Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο είναι το κεντρικό γεγονός αυτών των ημερών. Εύλογα έχει τραβήξει τη διεθνή προσοχή, ακόμη περισσότερο μάλιστα στο πλαίσιο των αδιεξόδων που δεν παύει να παράγει η κρίση του Περσικού που έχει προκαλέσει η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση ενάντια στο Ιράν. Βέβαια το κουβάρι των θεμάτων που έχουν φέρει τις ΗΠΑ σε τροχιά σύγκρουσης με την Κίνα είναι πολύ ευρύτερο και βαθύτερο. Περιέχει μια σειρά από γεωπολιτικές και οικονομικές διαστάσεις (την Ταϊβάν, τους δασμολογικούς και ενεργειακούς πολέμους, την πολυμέτωπη επιθετικότητα των ΗΠΑ σε παγκόσμια κλίμακα και πολλά άλλα).
Το υπόβαθρο αυτής της εποχής πολέμων κάθε μορφής που ζούμε είναι διπλό. Με απόλυτα συνυφασμένες τις δύο του όψεις, που παίρνουν τη μορφή μιας «γενικευμένης κρίσης της παγκοσμιοποίησης». Η μία όψη του νομίσματος αφορά τη φθίνουσα (και γι’ αυτό πολύ ταραχώδη και με ακραίους επιθετικούς σπασμούς) πορεία της αμερικανικής / δυτικής ηγεμονίας, όπως αυτή έρχεται να συναντηθεί με την ανοδική κίνηση των ευρασιατικών δυνάμεων (της Κίνας κυρίως, αλλά και της Ρωσίας και της Ινδίας σε σημαντικό βαθμό), και ενός ολόκληρου κόσμου που διαμορφώνεται γύρω τους με αβέβαια και «δύσκολα» βήματα. Η άλλη του όψη είναι εκείνη των βαθύτατων αναστατώσεων και των μη χαλιναγωγήσιμων ανταγωνισμών που γεννιούνται στο έδαφος της συστημικής, πολεπίπεδης-γενικευμένης κρίσης η οποία διαπερνά σήμερα, αν και με πολύ ανισομερείς τρόπους, τον κόσμο του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα.
Όλα όσα παρουσιάζονται (και αναμασώνται στα «αφηγήματα» που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση) ως «ιδιοσυγκρασιακές» ιδιαιτερότητες της διοίκησης Τραμπ –η «γυμνή» επιθετικότητα και συναλλακτικότητα, η γενικευμένη ανατίναξη των κανόνων και των πλαισίων ρύθμισης του διεθνούς συστήματος, οι ακραίες παλινωδίες, και το χάος που προκύπτει από την επιλογή του «απρόβλεπτου» ως τρόπου άσκησης πολιτικής– είναι άμεσα συνδεμένα με αυτή τη διπλή κρίση.
Τι «γύρεψε» ο Τραμπ στο Πεκίνο και τι επιδιώκει και απαντά η Κίνα
Τα πολιτικά μηνύματα και οι τόνοι των δύο πλευρών δεν θα μπορούσαν να γίνουν πιο ευδιάκριτα. Δίνοντας σημαντικά στοιχεία για την κατάσταση της καθεμιάς τους.
Η τοποθέτηση και τα διλημματικού χαρακτήρα ερωτήματα που έβαλε στο τραπέζι ο Κινέζος πρόεδρος προχώρησαν κατευθείαν στα βασικά, στρατηγικά διακυβεύματα. Επιδιώκοντας να προβάλουν την εικόνα της Κίνας που οι παραγωγικές και λοιπές της δυνατότητες υποστηρίζουν την αυτοπεποίθησή της να διεκδικεί ισότιμη θέση συνδιαμορφωτή της παγκόσμιας κατάστασης, μαζί με τις ΗΠΑ, με επίγνωση (και προειδοποιητική υπόμνηση) ότι μια μεταξύ τους σύγκρουση θα ήταν καταστροφική και για τις δύο. Τι είπε ο Σι συνοπτικά: Η σχέση ΗΠΑ-Κίνας, ως των δύο μεγαλύτερων παγκόσμιων δυνάμεων, είναι η σημαντικότερη διακρατική σχέση στον κόσμο, που καθορίζει τις εξελίξεις και πρέπει να διαφυλαχθεί από το να εκτραπεί συγκρουσιακά. Χαρακτηριστικά έθεσε ως ανοιχτό προς απάντηση ερώτημα, το κατά πόσον μπορεί να αποφευχθεί η «παγίδα του Θουκυδίδη» στη μεταξύ τους σχέση (δηλαδή εκείνη η πορεία που συχνά έχει φέρει μια μεγάλη κρατούσα δύναμη σε ολοκληρωτική σύγκρουση με μια ανερχόμενη, οδηγώντας τις σε αμοιβαία καταστροφική αποδυνάμωση, όπως συνέβη μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο). Απαντώντας το, υπογράμμισε την κινεζική εκτίμηση ότι «υπάρχει χώρος και για τις δύο χώρες». Και διπλωματικά μεν αλλά σαφέστατα «παρότρυνε» τις ΗΠΑ να αποφύγουν τις περαιτέρω επιθετικές κινήσεις (οικονομικές και άλλες) και να μπουν σε μια πορεία αμοιβαία επωφελούς «συγκατοίκησης» με την Κίνα.