Ήδη πριν καλά-καλά κυλήσει ενάμισι έτος από την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ, γίνεται φανερό ότι κάτω από έναν ολέθριο, αλληλοτροφοδοτούμενο συνδυασμό επίτασης της δομικής κρίσης των ΗΠΑ / Δύσης, αδυναμίας απρόσκοπτης επιβολής της θέλησής τους «όπως πριν» και επαναληπτικής προσφυγής τους σε μια εκτός ορίων επιθετικότητα μέσα από πάσης φύσεως ‒στρατιωτικά, οικονομικά και άλλα‒ μέτωπα που ανοίγουν το ένα πίσω από τ’ άλλο, η ανθρωπότητα –πριν απ’ όλα οι ευρύτατες κοινωνικές πλειοψηφίες σε όλο τον πλανήτη– βρίσκονται «εγκλωβισμένες» σε μια περίοδο διαδοχικών πολεμικών συρράξεων. Μέσα από μια διαρκή αιώρηση ανάμεσα σε κλιμακώσεις που καταρρίπτουν το ένα μετά το άλλο τα μέχρι πρότινος παραδεδεγμένα «αδιανόητα» και σε αμφίβολες υφέσεις-εκεχειρίες, ξεδιπλώνεται και παγκοσμιοποιείται μια αλυσίδα πολέμων «της εποχής παρακμής (αλλά και αμφισβήτησης) της ηγεμονίας της Δύσης».
Η περίοδος Τραμπ βέβαια δεν είναι ένας «κεραυνός εν αιθρία», μια ανεξήγητη εξαίρεση, ούτε ακόμη περισσότερο μπορεί να εξηγηθεί σαν κάποιο «προσωπικό» καπρίτσιο. Έχει πίσω της τη μακρά «προετοιμασία» επάλληλων κύκλων «μεταψυχροπολεμικών» πολέμων που έχουν προκαλέσει οι ΗΠΑ, με θύματα μια σειρά από λαούς και χώρες που βρέθηκαν διαδοχικά στο στόχαστρο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Από τη Γιουγκοσλαβία, στη Σομαλία, στο Ιράκ και από ’κει στο Αφγανιστάν, τη Λιβύη, τη Συρία, την επί τούτου πρόκληση του πολέμου με τη Ρωσία στην Ουκρανία (σημείο καμπής στην εξέλιξη όλης αυτής της πορείας) και τώρα στη Βενεζουέλα και στο Ιράν – για να μείνουμε μόνο στις απροκάλυπτες «απευθείας» εμπλοκές των ΗΠΑ.
Όμως η φάση Τραμπ δείχνει τον μετασχηματισμό προηγούμενων «ποσοτήτων» σε νέες «ποιότητες». Η δίμορφη κρίση –του υπό τη Δύση παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος συνολικά, και της ηγεμονίας των ΗΠΑ ειδικότερα– έχει επιταχυνθεί πολύ, περνάει σε πολύ πιο προχωρημένα στάδια και ασκεί τεράστιες πιέσεις στις δυτικές «ελίτ». Παράγει μια πρωτοφανή βαρβαρότητα, μια δηλωμένη απογύμνωση από οποιουσδήποτε ιδεολογικούς-πολιτικούς-ηθικούς όρους νομιμοποίησης των αξιώσεων, των επιλογών και των πράξεων των εξουσιαστικών κύκλων της Δύσης. Που επιχειρείται να επιβληθεί σαν «νέα κανονικότητα». Όμως οι, απίστευτης ιταμότητας, διαρκείς απειλές της ηγεσίας Τραμπ ότι θα καταστρέψει λαούς, έθνη και χώρες, ότι θα αφανίσει έναν άλλο πολιτισμό (τον ιρανικό) (!) μόνο και μόνο γιατί δεν ενδίδουν στα «θέλω του», ότι θα αρπάζει ετσιθελικά και απροσχημάτιστα πόρους άλλων χωρών μόνο ελέω ισχύος των ΗΠΑ που ορίζει το τι είναι δίκαιο κ.λπ. έρχονται μαζί με τα πολλαπλασιαζόμενα σημάδια μεγάλων διαλείψεων-κενών-υπόσκαψης, των πραγματικών δυνατοτήτων των ΗΠΑ να επιβάλουν απρόσκοπτα τη θέλησή τους. Πολλά πράγματα έχουν φτάσει, για τις ΗΠΑ και τη «γυμνή ισχύ» τους, στα όριά τους. Διακυβεύονται καταστροφικές εξελίξεις, απειλητικές και για τη δική τους υπόσταση όσο και για τη δυνατότητά τους να κουμαντάρουν και να εγγυώνται ένα ολόκληρο σύστημα συμμαχιών σε νευραλγικές περιοχές που μέχρι τώρα έλεγχαν (Μ. Ανατολή αλλά και Ευρώπη σε ένα άλλο επίπεδο). Γίνεται όλο και εμφανέστερο ότι δεν μπορούν να ελέγξουν τις δευτερογενείς συνέπειες των εκτός μέτρου ιμπεριαλιστικών τους παροξυσμών.
