του Βασίλη Ξυδιά

 

Οι προσδοκίες που γεννά η εκλογική δυναμική του Ζαν-Λικ Μελανσόν βρίσκει πολλούς από εμάς κάπως αμήχανους ή επιφυλακτικούς. Θα καταφέρει η «Ανυπότακτη Γαλλία» να σταθεί όρθια μπροστά στους δυσμενείς συσχετισμούς και τα ιδεολογικά αδιέξοδα που κατέβαλαν άλλους ή ανέστειλαν τη δυναμική τους; Βλ. ΣΥΡΙΖΑ, Podemos, Κόρμπιν, Σάντερς (αν περιοριστούμε σε κινήματα του δυτικού κόσμου που είναι κάπως συγκρίσιμα). Εύλογο ερώτημα, αφού όποιος καεί στον χυλό φυσάει και το γιαούρτι.

Υπάρχει πάντως μια κρίσιμη διαφορά, που αξίζει να σημειωθεί εξ αρχής. Ο Μελανσόν δεν μιλάει στο όνομα της αριστεράς, ούτε των γενικών κοινωνικών και πολιτικών οραμάτων της. Μιλάει στο όνομα του γαλλικού έθνους-λαού ενσαρκώνοντας την ιδέα ενός ιστορικά ενεργού, ριζοσπαστικού, δημοκρατικού-πατριωτικού ρεπουμπλικανισμού που παραπέμπει πριν απ’ όλα στο συστατικό γεγονός του γαλλικού κράτους: στην επανάσταση του 1789. Στρέφοντας τα πυρά του πρώτα και κύρια εναντίον του πολιτικού συστήματος εστιάζει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο στη θεσμική-συνταγματική υπέρβαση της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Σ’ αυτόν τον βασικό καμβά εντάσσει σε δεύτερο πλάνο την αντιμετώπιση της λιτότητας, την προστασία του κοινωνικού κράτους, τη θέση της Γαλλίας απέναντι στην Ευρώπη κλπ. Είναι μια συνεκτική στρατηγική, την οποία η «Ανυπότακτη Γαλλία» – ολόκληρη σαν κίνημα  και όχι απλώς ο Μελανσόν σαν προσωπική ρητορική – συνοψίζει θαρραλέα και χωρίς κανένα κόμπλεξ στην έννοια του «ανθρωπιστικού λαϊκισμού», αντιδιαστέλλοντάς τον προς τον ακροδεξιό-ρατσιστικό λαϊκισμό της Λε-Πεν.

Αν όλα αυτά δεν είναι απλώς επικοινωνιακά, αλλά εκφράζουν πραγματική πολιτική πρόθεση, τότε αποτελούν το σωστό κατά τη γνώμη μου μίγμα πολιτικού ριζοσπαστισμού και ιδεολογικής μετριοπάθειας που χρειάζεται για να μετατραπεί σε εφαρμόσιμη και νικηφόρα στρατηγική η βιωμένη αγανάκτηση και η αηδία που η μεγάλη πλειονότητα των Γάλλων – και όχι μόνο – νιώθουν για το πολιτικό τους σύστημα. Είναι αυτός ο ιδιότυπος συνδυασμός ριζοσπαστισμού και ευθύνης για τον οποίο έχω αναλυτικά μιλήσει αλλού (βλ. άρθρο μου σε Τετράδια 66-67, Φθιν.-Χειμ. 2016-17), εννοώντας τον ριζοσπαστισμό που αναλαμβάνει με πραγματικούς όρους την ευθύνη της σύγκρουσης με την παγκόσμια ελίτ και την αναζήτηση εναλλακτικής διεξόδου από την κρίση εδώ και τώρα – και όχι «όταν θα ωριμάσουν οι συνθήκες».

Είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που υπήρξε η «Πρώτη φορά Αριστερά» στην Ελλάδα, όντας ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στ’ αλεύρι· όντας δηλαδή δήθεν ασυμβίβαστη σε σοσιαλίζουσα προοδευτικότητα (ταξικισμός, δικαίωματα κλπ) και ηττοπαθής σε ό,τι αφορά τη ρήξη με το πολιτικό σύστημα και τις δυνατότητες λαϊκής πολιτικής συμμετοχής – ατυχής συνδυασμός του ιδεοληπτικού ριζοσπαστισμού των αριστερών συνιστωσών με τον πολιτικό πραγματισμό της ηγετικής ομάδας. Είναι επίσης αυτό που δεν μπόρεσαν να κάνουν ο Κόρμπιν και ο Σάντερς, εγκλωβισμένοι, παρά τις καλές ενδεχομένως προθέσεις, στα ιδεολογικά και άλλα πλοκάμια της κεντροαριστεράς. Και είναι αυτό που επεχείρησαν, αλλά δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν με τον ίδιο ξεκάθαρο τρόπο οι Podemos.

Μ’ αυτές τις σκέψεις θέλω να πιστεύω πως ο Μελανσόν μπορεί να κάνει τη διαφορά σε σχέση με όλους τους άλλους.

Είδομεν, άλλωστε… Κοντός ψαλμός, αλληλούια.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!