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο και με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο, η κινεζική πλευρά δήλωσε αμέσως πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Τραμπ, ότι το θέμα της Ταϊβάν, ως συστατικό τμήμα μιας ενιαίας Κίνας μακριά από τις ενθαρρύνσεις των ΗΠΑ για «ανεξαρτησία» της, παραμένει παγίως αδιαπραγμάτευτο για το Πεκίνο, και ότι τυχόν απερίσκεπτες ενέργειες γύρω απ’ αυτό το ζήτημα θα κατέληγαν να οδηγήσουν σίγουρα σε σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών. Επιπλέον επαναλήφθηκε η ανάγκη από κοινού ανάληψης ευθύνης για την παγκόσμια κατάσταση (η λογική μιας νέας παγκοσμιοποίησης με καθοριστική συμβολή της Κίνας προβάλλεται σταθερά τα τελευταία χρόνια) αλλά και η πρόθεση για «ολοένα» μεγαλύτερο άνοιγμα της οικονομίας της Κίνας. Φυσικά τα ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με την πιθανότητα επιτυχίας μιας τέτοιας πολιτικής λογικής, αλλά και με τις μεγάλες (και ενδογενείς) αντιφάσεις της, είναι θέμα στο οποίο θα πρέπει να επανερχόμαστε. Όμως η ελκυστικότητα των τέτοιων σχεδιασμών, η ηγεμονικότητα που μπορούν να κατακτήσουν τουλάχιστον στο «μη δυτικό» τμήμα του πλανήτη, φαίνεται υπολογίσιμη και διευρυνόμενη.
Απέναντι σ’ αυτή την κινεζική τοποθέτηση-εμφάνιση-πολιτική παράσταση, ο Τραμπ έδειξε (ενώπιον μάλιστα παγκόσμιου κοινού) πολύ «λίγος» και κάπως «επαρχιώτικος». Κούφιες, άνευ οποιασδήποτε ουσίας (και επιπλέον πολύ αμήχανες), οι διαβεβαιώσεις του για ένα «εκπληκτικό μέλλον» των σινοαμερικανικών σχέσεων. Διαβεβαιώσεις του σε μια αποστροφή του λόγου του, ακόμη και για το ότι «λέει πάντα την αλήθεια»(!). Μη αποκρυπτόμενο το άγχος του για το ότι αναγκάστηκε τελικά να πάει στο Πεκίνο με αδιέξοδο στο θέμα Ορμούζ, που παραμένει κλειστό και τον πιέζει αφόρητα. Άγχος που γίνεται έκδηλο ακόμη και από τις χοντροκομμένες δηλώσεις του, ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα λήξει το θέμα Ιράν ο ίδιος, χωρίς να χρειάζεται τη βοήθεια της Κίνας. Να σημειωθεί ότι η Κίνα μπροστά στη στριμωγμένη θέση που βρίσκονται οι ΗΠΑ, εμφανίζεται με σημαντικές ευχέρειες υποστήριξης του Ιράν με όρους «ουδετερότητας» και «παγίων θέσεων αρχών», αποφυγής άμεσης εμπλοκής της, ελεύθερης ναυσιπλοΐας κ.λπ.
Και μετά μπίζνες. Αναζήτηση άμεσων, άρον-άρον διεξόδων για μια αμερικανική οικονομία που ασθμαίνει και πιέζει πολιτικά (και εκλογικά). Επιχειρηματικά ντηλ από μια ολόκληρη ακολουθία επικεφαλής εταιριών που τον συνόδευσε στο Πεκίνο, ανάμεσά τους η Boeing (που παίζει τις προοπτικές βιωσιμότητάς της), η Apple και οι εταιρείες του Μασκ που έχουν τεράστια επενδεδυμένα συμφέροντα στην Κίνα (που υποτίθεται ότι ήθελε να τα επαναπατρίσει), η Blackrock και αρκετές άλλες, τριάντα περίπου τον αριθμό. Και εξαγωγές βοδινού κρέατος και σόγιας στην Κίνα γιατί το αγροτικό επίσης πιέζει αφόρητα τις ΗΠΑ.