Την ίδια στιγμή, η ηθικοπολιτική έκπτωση του αμερικανικού / δυτικού ηγετικού προφίλ επιταχύνεται δραματικά και βοά για τη συντελούμενη ιστορική ήττα της Δύσης. Οι ιθύνοντες κύκλοι που βρίσκονται σήμερα στο τιμόνι των ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει τα όρια της «ύβρεως» (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου). Έχουν πει και έχουν κάνει πράγματα που παραβιάζουν κάθε θέσμιο, «κάθε ιερό και όσιο» πάνω στο οποίο βασίζονται οι ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις. Και βέβαια όλα τούτα, πίσω από τις τρέχουσες «προσωποποιήσεις» τους από τα επιτελεία που συναθροίζονται γύρω από τον Τραμπ ή τον Νετανιάχου, εκθέτουν πρωτίστως τις «ποιότητες» και τον «πολιτισμό» συνολικά, της ανάσας του σημερινού αμερικανικού ιμπεριαλισμού, στην αξεχώριστη σύμπλεξή του με τις σιωνιστικές του συνιστώσες και τις δικές τους χαρακτηριστικές «συμβολές» απανθρωποποιητικής βαρβαρότητας.
Παρά τον ορυμαγδό της ασταμάτητης δυτικής προπαγάνδας (και όσον αφορά τα καθ’ ημάς, της απόλυτης υποτέλειας που θέλει να επιβάλει σαν κανονικότητα ο ελληνικός αστισμός), όλο και δυσκολότερα μπορεί να κρυφτεί η ζωηρότητα της αντίστιξης ανάμεσα σε «δύο κόσμους», που επανέρχεται για άλλη μια φορά μέσα στην Ιστορία και αποδίδει με ουσιώδη τρόπο το πνεύμα των ημερών: Από τη μια αυτοθαυμάζονται οι επιτιθέμενοι, ΗΠΑ και Ισραήλ, με την κομπαστική τους αμετροέπεια και με μια τόσο τεράστια και γυμνή, κτηνώδη χρήση της ισχύος ως αποκλειστικό τους επιχείρημα που «μωραίνει». Αναγκάζοντας πλέον ακόμη και βαθέως συστημικούς κύκλους μπροστά στα αδιέξοδα μιας ιστορικού χαρακτήρα ήττας να αρχίζουν να αναζητούν σωσίβιες διαφυγές ψιθυρίζοντας φόρμουλες αντικατάστασης «του προέδρου» λόγω «ανισόρροπης συμπεριφοράς» του. Από την άλλη στέκει όρθιος ένας λαός, ο ιρανικός, μια κοινωνία που θέλει και μπορεί να αμύνεται, με όσα έχει και με όλες τις δυσκολίες, εξωτερικές και εσωτερικές που έχει στην πλάτη του. Προσθέτοντας τις δικές του σελίδες στα πανανθρώπινα παραδείγματα αξιοπρέπειας που επιβεβαιώνουν ότι «δεν αποφασίζει τα πάντα η ισχύς». Και επιπλέον με το αξιοπρόσεκτο επίτευγμα υπομονετικής, πολύχρονης προετοιμασίας και συγκροτημένης υλοποίησης ενός πολιτικοστρατιωτικού σχεδίου που αποδεικνύεται στην πράξη εντυπωσιακά ρεαλιστικό και αποτελεσματικό. Αυτό το τελευταίο ας το κρατήσουμε ιδιαιτέρως. Λέει πολλά και για τα καθ’ ημάς. Όχι για να υποκύψουμε σε πειρασμούς επιφανειακών αντιγραφών αλλά ως προς τα κριτήρια, τις προτεραιότητες και τις πολιτικές μεθόδους.
