Η προσωπική εμπλοκή του Ερντογάν στις δημοτικές εκλογές της Τουρκίας επιβεβαίωσε τη σημασία που είχε και έχει για το καθεστώς της Άγκυρας το εκλογικό αποτέλεσμα. Τα νέο-οθωμανικά σχέδια του Ερντογάν, η αντιμετώπιση των οικονομικών πιέσεων που δέχεται η Άγκυρα από τις ΗΠΑ και η κλιμάκωση των πιέσεων για την αποτροπή της ολοκλήρωσης της αγοράς των ρωσικών πυραύλων S-400 απαιτούσαν την επίτευξη ενός αποτελέσματος που θα καταδείκνυε την κυριαρχία Ερντογάν στο εσωτερικό της χώρας. Πράγματι, το εκλογικό αποτέλεσμα δικαίωσε τους στόχους Ερντογάν. Εκ του συνόλου του αποτελέσματος φαίνεται ότι το ΑΚΡ, το κόμμα του Ερντογάν, αυξάνει τα ποσοστά του έναντι των προηγούμενων εκλογών του 2014 (από 42,87% σε 45,13%) και σε συνεργασία με τους Γκρίζους Λύκους, που ήδη συνεργάζεται, πετυχαίνουν τον έλεγχο του 51,81% στο σύνολο της χώρας. Η επιτυχία αυτή θολώνει με την απώλεια της δημαρχίας στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως σε Άγκυρα, Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη.

Έτσι, μετά από 25 χρόνια εκλογικών θριάμβων σε τοπικές εκλογές και 17 χρόνια από την ανάδειξή του στην εξουσία το καθεστώς Ερντογάν γνωρίζει τα πρώτα σημάδια αμφισβήτησης της παντοδυναμίας του, μάλιστα με επίκεντρο την πόλη από την οποία ξεκίνησε την πολιτική του διαδρομή, την Κωνσταντινούπολη.

Τα σημάδια αμφισβήτησης σχετίζονται με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία και την πίεση που δέχονται τα λαϊκά στρώματα που στοιβάζονται στις τουρκικές μεγαλουπόλεις. Στηρίζονται βέβαια και σχεδιάζονται από οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες που αισθάνονται κινδύνους μπροστά στο ενδεχόμενο πλήρους διάρρηξης των οικονομικών σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ ή την επιβολή αυστηρών κυρώσεων ως απάντηση στην επιλογή Ερντογάν να ακροβατεί μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Η πρόσφατη βέβαια ιστορία της γειτονικής χώρας δείχνει ότι το καθεστώς Ερντογάν δεν πτοείται από τέτοια μηνύματα. Είναι γνωστό ότι η εκλογική επιτυχία του φιλοκουρδικού HDP το 2015, οδήγησε στην κήρυξή του σε καθεστώς παρανομίας και φυλάκισε ολόκληρη σχεδόν την ηγεσία του, επιτυγχάνοντας τη μερική αποδυνάμωση του κόμματος. Έτσι και τώρα η προσφυγή Ερντογάν στην, ελεγχόμενη από το καθεστώς του, δικαιοσύνη κατά του αποτελέσματος στην Κωνσταντινούπολη προετοιμάζει σε ανατροπή της λαϊκής ετυμηγορίας και κυρίως σε ένα νέο κύμα διωγμών ή οικονομικού στραγγαλισμού των αντιπολιτευόμενων δημάρχων. Ενώ η Τουρκία μπαίνει σε μια μακρά περίοδο 4,5 χρόνων χωρίς νέα εκλογική αναμέτρηση, γεγονός που δίνει χρόνο στον Ερντογάν να διαχειριστεί εκ του ασφαλούς τα μηνύματα αμφισβήτησής του.