Τέλος, δύο πράγματα συζητιούνται ευρέως αυτές τις μέρες. Η έλλειψη προετοιμασίας των συνομιλιών και η εξαιρετικά μικρή τους διάρκεια (ουσιαστικά όχι πολύ μεγαλύτερη από ένα δίωρο ή τρίωρο μεταξύ Τραμπ και Σι). Οι λόγοι εκτιμάται ότι δεν είναι άσχετοι και από μια ευρύτατη, δομική διάρρηξη εμπιστοσύνης που έχει προκληθεί από τις χωρίς προηγούμενο ετσιθελικές παρασπονδίες Τραμπ, και φαίνεται ότι επηρεάζει και τη δυνατότητα ουσιαστικών συνομιλιών και ακόμη περισσότερο συμφωνιών. Το δεύτερο είναι μια χαρακτηριστικά ασυνήθιστη «σεμνότητα» Τραμπ και αποχή του από τις γνωστές του αμετροέπειες, επί κινεζικού εδάφους, που δείχνει κι αυτή πολλά για τις μετατοπίσεις των παγκόσμιων συσχετισμών δυνάμεων που διαμορφώνονται.
Την ίδια στιγμή οι τεκτονικές πλάκες κινούνται στον Περσικό (και όχι μόνο)
Το Ορμούζ παραμένει κλειστό και οι ΗΠΑ βρίσκονται στριμωγμένες μπροστά σε επιλογές που όλες τους τις οδηγούν σε μεγάλη, δύσκολα διαχειρίσιμη χασούρα. Είτε ως νέος γύρος πολέμου (ακόμη ισχυρότερων βομβαρδισμών εφόσον μια χερσαία επιχείρηση μάλλον κρίνεται υπερβολικού ρίσκου), είτε ως παράταση του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών που θα φέρει ντόμινο αξεπέραστων προβλημάτων από μια παράταση της έλλειψης των υδρογονανθράκων του Περσικού κόλπου, που επηρεάζει αποφασιστικά την ευστάθεια του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος αλλά και ειδικότερα των ΗΠΑ. Είτε με την αναζήτηση ενός συμβιβασμού που φαίνεται αυτή τη στιγμή ασήκωτος πολιτικά (τουλάχιστον χωρίς να προηγηθεί μια μείζων, σαρωτική πολιτική αλλαγή εντός ΗΠΑ και μια γενικότερη αναδιάταξη ισορροπιών με το Ισραήλ και μέσα στη Δύση γενικότερα).
Την ίδια στιγμή, η πραγματικότητα δεν ανέχεται την ακινησία των παρατεινόμενων αδιεξόδων. Οι μοναρχίες του Κόλπου αναζητούν στοιχίσεις και διευθετήσεις που παρέχουν την ασφάλεια την οποία αποτυγχάνουν παταγωδώς να τους εξασφαλίσουν οι ΗΠΑ. Η Σαουδική Αραβία έχει αρχίσει αναζητήσεις οδών που θα μπορούσαν να της εξασφαλίσουν μια συνύπαρξη με το Ιράν. Στις σχετικές διεργασίες εμπλέκονται η Κίνα, η Ρωσία και σε κάποιο βαθμό η Ευρώπη. Ενώ την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ τείνουν να βρεθούν «κλειδωμένες απ’ έξω», εγκλωβισμένες στα αδιέξοδα των «συνομιλιών» τους με το Ιράν. Στον αντίποδα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) στοιχίζονται αμετάκλητα με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Η αποκαλυπτόμενη τώρα άμεση συμμετοχή τους στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση και η πρόσφατη έξοδός τους από τον ΟΠΕΚ εντάσσεται σ’ αυτήν την πορεία. Το ότι τα ΗΑΕ συμμετέχουν σε κάποιο βαθμό και στους BRICS ανήκει στις «τρελές», λαβυρινθώδεις αντιφάσεις μιας εποχής «αξόνων» που αναβιώνει. Τέλος, μόνο απαρατήρητη δεν πρέπει να μας περάσει η πολιτικοστρατιωτική προσέγγιση ανάμεσα σε Σαουδική Αραβία, Πακιστάν, Τουρκία και Αίγυπτο. Κίνα και Ρωσία είναι παρούσες και εδώ, ενώ η Ινδία κάνει τις δικές της ασκήσεις ισορροπίας ανάμεσα σε Ρωσία, Κίνα, Ισραήλ (και ΗΠΑ), προσπαθώντας και αυτή να «βγει στη Μεσόγειο».










































