Μιλώντας για την ειρήνη λοιπόν, δηλαδή για την ανάγκη αντίστασης «στον πόλεμο», με ουσιαστικούς όρους, πρέπει να αρχίζουμε από το πρώτο αναγκαίο βήμα. Της αντίστασης στην προωθούμενη «κανονικότητα». Η υπεράσπιση της ειρήνης είναι πριν απ’ ο,τιδήποτε άλλο, η οικοδόμηση όρων αντίθεσης προς τις αλλεπάλληλες ροπές προς νέους πολέμους που γεννά ο σημερινός δυτικός ιμπεριαλισμός όπως τελεί υπό το «άγχος της ιστορικής του αποδρομής». Και ως προς αυτό δεν μπορεί παρά να αφορά μια πολιτική με μαζικούς όρους και ανοιχτότητα. Και με διάθεση να εκτιμήσει ρεαλιστικά τις σημερινές διαθέσεις των πλατιών λαϊκών στρωμάτων, τις μεγάλες δυσκολίες αλλά και τις δυναμικές για νέες μορφές απελευθερωτικής πολιτικοποίησης που παραμένουν κρυμμένες.
Κομβικό θέμα η κοινωνική διαθεσιμότητα, η υποστροφή της αλλά και τα υπόκωφα δυναμικά της
Ανάγκη να αρχίσουμε από το κεντρικό. Χρειάζεται επαρκή εξήγηση η σημερινή υποτονικότητα, η υποστροφή και η αμηχανία που παρουσιάζουν οι κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στο ιστορικό κύμα πρωτοφανούς ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας που εκδηλώνει σήμερα η Δύση με επικεφαλής τις ΗΠΑ. Η σύγκριση με τη ζωτικότητα των αντιπολεμικών-αντιιμπεριαλιστικών κύκλων κοινωνικής κινητοποίησης που γνώρισε ο 20ός αιώνας (και με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά που προσέλαβαν αυτές σε όλη την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) αλλά ακόμη και μέχρι τη σχετικά πρόσφατη (2003) ογκώδη αντιπολεμική κινητοποίηση που προκάλεσε ο πόλεμος των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράκ, δίνει ένα μέτρο του προβλήματος. Είναι αναγκαία η σοβαρή εκτίμηση των συνθηκών που κρατάνε τις κοινωνίες σήμερα «αποσβολωμένες», αλλά και των «υπόγειων» και «άτυπων» διαθέσεων και δυναμικών που αναπτύσσονται.
Στον πυρήνα του θέματος βρίσκεται το πλέγμα των «απαντήσεων» του κόσμου του κεφαλαίου απέναντι στο πρώτο παγκόσμιας κλίμακας κύμα εγχειρημάτων κοινωνικής και εθνικής χειραφέτησης που γνώρισε ο 20ός αιώνας, και ειδικότερα μέσα στις συνθήκες νέων συσχετισμών δυνάμεων και μεγάλων συνειδησιακών προχωρημάτων που έφερε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα αντιφασιστικά και αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά που αυτός προσέλαβε. Οι κοινωνίες έχουν υποβληθεί (και συνεχίζουν να υποβάλλονται) σε κύκλους χειρισμών τεράστιας κλίμακας που υπερεπαρκούν για να εξηγήσουν το σημερινό τοπίο. Ας αναλογιστούμε πολύ συνοπτικά τη διαδοχή φάσεων: Από τον Ψυχρό Πόλεμο και τις πολυεπίπεδες ρυθμίσεις που εισήγαγε ο καπιταλισμός υπό δυτική ηγεμονία προκειμένου να απορροφήσει και να ενσωματώσει τις ογκούμενες αμφισβητήσεις που αντιμετώπιζε, στη νεοφιλελεύθερη αντιδραστική απορρύθμιση που άλλαξε βιαιότατα τους όρους της κοινωνικής διαπάλης και έθεσε τις βάσεις για να τεθεί ουσιαστικά εκτός μάχης ένας ολόκληρος ιστορικός κύκλος αριστεράς. Στη συνέχεια η διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και η στρατηγική ανάσα που έλαβε η Δύση μέσω της τεράστιας μετακίνησης της συσσώρευσης κεφαλαίου προς ανατολάς (προς