Η προσφυγή Ερντογάν στην, ελεγχόμενη από το καθεστώς του, δικαιοσύνη κατά του αποτελέσματος στην Κωνσταντινούπολη προετοιμάζει σε ανατροπή της λαϊκής ετυμηγορίας και κυρίως σε ένα νέο κύμα διωγμών ή οικονομικού στραγγαλισμού των αντιπολιτευόμενων δημάρχων. Ενώ η Τουρκία μπαίνει σε μια μακρά περίοδο 4,5 χρόνων χωρίς νέα εκλογική αναμέτρηση, γεγονός που δίνει χρόνο στον Ερντογάν να διαχειριστεί εκ του ασφαλούς τα μηνύματα αμφισβήτησής του

Συντονισμένη κλιμάκωση δυτικών πιέσεων

Αν και ο εσωτερικός διχασμός και τα σημάδια αμφισβήτησης δεν ανησυχούν προς το παρόν το καθεστώς Ερντογάν, η Τουρκία δέχθηκε σοβαρές πιέσεις, κυρίως από τις ΗΠΑ και τους Νατοϊκούς αξιωματούχους, στην πρόσφατη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Συμμαχίας με αφορμή τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΝΑΤΟ.

Η αλαζονική στάση του Τσαβούσογλου, έναντι των συμμάχων του, με την παρουσίαση ως μη αντιστρεπτής της απόφασης της Τουρκίας για την αγορά και την άμεση εγκατάσταση των πυραύλων S- 400 οδήγησε τον Αμερικάνο αντιπρόεδρο να απευθύνει τελεσιγραφικό μήνυμα προς τον Ερντογάν: «Η Τουρκία πρέπει να επιλέξει. Θέλει να παραμείνει κρίσιμος εταίρος στην πιο επιτυχημένη στρατιωτική συμμαχία στην ιστορία ή θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια αυτής της εταιρικής σχέσης λαμβάνοντας τέτοιες παράτολμες αποφάσεις που υπονομεύουν τη συμμαχία μας;». Και για να προσθέσει κύρος στην εκβιαστική του δήλωσε θύμισε παλαιότερες δηλώσεις του Τραμπ ότι «δεν θα παραμείνει άπραγος την ώρα που οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ αγοράζουν όπλα από τους αντιπάλους μας που απειλούν τη συνοχή της συμμαχίας μας».

Η σκυτάλη των πιέσεων πέρασε στη συνέχεια στον Αμερικάνο υπουργό Εξωτερικών Μ. Πομπέο που, σε ιδιαίτερη συνάντησή του με τον Τσαβούσογλου, γενίκευσε τις αμερικάνικες απαιτήσεις απαιτώντας από την Άγκυρα να μην προχωρήσει σε ενέργειες στη Συρία που αντιστρατεύονται τις αμερικάνικες επιλογές στην περιοχή.

Σε αυτές τις σκληρές πιέσεις των ΗΠΑ έναντι της Τουρκία απέφυγε να εμπλακεί, με προσωπικές δηλώσεις, ο ίδιος ο Ερντογάν. Αντίθετα απάντηση έδωσε ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης Φ. Οκτάι, μέσω twitter, ότι οι ΗΠΑ πρέπει να επιλέξουν αν «θέλουν να παραμείνουν σύμμαχος της Τουρκίας», ή αν θα διακινδυνεύσουν την φιλία, «ενώνοντας τις δυνάμεις τους με τρομοκράτες».

Η επιλογή αυτή υποσημειώνει την πρόθεση της Τουρκίας να συνεχίσει να εκβιάζει τη Δύση, παίζοντας σε δύο ταμπλό και εκτιμώντας ότι υπάρχουν ακόμα περιθώρια διεκδικήσεων σε όλα τα μέτωπα. Οι ίδιες εκτιμήσεις φαίνεται να κυριαρχούν και στη Νατοϊκή συμμαχία που συνεχίζει να συνδυάζει απειλές με διευκολύνσεις και παραχωρήσεις σε μια ατέλειωτη διελκυστίνδα συγκράτησης της Τουρκίας στη δυτική Συμμαχία. Αυτή η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση και ταυτόχρονη συναλλαγή μόνο εφησυχασμό δεν μπορεί να σημαίνει για τους λαούς της περιοχής.

* Ο Σπύρος Παναγιώτου είναι υποψήφιος δήμαρχος Γαλατσίου με τη δημοτική κίνηση «Γαλάτσι ο Τόπος μου»

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!