Γράφει ο Κώστας Γκιώνης
Κάποτε και ο απατεώνας είχε ένα στυλ, δεν ήταν Κατίνα. Κρατούσε το προφίλ του αμίλητου, του απρόσιτου. Όταν πήγαιναν όλα στραβά, αποδεχόταν την ήττα του και έμενε στην αφάνεια. Φορούσε παντελόνια, ήξερε τους όρους του παιχνιδιού, ήξερε ότι εκτός από τη νίκη υπάρχει και η ήττα.
Οι σημερινοί είναι άλλου στυλ. Κουστουμάτοι και γραβατωμένοι, βουτυρομπεμπέδες, επαρσιακοί, με μοχθηρό ύφος, εκδικητικοί, απειλητικοί, ξερόλες. Όσο πιο πολύ πιέζονται, τόσο πιο πολύ στριγκλάνε, λες και τα ντεσιμπέλ της φωνής τους είναι ικανά να καλύψουν την μπόχα τους.
Έχουν την αίσθηση ότι είναι βασιλιάδες, οι άριστοι, οι δουλευταράδες, οι πατριώτες, παρόλο που δεν είναι τίποτα άλλο από ένα μάτσο ρεμπεσκέδες που κοπροσκυλάνε σιτιζόμενοι από το κράτος – το οποίο κατά τα άλλα μισούν, διότι αυτοί είναι υπέρ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αλλά κανείς τους δεν θέλει να δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα.
Πιστεύουν ότι οι μυγοχάφτες που είχαν απέναντι τους θα συνεχίζουν επ’ άπειρον να χάφτουν όποια παρατραβηγμένη μπούρδα τσαμπουνάνε. Τσαντίζονται, χάνουν την ψυχραιμία τους, ξεκατινιάζονται, είναι ικανοί για όλα. Κρατάει ο ένας τον άλλο, και όλους μαζί ο ουρανοκατέβατος ηγέτης τους! Για πόσο όμως Το επίπεδό τους δεν τους δίνει άλλο περιθώριο. Ο βόθρος έχει ξεχειλίσει!
Όλοι αυτοί οι σαλτιμπάγκοι, αν είχαν απέναντί τους πραγματικά μέσα ενημέρωσης και πραγματικούς δημοσιογράφους, θα είχαν πέσει από τους πρώτους μήνες. Θα καταλάβαινε και κάθε οπαδός τους με τι κουμάσια έχει να κάνει. Η θρασύτητα που έχουν είναι επειδή ξέρουν πώς ό,τι χαζομάρα και να πουν κανείς δεν θα τους στριμώξει – διότι τους έχουν μπουκώσει όλους ως τ’ αυτιά. Σε μια πραγματικά αξιοκρατική κοινωνία δεν θα ήταν ικανοί ούτε τη θέση του κλητήρα να κατέχουν.
Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, κάποιο σκάνδαλο θα εμφανιστεί. Και δεν χρειαζόταν βέβαια όλο αυτό το ντόμινο αποκαλύψεων από την ευρωπαϊκή εισαγγελία για να αντιληφθούμε το ξέφρενο πάρτυ που γινόταν. Αρκούσε μια απλή μελέτη των πόθεν έσχες όλων αυτών των τύπων, δηλαδή μια απλή αντιπαραβολή του πόθεν έσχες του πρώτου χρόνου που εισήλθαν στην πολιτική με το τελευταίο τους. Ακόμα και ένα παιδάκι δημοτικού, που μόλις έχει μάθει πρόσθεση και πολλαπλασιασμό, θα τους είχε πάρει χαμπάρι. Και θα ήταν στη φυλακή μέχρι να πεθάνουν.
Το ερώτημα είναι, γιατί η αντιπολίτευση δεν αναδεικνύει αυτά τα θέματα, αφού οι δικοί της παράγοντες είναι ηθικοί; Είτε το θέλουμε, είτε όχι, η πολιτική είναι η τέχνη των συμβιβασμών. Είναι και το να βαπτίζεις το ψέμα αλήθεια: αυτό παράγεται από τους επαγγελματίες πολιτικούς, όχι από τους ίδιους τους πολίτες. Μόνο όταν η εξουσία έρθει στο λαό θα δούμε καλύτερες μέρες. Μέχρι τότε, θα ψάχνουμε τον λιγότερο ψεύτη και τον λιγότερο κλέφτη…






































































