Η απόφαση του δικαστηρίου που κήρυξε τη Χρυσή Αυγή (Χ.Α.) εγκληματική οργάνωση έκφρασε κατ’ αρχήν το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» της ελληνικής κοινωνίας και βρίσκεται σε αρμονία με τα αντιφασιστικά της αισθήματα. Και επιτέλους είναι σημαντικό ετούτη την ώρα να αποδοθεί δικαιοσύνη, έστω και με τις δυσκολίες που θέτει το σημερινό αρνητικό πολιτικό σκηνικό. Να τιμωρηθεί αυτός ο εσμός θρασύδειλων δολοφόνων και φυρερίσκων.

Έδειξε μια ποιότητα το ενδιαφέρον της κοινωνίας γι’ αυτή την υπόθεση, ο κόσμος που κινητοποιήθηκε, που την κράτησε ζωντανή κατά την απαράδεκτα μακριά της διάρκεια των 5,5 ετών, και εκδήλωσε επανειλημμένα τις αντιφασιστικές του διαθέσεις. Που αποτυπώθηκαν και στο πρωτόγνωρα μεγάλο για μια δικαστική διαδικασία, ζωηρό πλήθος που συγκεντρώθηκε μπροστά στο δικαστήριο στις 7/10. Και το ότι αυτή η ζωντανή εικόνα πέρασε και διεθνώς έχει τη δική του μεγάλη σημασία και δίνει εύγλωττα μηνύματα λειτουργώντας ως παράδειγμα.

Αλλά και η αξιοπρέπεια της οικογένειας Φύσσα, η σταθερή της απόφαση να φερθεί ανεπιτήδευτα εκφράζοντας ανθρώπινα μέσα από τον πόνο της και την πολιτική ουσία του θέματος και διατηρώντας τις αποστάσεις της από τις ουκ ολίγες πολιτικές σκοπιμότητες, συντέλεσε και αυτή θετικά.

Δεν έγιναν και λίγα που δυσκόλεψαν την εξέλιξη και το αίσιο τέλος αυτής της δικαστικής υπόθεσης. Ακόμα και σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είναι βέβαιο αν οι ποινές που τελικά θα επιβληθούν θα είναι αντίστοιχες της βαρύτητας των εγκλημάτων που σχεδιάστηκαν και καθοδηγήθηκαν από την Χ.Α. (αν θα πάνε φυλακή και για πόσο με λίγα λόγια) και αν θα ικανοποιηθεί η αυτονόητη απαίτηση του αποκλεισμού αυτής της νεοναζιστικής συμμορίας από την πολιτική ζωή.

Τόσο η κυβέρνηση Σαμαρά, όσο και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η σημερινή κυβέρνηση της Ν.Δ. έπαιξαν αρκετά παιχνίδια με αυτό το θέμα, και με διάφορες στοχεύσεις.

Κι αν πάνε να την καταντήσουν σήμερα και εκ των υστέρων κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για ένα γενικό ξέπλυμα «αμαρτιών» –η παράσταση διαθέτει μέχρι και γελοίες επιδείξεις «αντιφασισμού» από πλευράς του κάθε Βορίδη και Μαστοράκη– αξίζει να μην ξεχαστούν μερικές κρίσιμες αλήθειες.

Πρώτα απ’ όλα η σχέση της περιόδου Σημίτη με όλο το πολιτικό και οικονομικό αβαντάρισμα του ακροδεξιού ΛΑΟΣ. Με τους μικροπολιτικούς σχεδιασμούς εκλογικής «μηχανικής» και επικράτησης αλλά και πιο τις «στρατηγικές» επιδιώξεις διαμόρφωσης μιας πολιτικής αρχιτεκτονικής.

Oι εργώδεις προσπάθειες που έγιναν με την έλευση της κρίσης (και ιδιαίτερα το 2010-2012), προβολής και «φουσκώματος» της Χ.Α. από βαρύνοντα πολιτικά και μιντιακά κέντρα αλλά και από σημαντικά οικονομικά (ανάμεσά τους και εφοπλιστικά) συμφέροντα, σήμερα επιδιώκεται να λησμονηθούν. Η κρίση από μόνη της δεν διογκώνει «αυτόματα» τον φασισμό χωρίς τέτοιες ωθήσεις.

