Της Αριάδνης Αλαβάνου.

Πόσο πειστικός μπορεί να είναι ένας πολιτικός που είχε κορυφαία αξιώματα στο δικτατορικό καθεστώς, όταν υπόσχεται «πλήρη ρήξη με το παρελθόν»; Καθόλου, από ό,τι φαίνεται από τις αντιδράσεις των Τυνήσιων που δεν αναγνωρίζουν τη μεταβατική κυβέρνηση και ακόμη διαδηλώνουν σε όλες τις μεγάλες πόλεις, απαιτώντας τη διάλυση του Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος του ανατραπέντος προέδρου Μπεν Αλί και του δικτατορικού κρατικού μηχανισμού.

Μετά τη δραπέτευση του Τυνήσιου προέδρου Μπεν Αλί, το διορισμό του προέδρου της Βουλής Φουάντ Μενπαζάα ως μεταβατικού προέδρου, τη Δευτέρα 17/1 ο πρωθυπουργός, και το ισχυρότερο πρόσωπο της κατεστημένης τάξης, Μ. Γκανούσι ανήγγειλε την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» με αποστολή να οργανώσει εκλογές εντός έξι μηνών. Για τους φίλους και συνεργάτες του δικτατορικού καθεστώτος διαφύλαξε τα πιο σημαντικά υπουργεία: Εξωτερικών, Εσωτερικών, Άμυνας και Οικονομίας. Στα κόμματα της αντιπολίτευσης που κλήθηκαν να συμμετάσχουν (πλην του Κ. Κ. Εργατών Τυνησίας και του Ισλαμικού Ennahda), δηλαδή στο Προοδευτικό Δημοκρατικό Κόμμα (νόμιμο επί Μπεν Αλί), στο Κόμμα Αναγέννηση (πρώην Κ.Κ. Τυνησίας που συμμετείχε στο κοινοβούλιο επί προηγούμενου καθεστώτος) και στο Δημοκρατικό Φόρουμ για την Ελευθερία και την Εργασία παραχώρησε τα υπουργεία Περιφερειακής Ανάπτυξης, Ανώτατης Εκπαίδευσης και Υγείας αντίστοιχα. Ήσσονος σημασίας κυβερνητικές θέσεις κατέλαβαν τρεις εκπρόσωποι της Γενικής Ένωσης Τυνήσιων Εργαζομένων (ΓΕΤΕ). Με αυτή την κυβερνητική σύνθεση ίσως ήλπιζε ότι έτσι θα εκτονώσει τις λαϊκές αντιδράσεις. Έπεσε έξω. Πριν περάσει ένα 24ωρο, εν μέσω των συνεχιζόμενων λαϊκών κινητοποιήσεων κατά και της νέας κυβέρνησης, τέσσερις υπουργοί παραιτήθηκαν και η κυβέρνηση βρέθηκε στο χείλος της κατάρρευσης.

Οι πρώτες παραιτήσεις ήταν των τριών υπουργών που προέρχονταν από τη ΓΕΤΕ. Η ΓΕΤΕ στήριζε το καθεστώς του Μπεν Αλί, αλλά στους κόλπους της είχε αναπτυχθεί δημοκρατική αντιπολίτευση (συνδικάτα Υγείας και Παιδείας). Η λαϊκή αγανάκτηση ανάγκασε τους εκπροσώπους της στην κυβέρνηση να παραιτηθούν και την ίδια να δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζει τη νέα κυβέρνηση και να αποσυρθεί από τις κρατικές θέσεις τις οποίες κατείχε. Ακολούθησε ο ηγέτης του Δημοκρατικού Φόρουμ για την Ελευθερία και την Εργασία, υπουργός Υγείας, Μουσταφά Μπεν Τζααφάρ. Με παραίτηση απείλησε και ο υπουργός Ανώτατης Εκπαίδευσης Αχμέτ Ιμπραχίμ, του κόμματος Αναγέννηση «εκτός αν οι υπουργοί που προέρχονται από τους κόλπους του δικτατορικού καθεστώτος παραιτηθούν από το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα και επιστρέψουν όποια περιουσία απέκτησαν όσο ήταν στην εξουσία».

Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, σε μια κίνηση εκτόνωσης των αντιδράσεων και διάσωσης της μεταβατικής κυβέρνησης, παραιτήθηκαν από μέλη του ΣΔΚ ο πρωθυπουργός Μ. Γκανούσι, ο πρόεδρος Φ. Μεμπαζάα και οι υπουργοί που ανήκαν στο εν λόγω κόμμα. Ο Μεμπαζάα, με διάγγελμά του στην τηλεόραση, υποσχέθηκε ότι θα γίνουν σεβαστά «όλα τα θεμιτά αιτήματα της εξέγερσης» –ποιος θα κρίνει ποια είναι τα θεμιτά;– και δήλωσε ότι «ανακαλύψαμε τους υπεύθυνους για την τρομοκρατία … συλλάβαμε τις ένοπλες συμμορίες» — τη στιγμή που όλη η υφήλιος είδε ότι η αστυνομία και οι δυνάμεις καταστολής πυροβολούσαν τους πολίτες εν ψυχρώ και ενώ έχει δοθεί η άδεια στην αστυνομία να χειριστεί εν λευκώ τις διαδηλώσεις. Ο τυνησιακός λαός μετρά 117 νεκρούς, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, και μεγάλο αριθμό τραυματιών μέσα σε πέντε εβδομάδες. Οι 70 νεκροί έπεσαν από πυροβολισμούς.

 

Αλλαγές χωρίς κόστος για την ελίτ

Είναι εμφανές ότι στην Τυνησία επιχειρείται μια «ομαλή» μετάβαση, χωρίς να θιγούν τα προνόμια της οικονομικής και πολιτικής ελίτ, ούτε οι διεθνείς σχέσεις της χώρας που ήταν σταθερά ταγμένη στο στρατόπεδο του νεοφιλελευθερισμού και της «αντιτρομοκρατίας». Πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο, αφού ο τυνησιακός λαός και οι οργανώσεις του απαιτούν μια βαθιά δημοκρατική τομή, διάλυση όλου του μηχανισμού, κρατικού και κομματικού, του προηγούμενου καθεστώτος, τιμωρία των διεφθαρμένων πολιτικών και λύση των προβλημάτων της ανεργίας, της φτώχειας και της ακρίβειας. Το φάσμα των διαδηλωτών διευρύνεται και επαγγελματικές κατηγορίες αναλαμβάνουν οργανωμένη δράση. Μεταξύ αυτών που διαδήλωσαν την περασμένη Τρίτη και Τετάρτη ήταν γιατροί και νοσοκομειακό προσωπικό , ενώ δημοσιογράφοι δύο μεγάλων εφημερίδων,La Presse και Essahafa, κατέλαβαν τις εγκαταστάσεις τους (Independent 19/1, ανταπόκριση από Τύνιδα).

Παρόλο που ο Μ. Γκανούσι υποσχέθηκε τις πιο ευρείες αλλαγές στην ιστορία της χώρας και κατάργηση καταπιεστικών νόμων του Μπεν Αλί, δεν μειώθηκε η οργή των εργαζόμενων που διαδήλωναν κραδαίνοντας φρατζόλες ψωμιού, διαμαρτυρόμενοι για τις ελλείψεις και τις αυξημένες τιμές των τροφίμων. Η δε υπόσχεση για απελευθέρωση 1.800 πολιτικών κρατουμένων με ποινή κάτω των έξι μηνών είναι το λιγότερο ανεπαρκής σε μια κατάσταση που ουδείς γνωρίζει πόσοι πραγματικά είναι οι πολιτικοί κρατούμενοι του υπερεικοσαετούς δικτατορικού καθεστώτος.

