκνώνονται οι λειτουργίες, οι νόμοι, η διοίκηση του συστήματος. Ο πολιτικός αγώνας και το πολιτικό κίνημα μπορούν να συγκροτήσουν, να υποστασιοποιήσουν τις υποτελείς τάξεις και τα στρώματα που πλήττονται, σε ένα «συλλογικό Εμείς». Και να δημιουργήσουν όρους, αιτήματα, στόχους που η προώθησή τους να οδηγεί σε μια συνολική και ουσιαστική αλλαγή.
Ο πολιτικός αγώνας προσανατολίζει και συνολικοποιεί ευρύτερα από τον διεκδικητικό αγώνα, τον συνδικαλιστικό και κλαδικό αγώνα και τα επιμέρους κινήματα, αντλώντας ταυτόχρονα από τα καλύτερα, πιο δημιουργικά στοιχεία και από τα προχωρήματά τους. Το πολιτικό κίνημα δίνει έμφαση στην αυτενέργεια και συμμετοχή του λαού, απαιτεί κίνηση και ενεργή πρωτοβουλία γύρω από κεντρικούς στόχους. Δεν αφορά τις εκλογικές διαδικασίες, τον κοινοβουλευτικό βίο, τα ποσοστά και τις μικροκομματικές διαφορές, αλλά τις βασικές ανάγκες του λαού και του τόπου. Αφορά στόχους που προωθούνται μέσα από την κίνηση, ορμή, διάθεση και στοχευόμενη πράξη εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που συγκροτούνται σε κίνημα (σε μαζικό πολιτικό κίνημα), σε υλική δύναμη ικανή να αλλάξει συσχετισμούς, αλλά και να αντιμετωπίσει τις συστημικές δυνάμεις. Πολιτικό κίνημα σημαίνει χώρος, κίνηση, πρωτοβουλίες στη βάση στόχων διεξόδου και μετασχηματισμού, που θα συναντηθούν με τον ριζοσπαστισμό και το ζωντανό στοιχείο της χώρας, και θα εκφράσουν τους βαθιούς πόθους και τον λαϊκό καημό για ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη, εθνική κυριαρχία, πραγματική δημοκρατία, νέα πολιτεία, χειραφέτηση, δημιουργία και πολιτισμό.
Στο επόμενο σημείωμα θα μιλήσουμε για «τους αγώνες, τα κινήματα, τα ρήγματα» στην παρούσα φάση, και τη σχέση τους με το ζήτημα του Υποκειμένου για την αντιμετώπιση του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας μας.




































































