Στα ψιλά της ειδησεογραφίας, κυρίως στα εξειδικευμένα για αμυντικά θέματα Μέσα, πέρασε η είδηση σχετικά με την προμήθεια προβληματικών θερμικών καμερών από την εταιρεία Miltech για τη Διεύθυνση Ειδικών Δυνάμεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αν και θα έπρεπε να δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα αμυντικών προμηθειών στη χώρα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, εξοπλισμός κρίσιμος για νυχτερινές επιχειρήσεις παραδόθηκε αλλά δεν λειτούργησε ποτέ επιχειρησιακά, ενώ δεν μπορούσε καν να επισκευαστεί. Αν αυτά επιβεβαιωθούν πλήρως, δεν πρόκειται απλώς για μια αστοχία, αλλά για ένα σοβαρό ζήτημα αξιοπιστίας και ελέγχου.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι παρ’ όλα αυτά, στις 2 Απριλίου 2026, το Πολεμικό Ναυτικό υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με την ίδια εταιρεία, με στόχο την προώθηση τεχνολογιών αιχμής στις αεροναυτικές επιχειρήσεις, ενώ το όνομα της Miltech να φιγουράρει και στη λίστα εταιρειών που θα συμμετέχουν στην «Ασπίδα του Αχιλλέα». Η αντίφαση είναι προφανής: Πώς μια εταιρεία που φέρεται να απέτυχε σε κρίσιμο εξοπλισμό συνεχίζει να αποτελεί στρατηγικό συνεργάτη; Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά συνολικά τα κριτήρια αξιολόγησης και επιλογής συνεργασιών.
Η στροφή στην αμυντική βιομηχανία στην Ε.Ε. ανοίγει την όρεξη σε πολλούς παίκτες. Η είσοδος μεγάλων εγχώριων ομίλων στην αμυντική βιομηχανία δείχνει μια ευρύτερη τάση. Η συνεργασία της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με την Airbus για ανάπτυξη λύσεων άμυνας και υποδομών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διεύρυνσης δραστηριοτήτων σε έναν νέο, ιδιαίτερα χρηματοδοτούμενο τομέα. Αντίστοιχα, η Metlen (του ομίλου Μυτιληναίου) επενδύει δυναμικά στη δημιουργία αμυντικού hub στον Βόλο, με πολλαπλά εργοστάσια, σημαντικά κεφάλαια και στόχο την ένταξη σε ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής.
Η χρηματοδότηση μέσω ευρωπαϊκών εργαλείων, όπως το SAFE, λειτουργεί ως καταλύτης για αυτή τη μετάβαση. Εταιρείες που μέχρι πρόσφατα δραστηριοποιούνταν σε τομείς όπως η ενέργεια ή τα δημόσια έργα, μετά τις αρπαχτές στην πράσινη και στην ψηφιακή οικονομία, στρέφονται πλέον και στην άμυνα, αναζητώντας νέες πηγές κερδοφορίας. Αυτό από μόνο του δεν είναι αρνητικό, καθώς θα μπορούσε να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό οικοδόμησης βαθμών ισχύος και να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και την τεχνογνωσία. Ωστόσο, όταν η είσοδος αυτή γίνεται με όρους αρπαχτής, με εγγυημένη από το κράτος (και τους ελεγχόμενους πολιτικούς) κερδοφορία, χωρίς αντίστοιχη εμπειρία ή αποδεδειγμένη αξιοπιστία, δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι.
Συμπερασματικά, η συγκυρία μοιάζει να αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για την εγχώρια οικονομική ελίτ να συμμετάσχει σε ένα νέο κύμα χρηματοδότησης. Η διαπλοκή μεταξύ κράτους και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων ενδέχεται να προσφέρει εύκολη και ταχεία πρόσβαση σε αγορές που μέχρι χθες ήταν εκτός του πεδίου τους. Τι γίνεται όμως όταν οι πιέσεις, οι μίζες, τα ντιλ με πολυεθνικές (από ΗΠΑ, Γαλλία, ή Ισραήλ), τείνουν να γίνονται πιο σημαντικά κατά τον σχεδιασμό των αμυντικών προτεραιοτήτων της χώρας από τις ίδιες τις επιχειρησιακές ανάγκες; Στην άμυνα, το κόστος της αποτυχίας δεν είναι απλώς οικονομικό. Απαιτείται σοβαρότητα!





































