 

Το αίτημα για Δημοκρατική Αλλαγή

Το Κ.Κ. Εργατών Τυνησίας σε ανακοίνωσή του εκτιμά τα εξής: «Η νίκη του λαού είναι ημιτελής. Η δημοκρατική αλλαγή δεν μπορεί να επέλθει από τα ίδια κόμματα, τα σύμβολα, τους θεσμούς, τους μηχανισμούς και τους νόμους που υπηρετούσαν τη δικτατορία… Ο κίνδυνος που μπορεί να υπάρξει σήμερα είναι η κλοπή της νίκης του τυνησιακού λαού και … η διατήρηση του συστήματος του Μπεν Αλί χωρίς τον Μπεν Αλί». Ζητά το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης ή άλλου σώματος που να έχει εκτελεστικές εξουσίες, ώστε να αναλάβει τη διεξαγωγή εκλογών για Συντακτική Συνέλευση. Καλεί σε ενότητα όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις που έπαιξαν ρόλο στην πτώση του δικτάτορα –πολιτικές, συνδικαλιστικές, υπεράσπισης δικαιωμάτων, πολιτιστικές– επίσης προτείνει να σχηματίσουν αυτές οι δυνάμεις τοπικά και τομεακά συμβούλια και επιτροπές για να μπλοκάρουν τους ελιγμούς οπισθοδρόμησης και να σταματήσουν τις πράξεις λεηλασιών που θέλουν να σπείρουν το φόβο. Ζητά να καταργηθεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης και απευθύνεται στους στρατιώτες καλώντας τους να σεβαστούν τις επιλογές του λαού.

Επίσης, η ΓΕΤΕ με ανακοίνωσή της στις 18/1 δηλώνει ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν εμπιστοσύνη στους υπάρχοντες μηχανισμούς και ζητά τη δημιουργία αντιπροσωπευτικών δομών που θα αναλάβουν την εποπτεία των μεταρρυθμίσεων που έχουν ανακοινωθεί. Ζητά ακόμη τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης.

 

Ο ρόλος του στρατού

Χωρίς ορατό τέλος στη διαπάλη που διεξάγεται τόσο στους κόλπους των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων όσο και μεταξύ αυτών και του λαού και των οργανώσεών του, κυκλοφορούν φήμες ότι ο στρατός θα παρέμβει για να καλύψει το πολιτικό κενό. Προς το παρόν διατηρεί διακριτική παρουσία στο κέντρο της Τύνιδας, αλλά υπάρχουν πληροφορίες ότι μονάδες του ενισχύουν θέσεις σε δρόμους που οδηγούν έξω από την πόλη. Ο αρχηγός του στρατού, στρατηγός Ρασίντ Αμάρ, που λέγεται ότι συνέβαλε στην απομάκρυνση του Μπεν Αλί, δεν έχει αφήσει να φανεί ότι θα ήθελε να παίξει πολιτικό ρόλο. Την απειλή της παρέμβασης του στρατού χρησιμοποιεί και η συμμετέχουσα στη μεταβατική κυβέρνηση αντιπολίτευση, για να προσελκύσει υποστήριξη προς τη σημερινή κυβερνητική λύση. Ο Α. Μπουαζί, ηγετικό στέλεχος του Προοδευτικού Δημοκρατικού Κόμματος ο πρόεδρος του οποίου, Ν. Σεμπί, κατέχει το αξίωμα του υπουργού Περιφερειακής Ανάπτυξης, δήλωσε ότι υπάρχουν τρία ενδεχόμενα για την Τυνησία: Χάος τύπου Σομαλίας, στρατιωτική δικτατορία ή συνεργασία με τους ανθρώπους που είναι στην κρατική εξουσία για την προετοιμασία ανόθευτων εκλογών (Independent ό.π.). Το ενδεχόμενο να δοθεί η λύση που ζητά ο λαός στους δρόμους δεν φαίνεται να βρίσκεται στις επιλογές του.

 

Με το φόβο της Τυνησίας

«Αφού συνέβη στην Τυνησία, μπορεί να συμβεί παντού!» Αυτός ο φόβος διατρέχει τα αυταρχικά αραβικά καθεστώτα. Η αβεβαιότητα έχει εξαπλωθεί πέρα από τα τυνησιακά σύνορα. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας από την Αίγυπτο, την Ιορδανία μέχρι το Άντεν και οι 12 αυτοπυρπολήσεις πολιτών, στην Αλγερία 7, στην Αίγυπτο 3, και στη Μαυριτανία, δείχνουν ανθρώπους στα όρια της απελπισίας και κοινωνίες που δεν έχουν να χάσουν τίποτε αν συγκρουστούν στους δρόμους.