Όταν όλοι κάνουν λόγο για την προστασία της δημοκρατίας, ούτε κατά διάνοια δεν υπάρχει ακόμα και αναφορά στην ανάγκη εκκαθάρισης των σωμάτων ασφαλείας από την ισχυρή και επιδεικνυόμενη παρουσία της Χ.Α. στους κόλπους τους

Η κυβέρνηση Σαμαρά με τις εκλεκτικές της συγγένειες με το χώρο της ελληνικής φασίζουσας ακροδεξιάς, όπως έχει αποκαλυφθεί διατηρούσε διαύλους συνεννόησης με την ηγεσία της Χ.Α. (μέσω Μπαλτάκου). Και αν σήμερα έχει το θράσος να κομπάζει ο Α. Σαμαράς (αλλά και ο Κ. Μητσοτάκης) ότι τάχα ήταν αυτοί που πήραν την πρωτοβουλία (!) και «τελείωσαν» την Χ.Α., δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σήμα δόθηκε «αιφνιδίως» όταν η διεύρυνση της ακτίνας δράσης της Χ.Α. έγινε πλέον πολιτικά ανεπιθύμητη για τους σχεδιασμούς βαθύτερων και εξωχώριων συστημικών κέντρων που μπορεί να την καλόβλεπαν σαν μηχανισμό κοινωνικής τρομοκράτησης αλλά δεν την ήθελαν σε ρόλο πρώτης γραμμής στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό.

Αλλά και οι κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στη συνέχεια δεν παρέλειψαν να βάλουν το χεράκι τους σε επιμέρους πτυχές του έργου. Φέρνουν σοβαρή ευθύνη για μεθοδεύσεις και χειρισμούς που οδήγησαν στο τράβηγμα σε μάκρος της υπόθεσης και όπως προκύπτει, σημαντικές τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα που προώθησαν (και άφησε άθικτες η κυβέρνηση Μητσοτάκη) παρέχουν το εδαφος και τις ευχέρειες για την πιθανή σημαντική απόσβεση των ποινών που θα προκύψουν από τη δίκη.

Μικροπολιτικοί υπολογισμοί αλλά από ό,τι φαίνεται και παραγγελίες των ίδιων βαθύτερων και εξωχώριων συστημικών κέντρων για τη φιλοτέχνηση του πολιτικού τοπίου παραμένουν σταθερά στην ημερήσια διάταξη.

Και βέβαια, όταν όλοι κάνουν λόγο για την προστασία της δημοκρατίας, ούτε κατά διάνοια δεν υπάρχει ακόμα και αναφορά στην ανάγκη εκκαθάρισης των σωμάτων ασφαλείας από την ισχυρή και επιδεικνυόμενη παρουσία της ΧΑ στους κόλπους τους. Παρουσία που όλοι διαδοχικά άλλοτε ενίσχυσαν, άλλοτε ανέχθηκαν και πάντως αξιοποίησαν αδιαλείπτως στο πλαίσιο της καταστολής των κοινωνικών αντιδράσεων.

Πολλαπλές οι επιδιώξεις του πολιτικού κόσμου και τι πάει να κρυφτεί πίσω από το «τείχος δημοκρατίας»

Είναι εξοργιστικό το αφήγημα Μητσοτάκη (όπως κωδικοποιημένα το εξέθεσε και στο διάγγελμά του για την απόφαση) με τον ισχυρισμό του ότι την Χ.Α. την εξέθρεψαν οι Πλατείες. Και η συνδεδεμένη με αυτό γενικότερη επιθετική του προσπάθεια επίσης, να προβληθεί ως εγγυητής της επιστροφής μιας νέας «δημοκρατικής κανονικότητας». Οι Πλατείες και το ξεχαρβάλωμα του πολιτικού συστήματος που έφερε η απονομιμοποίησή του στη συνείδηση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας εξακολουθεί να στοιχειώνει τον πολιτικό κόσμο όχι μόνο σαν παρελθόν αλλά και σαν υπαρκτός κίνδυνος για το παρόν και το μέλλον. Γι αυτό Ν.Δ., ΚΙΝΑΛ αλλά και ευρύτεροι συστημικοί κύκλοι μαζί και της λεγόμενης ανανεωτικής ευρωπαϊστικής αριστεράς/κεντροαριστεράς συμπίπτουν στη λυσσασμένη κατασυκοφάντηση του χαρακτήρα και των όσων έθεσε το κίνημα των Πλατειών και στην ταύτισή του με την Χ.Α. και την ακροδεξιά. Αλλά και το ΚΚΕ δεν έμεινε εκτός αυτού του κάδρου. Έδειξε την εχθρότητά του απέναντι σε αυτό το λαϊκό κίνημα, το λοιδώρησε και το συκοφάντησε, βλέποντας απ’ ότι φαίνεται στην συσσωρευμένη λαϊκή απέχθεια που εκδηλώθηκε για την ποδηγέτηση, το καπέλωμα και τον ευνουχισμό του ριζοσπαστισμού, σοβαρό κίνδυνο για τον τρόπο που έχει συνηθίσει να πολιτεύεται.

