Γενικά, για κάποιο λόγο, δεν θυμάμαι πολλές στιγμές από τα μαθητικά και τα φοιτητικά μου χρόνια. Τουλάχιστον όχι όσες θα ήθελα. Ο Βασίλης, όμως, είναι σε πολλές από αυτές. Είχαμε γνωριστεί ως φοιτητές στο Ρέθυμνο και είχαμε συνυπάρξει στις πολιτιστικές ομάδες του πανεπιστημίου και αργότερα στην ίδια πολιτική συλλογικότητα, την ΚΟΕ. Η παιδεία του, η ευρύτητα του πνεύματός του, η βαθύτατη ευγένειά του, το χιούμορ, το μεγάλο ταλέντο του, αλλά και η ταπεινότητά του σε κέρδιζαν αμέσως. Και για αυτό δεν μπορούσες να μην τον βάλεις στην καρδιά σου όταν τον γνώριζες. Ήταν τόσο ωραίο να περνάς χρόνο μαζί του, είχες τόσα να συζητήσεις.
Με τον Βασίλη είχαμε χαθεί, δυστυχώς, μετά το Ρέθυμνο. Τον έφερνα όμως συχνά στο μυαλό μου, με ένα παράπονο ότι, αν δεν ήταν η απόσταση –Κέρκυρα εκείνος, Κρήτη εγώ– θα συνεχίζαμε να κάνουμε παρέα. Και κάθε χρόνο, όταν ήθελα να εξηγήσω στους μαθητές μου πόσο διαφέρει το διάβασμα στο σχολείο από το πανεπιστήμιο, τους έλεγα αυτό που μου είχε πει κι εκείνος πριν χρόνια: «Στην Γ’ Λυκείου είχαμε δέκα μήνες για να μάθουμε 100 σελίδες Ιστορία και στο τέλος, στις πανελλαδικές, από το άγχος τα κάναμε σκατά. Στο πανεπιστήμιο, στο Α΄ εξάμηνο, διαβάζαμε μια βδομάδα ένα μάθημα με 800 σελίδες ύλη και γράφαμε 10.»

Εκ των υστέρων έμαθα πως τα τελευταία χρόνια δούλευε ως ψυχολόγος στο κέντρο διημέρευσης και ημερήσιας φροντίδας «Η Μέλισσα» στην Κέρκυρα, αφήνοντας κι εκεί το στίγμα του, όπως ήταν αναμενόμενο, ενώ συνέχιζε να ασχολείται με την μουσική.
Στην αδερφή του, Αλεξάνδρα, υπομονή και δύναμη να αντέξει κι αυτήν την απώλεια. Σε όλους εμάς τους υπόλοιπους που είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε, υπερηφάνεια που μας έκανε την τιμή να στολίσει τις μνήμες μας.
Υ.Γ: Το πιο συγκλονιστικό σε έναν αιφνίδιο θάνατο, εξίσου συγκλονιστικό με την απώλεια αυτή καθεαυτή του προσώπου, είναι ότι υπήρξαν ελπίδες και προσδοκίες που θα μείνουν μετέωρες, όνειρα και σχέδια που δεν θα υλοποιηθούν.
Μύρωνας Ξυδάκης






































