την Κίνα κυρίως) και της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης (απελευθέρωση της υπερκινητικότητας του κεφαλαίου και απεριόριστη χρηματιστικοποίηση των μητροπολιτικών κέντρων της Δύσης). Ακολούθησε η βραχύβια «μονοπολική στιγμή των ΗΠΑ», η απεγνωσμένη τους αναζήτηση «κατασκευής αντιπάλων» και οι ολέθριοι πόλεμοί τους, η επάνοδος σε οξύτατες μορφές παγκόσμιας συστημικής κρίσης με επίκεντρο το πιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ (2008) και όλη η σειρά βίαιων προσπαθειών εισαγωγής τεράστιων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη έκτοτε και κλονίζει τις πιο θεμελιώδεις σταθερές της κοινωνικής οργάνωσης, της εργασίας, του χρόνου και του χώρου, των τρόπων ζωής, των συστημάτων αξιών, αναζήτησης νοήματος κ.λπ. Με βασικά μοτίβα την «πανδημία» ως πεδίο δοκιμών εισαγωγής βιοπολιτικών ελέγχων, και τον χειρισμό της «ενεργειακής και κλιματικής κρίσης», τον «πόλεμο και την πολεμική οικονομία», την «ασφάλεια και τη διαχείριση κινδύνων» ως πεδία επιβολής τεράστιων μεταφορών πόρων και εισοδήματος που επιφέρουν αντίστοιχες οξύνσεις κοινωνικών ανισοτήτων και αποκλεισμών, και πλείστα άλλα.
Μέσα σ’ αυτό το γίγνεσθαι, κάθε άλλο παρά λείπουν οι κοινωνικές αντιδράσεις ή έχουν χαλιναγωγηθεί οι αντιθέσεις που τις γεννούν. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. Αυτό που χτυπάει πρώτο στο μάτι είναι η ευρύτητα του κλονισμού της συναίνεσης προς τα πολιτικά συστήματα, που δεν παύει να σωρεύεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Αλλά και η διαφορετικότητα (μαζί και τα διαφορετικά πολιτικά πρόσημα και αφετηρίες) με τα οποία εκφράζονται οι αντισυστημικές κοινωνικές διαθέσεις στις κύριες χώρες της Ευρώπης (που βρίσκονται συνολικά σε συνθήκες πολιτικής κρίσης, ανοιχτής –Γαλλία, Βρετανία– ή πιο υπόκωφης –Γερμανία, Ιταλία–) και στις ΗΠΑ, όπου τα ρήγματα τείνουν να προσλάβουν εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά. Να σημειωθεί επιπλέον ότι, παρά τις συστηματικές προσπάθειες μιλιταριστικής στροφής των ευρωπαϊκών ελίτ και τη σημαντικά εμπεδωμένη εχθρική-φοβική στάση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων απέναντι στη Ρωσία, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν έχουν στρατευτεί μέχρι σήμερα «στον πόλεμο» της Ουκρανίας και αντιτίθενται στις «θυσίες» που επιβάλλει η πολεμική οικονομία. Αντίστοιχα ο πόλεμος των ΗΠΑ / Ισραήλ ενάντια στο Ιράν είναι ευρύτατα αντιδημοφιλής μέσα στην αμερικανική κοινωνία, πολύ περισσότερο μάλιστα σε συνδυασμό με τις οικονομικές του συνέπειες – τιμές καυσίμων, πληθωρισμός, στασιμότητα κ.λπ. Τα φορτία που γίνονται εκρηκτικά και έρχονται από ρεύματα διαφορετικών αφετηριών (δημοκρατικών-χειραφετητικών αλλά και συντηρητικών από σύνθετες διεργασίες εντός του MAGA), αφορούν και ένα πρωτόγνωρο, αυξανόμενο ρεύμα αντίθεσης προς την επιθετικότητα των σιωνιστικών κέντρων ισχύος εντός ΗΠΑ (προς τα πανεπιστήμια και γενικότερα προς την ισραηλινή σύμπραξη με τον κατασταλτικό μηχανισμό που ενεργοποιεί ο Τραμπ εσωτερικά) και αντίθεσης στους πολέμους του Ισραήλ που «επιβάλλονται απ’ αυτό» στις ΗΠΑ.