Ο άλλος μεγάλος συστημικός κίνδυνος που καθορίζει στάσεις έρχεται από τα εθνικά θέματα. Εδώ τον χορό τον σέρνει ο κεντροαριστερός πόλος του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και η κεντροδεξιά σιγοντάρει φτιάχνοντας κλίμα σε χαμηλότερους τόνους ρητορικής) στην προσπάθεια να ταυτιστούν τα πατριωτικά αισθήματα του ελληνικού λαού με τον εθνικισμό, την ακροδεξιά και τον φασισμό της Χ.Α. (όλη η ρητορική περί εθνολαϊκισμού και ο διχασμός του κοινωνικού σώματος σε τέτοια βάση που επιχειρείται). Πρωτίστως η πατριωτική εγρήγορση ενοχλεί ιδιαίτερα όταν μαζικοποιείται και υπερβαίνει κομματικά στεγανά μπροστά σε πολιτικές αποφάσεις που κατανοείται ότι θίγουν την υπόσταση της χώρας κατά τις βουλές ξένων κέντρων. Ο λεκές που δεν λέει να καθαρίσει, αυτός που άφησε η Συμφωνία των Πρεσπών στην ευρύτερη κοινωνική συνείδηση, αντίστοιχα στοιχειώνει τον ΣΥΡΙΖΑ. Πολύ περισσότερο που γίνεται αντιληπτό ότι το παρόν και το μέλλον φέρνει ήδη παραγγελιές των ξένων (που αξιώνουν την στοίχιση όλων των πολιτικών δυνάμεων) για νέες ακόμα πιο επαχθείς «Πρέσπες» που αφορούν τα ελληνοτουρκικά αλλά και διευθετήσεις γύρω από το προσφυγικό στην προοπτική μετατροπής της χώρας σε φράχτη-αποθήκη μεγάλων προσφυγικών ροών και γκριζαρίσματος της κυριαρχίας της.

Σε αυτή τη συγκυρία η επικείμενη απόφαση για τη Χ.Α. έγινε η ευκαιρία για την προβολή (μέσω κύκλων της κεντροαριστεράς – Εφ.Συν.) ενός «τείχους δημοκρατίας» στο οποίο έσπευσε να προσφέρει τη συναίνεσή του όλο το πολιτικό φάσμα (Σαμαράς, Μητσοτάκης, Τσίπρας, Γεννηματά, Κουτσούμπας, Βαρουφάκης). Παρά τις προφανείς μεταξύ τους διαφορές –διαφορετικός άλλωστε ο ρόλος τους και οι κοινωνικές και πολιτικές τους αναφορές– αυτές οι πολιτικές δυνάμεις δρουν υποστυλωτικά για το καθεστώς και τις διευθετήσεις που πάνε να πλασαριστούν σαν μονόδρομος της «νέας κανονικότητας». Καθεστώς μονιμοποίησης του τσαλαπατήματος της λαϊκής κυριαρχίας αλλά και διευθετήσεις νομιμοποίησης ενός ενδοτισμού που οδηγεί στον ακρωτηριασμό της κυριαρχίας της χώρας. Γιατί βέβαια γι αυτή τη «δημοκρατία» πρόκειται (και δεν μπορεί κανείς να καμώνεται ότι δεν το βλέπει).

Το μεγάλο έλλειμμα είναι η απουσία αντιπολίτευσης μπροστά στον συστημικό ολοκληρωτισμό που προωθείται

Έτσι λοιπόν σήμερα ο μεγάλος κίνδυνος προέρχεται από το μπλοκάρισμα που έχει μπορέσει να επιβάλει το πολιτικό σύστημα, της δυνατότητας πολιτικής έκφρασης των αναγκών, των απαιτήσεων και των πόθων για κοινωνική διέξοδο και προκοπή της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Είναι αυτός ο επιθετικός συστημικός ολοκληρωτισμός μιας επιδιωκόμενης «γενικής συναίνεσης» που πάει να κρυφτεί πίσω από ένα τάχα «τείχος της δημοκρατίας». Και εδώ πάλι η σπουδή και η ευρύτητα της προωθούμενης συναίνεσης δείχνει ότι την μπαγκέτα την κρατάνε και τις πιέσεις τις ασκούν βαθύτερα και εξωχώρια κέντρα.

Γι’ αυτό και ο αγώνας για να μην γλυστρήσουμε στον αγριανθρωπισμό, ο πραγματικός αγώνας κατά του φασισμού εν τέλει δεν είναι άλλος από την σταθερή αντίθεση απέναντι σε αυτόν τον προωθούμενο συστημικό ολοκληρωτισμό που θέτει σε κίνδυνο την υπόσταση και την κυριαρχία του λαού και της χώρας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!