Η αιγυπτιακή Μουσουλμανική Αδελφότητα προειδοποιεί ότι η «Τυνησία έστειλε ένα μήνυμα στους καταπιεστικούς ηγέτες και τα διεφθαρμένα καθεστώτα … κάθονται πάνω σε ένα ηφαίστειο οργής», και στον Αιγύπτιο ισόβιο πρόεδρο Μουμπάρακ ότι αν δεν προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις «θα έχει την τύχη του Μπεν Αλί».

Στη σύνοδο του Αραβικού Συνδέσμου (19/1), στο αιγυπτιακό θέρετρο Σαρμ-ελ-Σέιχ, η οποία είχε ως αντικείμενο οικονομικά θέματα, την πρώτη θέση κατέλαβε η τυνησιακή εξέγερση. «Η τυνησιακή εξέγερση», είπε ο γ.γ. Αμρ Μούσα, «δεν είναι μακριά από εμάς… Οι Άραβες πολίτες βρίσκονται σε μια πρωτοφανή κατάσταση οργής και απογοήτευσης … Η αραβική ψυχή έχει ραγίσει από τη φτώχεια, την ανεργία και τη γενική ύφεση». Το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση να δοθούν 2 δισ. δολάρια σε άμεση βοήθεια για την ανακούφιση από την ανεργία, τις αυξανόμενες τιμές των τροφίμων και από άλλα αίτια κοινωνικής έντασης. Η πρώτη ανατροπή κρατικού ηγέτη στον Αραβικό Κόσμο από μια λαϊκή εξέγερση φαίνεται πως έχει θορυβήσει τις κυβερνώσες ελίτ σε χώρες που λίγο -πολύ έχουν κοινά χαρακτηριστικά με την Τυνησία. Πολύ νεαρούς πληθυσμούς, υψηλή ανεργία, διαφθορά, μεγάλες ανισότητες πλούτου και εκπαίδευσης, ανύπαρκτες δημοκρατικές ελευθερίες και την πίεση που ασκούν στους φτωχούς οι πρόσφατες αυξήσεις στα τρόφιμα. Το μείγμα είναι εκρηκτικό και τα χρήματα μόνο δεν δίνουν απάντηση. Οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων που εφαρμόζουν τα αραβικά καθεστώτα δεν μπορεί να δώσει λύσεις στο ζήτημα της δημιουργίας θέσεων εργασίας.

Τι ρόλο μπορεί να παίξει στις αραβικές χώρες η τυνησιακή εξέγερση δεν είναι σαφές. Ο πρώτος παράγοντας επίδρασης θα είναι το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στην ίδια την Τυνησία. Πολλοί επισημαίνουν ότι η εξέγερση δεν μπορεί να εξαπλωθεί λόγω της δυσκολίας να μετασχηματιστεί η εκρηκτική οικονομική και κοινωνική κατάσταση σε πολιτική στρατηγική. Ωστόσο, όταν οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται, η Μ. Ανατολή γίνεται εξαιρετικά ευάλωτη σε εξεγέρσεις. Τα τελευταία 20 χρόνια η περιοχή συγκλονίστηκε τρεις φορές από κύματα κοινωνικής αναταραχής με επίκεντρο τις τιμές των τροφίμων. Στις αρχές Ιανουαρίου ο ΟΗΕ ανακοίνωσε ότι ο δείκτης τιμών των βασικών τροφίμων (κρέατος, γαλακτοκομικών, δημητριακών και μαγειρικών ελαίων) ξεπέρασε το ανώτατο σημείο του 2008. Τα πλούσια κράτη του Περσικού Κόλπου, που εισάγουν το 85% των τροφίμων, αγοράζουν γη στην Αφρική και παράγουν τρόφιμα για τους πληθυσμούς τους. Αυτό όμως οξύνει το πρόβλημα των τροφίμων στην Αφρική…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!