Η φθορά της κυβέρνησης, υπό το βάρος των σκανδάλων (και όχι μόνο), ανοίγει για τα καλά τη συζήτηση για τις επερχόμενες εκλογές και την επόμενη ημέρα. Άλλωστε, η κυβερνητική πλειοψηφία μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή, με τις δικογραφίες που αφορούν βουλευτές και υπουργούς της Ν.Δ. να φτάνουν στη Βουλή η μία μετά την άλλη και τις φυγόκεντρες τάσεις να δυναμώνουν, παρά τον ασφυκτικό έλεγχο του Μαξίμου στην κοινοβουλευτική ομάδα.
Ο Κ. Μητσοτάκης φαίνεται να έχει απορρίψει σενάρια (ή καλύτερα εισηγήσεις) για εκλογικό αιφνιδιασμό μέσα στο καλοκαίρι, δεν αποσύρει όμως την όποια συζήτηση για τις εκλογές. Βλέπετε, χωρίς εκλογές, θα πρέπει να ασχοληθεί με τη διακυβέρνηση του τόπου και αυτό δεν είναι εύκολο σε αυτές τις συνθήκες (και σίγουρα δεν λύνεται με τις επικοινωνιακές εξαγγελίες για έλεγχο του διαδικτύου για τους ανηλίκους). Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για εκλογές κρατά σε εγρήγορση τον κομματικό (άρα και τον κυβερνητικό και τον κρατικό, στη λογική του επιτελικού κράτους) μηχανισμό, που θέλει να τα έχει καλά με το Μαξίμου για να έχει κάποιο ρόλο στην επόμενη ημέρα.
Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση μεγαλώνει. Γνωρίζουν ότι με ένα μεγάλο κομμάτι της εκλογικής βάσης δεν έχουν καμία γέφυρα επικοινωνίας. Κάνουν διαχείριση με επιδόματα (από το fuel pass μέχρι τη δέσμη οκτώ μέτρων που ακολούθησε την ανακοίνωση υπερπλεονάσματος), με στόχο να αποσοβήσουν πιθανές εκρήξεις οργής (από όσους ματώνουν για να ευημερούν τα μακροοικονομικά στοιχεία ή για να καμωνόμαστε τους «αναβαθμισμένους» της σωστής πλευράς της ιστορίας).
Στόχος της κυβέρνησης είναι να ολοκληρώσει το έργο της. Μέσα στο καλοκαίρι ορίζεται η νέα ηγεσία της Δικαιοσύνης (πρόεδρος Αρείου Πάγου κ.ά.). Δημοσιεύματα θέλουν τον Κ. Μητσοτάκη να αναλαμβάνει αυτοπροσώπως την υπόθεση. Όχι τυχαία, καθώς με τόσες ανοιχτές υποθέσεις, από τα Τέμπη της συγκάλυψης και τον ΟΠΕΚΕΠΕ που καθιστά συνένοχη όλη τη Ν.Δ., μέχρι τις υποκλοπές και τους εκβιασμούς Ντίλιαν προς την ηγεσία του Μαξίμου, το Μαξίμου (και προσωπικά ο Μητσοτάκης) θα είχε κάθε λόγο να θωρακιστεί για την περίπτωση που βρεθεί σε θέση ελεγχόμενου.
Η αντιπολίτευση δεν φαίνεται ικανή (ούτε έχει την πρόθεση) να επιταχύνει τη φθορά της κυβέρνησης. Στη μία ή την άλλη εκδοχή της (ακόμη και η εσωκομματική στη Ν.Δ.) ποντάρει στη λογική του ώριμου φρούτου, ενώ τα διάφορα κέντρα προετοιμάζονται για να πλασαριστούν στο όποιο μετεκλογικό σκηνικό. Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει κάποιες μονάδες από την κυβερνητική φθορά στις δημοσκοπήσεις, αλλά επιμένει σε χλιαρούς αντιπολιτευτικούς τόνους (και με έντονα προβλήματα στο εσωτερικό του). Η Πλεύση Ελευθερίας, η Ελληνική Λύση, το ΚΚΕ περιμένουν διατήρηση ή αύξηση των ποσοστών τους (και ξορκίζουν την εμφάνιση νέων κομμάτων που θα προκαλέσουν διασπορά ψήφων).
Στον χώρο των πολλών ΣΥΡΙΖΑ, όλοι αναμένουν την επόμενη κίνηση του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος, παρά το σπρώξιμο από επιχειρηματικά συμφέροντα, δεν φαίνεται να «τραβάει», αν και σε προεκλογικό χρόνο είναι πιθανό να προκαλέσει καραμπόλες που θα τον επιβάλουν ως πιθανό πόλο.
Το ενδιαφέρον πολλών στρέφεται και στα άλλα δύο υπό δημιουργία κόμματα. Με τον Αντώνη Σαμαρά να φαίνεται να περιμένει τον κατάλληλο χρόνο που θα του επιτρέψει, πέρα από μέρος της δυσαρεστημένης κοινωνικής βάσης του κόμματος της Ν.Δ. (της λαϊκής δεξιάς ή όπως αλλιώς αναφέρεται), να αποσπάσει και μέρος του στελεχικού της δυναμικού ή ακόμη και δυσαρεστημένους κοινοβουλευτικούς. Και με το υπό ίδρυση κόμμα Καρυστιανού, παρά τις δυσκολίες που έχει ως εγχείρημα, να «απειλεί» όχι μόνο ως πόλος απόσπασης δυσαρεστημένων ψηφοφόρων άλλων κομμάτων (από τη Νίκη μέχρι την Αριστερά), αλλά και ως μοχλός προσέλκυσης μέρους της αποχής (με απρόβλεπτες συνέπειες για τον εκλογικό συσχετισμό) στις κάλπες.
Σε κάθε περίπτωση, είναι φανερό ότι έχουμε μπει σε μια παρατεταμένη και ιδιόμορφη προεκλογική περίοδο. Τα μυαλά όλων των επιτελείων είναι στραμμένα εκεί. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι μόνο αυτά θα κρίνουν την πορεία προς αυτές. Ήδη η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει το «αγκάθι» Κοβέσι, που αναδεικνύει με τις έρευνές της ευρωπαϊκής εισαγγελίας τη θεσμική σήψη στη χώρα μας. Πιο σιωπηλά έχει να αντιμετωπίσει τους εκβιασμούς Ντίλιαν, παζαρεύοντας υπόγεια μαζί του έναν συμβιβασμό, που θα τον αποτρέψει να πάρει μαζί του όλο το Μαξίμου ως ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς των παράνομων υποκλοπών. Έχει, τέλος, να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της γεωπολιτικής κρίσης (με τις ενεργειακές και οικονομικές τους συνέπειες), με τους κινδύνους από μια παράταση της κρίσης να φαντάζουν απρόβλεπτοι και να τρομάζουν τα επιτελεία.






































