Πόλεμος και ειρήνη σήμερα
Κατ’ αρχήν ο πόλεμος σήμερα είναι βασική επιλογή των δυτικών ελίτ. Και «προς τα έξω» για την ανάσχεση της πορείας προς έναν «μετα- δυτικό» πολυκεντρικό κόσμο, και για την επίλυση των ενδοδυτικών ανταγωνισμών που πάνε να τεθούν εκτός ελέγχου. Αλλά και «προς τα μέσα» για την πειθάρχηση των κοινωνιών και το ζέψιμό τους σε ακραία απανθρωποποιητικά, αλλοτριωτικά και τεχνοδεσποτικά αντιδημοκρατικά σχέδια που σχετίζονται με τις μεγάλες «φυγές» που προωθεί το κεφάλαιο για την αντιμετώπιση της αξεπέραστης εδώ και δεκαετίες δομικής του κρίσης. Οι δύο διαστάσεις, η «προς τα έξω» και η «προς τα μέσα», συνδέονται οργανικά, και με τους σημερινούς όρους «ο πόλεμος» σε όλες τις μορφές που εξαπολύεται –στρατιωτικές, οικονομικές, πολιτικές, υβριδικές του «πολέμου πολιτισμών» που προωθούνται αόκνως και των μεθοδεύσεων συγκρότησης «εχθρών» και ρηγμάτων μέσα στις κοινωνίες– έρχεται στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών και αφορά άμεσα πλέον και τα μητροπολιτικά κέντρα της Δύσης. Το ξύπνημα από την πλαστή εικόνα ότι η «Ευρώπη» έχει αφήσει πίσω της τους πολέμους είναι πολύ βίαιο. Η «υπόσχεση» των ιθυνουσών τάξεων σήμερα είναι «φέρετρα» και «διαρκής λιτότητα» στην προοπτική διαρκούς πολέμου με τη Ρωσία, μιας στρατιωτικοποίησης που είναι ζήτημα αν βγαίνει καν (έστω και με φασιστικές εκτροπές) και οικονομικής σύνθλιψης και αποδιάρθρωσης της «Ευρώπης» μεταξύ ΗΠΑ και Ευρασίας. Οι ΗΠΑ, η αμερικανική κοινωνία έχει και αυτή τον δικό της δρόμο να διανύσει αντίστοιχα, με τις δικές της δύσβατες αφυπνίσεις σχετικά με το τέλος της αμερικανικής μονοκρατορίας που «είναι πλέον εδώ». Και δεν έχουμε βάλει στην εξίσωση τα μη δυτικά φορτία κοινωνικών αντιθέσεων και όσα κρατούνται καταπιεσμένα πίσω από τις στρατοπεδεύσεις ανάμεσα σε κοσμοκρατορικές δυνάμεις που προς το παρόν κυριαρχούν και επιβάλλουν τους «νόμους τους».
Η πάλη για την ειρήνη συνδέεται πιο άρρηκτα από ποτέ με την πάλη για δημοκρατία (η μορφή των αγώνων σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατική και ως προς την ανοιχτότητα και ως προς τα υποκείμενα που απαιτούνται, την ίδια στιγμή που οι αντισυστημικές διαθέσεις δεν είναι καθόλου εγγυημένα μόνο τέτοιου προσανατολισμού). Και εν τέλει είναι αξεχώριστη από το άνοιγμα δρόμων κοινωνικής χειραφέτησης. Αντιμετώπισης των ανισοτήτων και των αποκλεισμών που γεννά ο δυτικός ιμπεριαλισμός σε πρώτο πλάνο – που έφτασε μάλιστα πρόσφατα να δηλώνει ρητά την πρόθεσή του για συνολική επαναφορά της αποικιοκρατικής επιβολής της Δύσης επί του «υπόλοιπου» πλανήτη και για τη συνολική αναστροφή των όσων έφερε η παγκόσμια σοσιαλιστική κίνηση των δύο τελευταίων αιώνων!








































































