Η χώρα έχει ήδη μπει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο. Το πολιτικό σύστημα κινείται στον γνωστό ρυθμό της επικοινωνιακής διαχείρισης, των δημοσκοπήσεων, των μικροκομματικών ισορροπιών και της ανακύκλωσης προσώπων και συνθημάτων. Η πολιτική μοιάζει να επιβάλλεται ως ένας μηχανισμός παραγωγής βραχυπρόθεσμων εντυπώσεων, την ίδια στιγμή που τα μεγάλα και στρατηγικά ζητήματα που καθορίζουν την πορεία της χώρας είτε αποσιωπώνται είτε αντιμετωπίζονται αποσπασματικά.
Κι όμως, πίσω από αυτή την επιφανειακή εικόνα πολιτικής «κανονικότητας», η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση. Η παραγωγική αποδιάρθρωση, η δημογραφική συρρίκνωση, η ενεργειακή εξάρτηση, η ερήμωση της υπαίθρου, η αποσύνθεση της κοινωνικής συνοχής, η μετανάστευση νέων ανθρώπων, η εργασιακή επισφάλεια και η αδυναμία συγκρότησης σταθερής κοινωνικής ζωής, η πολιτισμική αποδυνάμωση, η αδυναμία στρατηγικού σχεδιασμού και η σταδιακή υποχώρηση της κυριαρχίας της χώρας μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, δεν αποτελούν ξεχωριστές και ασύνδετες όψεις της πραγματικότητας. Συνθέτουν μια συνολική ιστορική συνθήκη, η οποία συνιστά –όπως έχουμε περιγράψει– το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας.
Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται σήμερα, λοιπόν, δεν αφορά το ποιος θα διαχειριστεί αποτελεσματικότερα το υπάρχον μοντέλο, ούτε πώς θα εξασφαλίζεται για τους αντιπολιτευόμενους μια συμπληρωματική συμμετοχή στα περιορισμένα προνόμια που αυτό προσφέρει. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως κοινωνία με στοιχειώδη συνοχή, παραγωγική βάση, ιστορική αυτοσυνειδησία και δυνατότητα συλλογικού μέλλοντος.
Το υπαρξιακό πρόβλημα ως πολιτική αφετηρία
Το να μιλήσουμε για «υπαρξιακό πρόβλημα» αποτελεί μια πολιτική και μεθοδολογική επιλογή που επιχειρεί να περιγράψει με ακρίβεια τη φύση της ιστορικής συνθήκης που διαμορφώνεται. Τα επιμέρους ζητήματα που προβάλλουν ως αιτίες ή αποτελέσματα της κρίσης και των συσσωρευμένων αδιεξόδων είναι εκφράσεις μιας βαθύτερης κρίσης αναπαραγωγής της ίδιας της χώρας ως ιδιαίτερης κοινωνικής, παραγωγικής και ιστορικής οντότητας.
Για πολλά χρόνια, η κυρίαρχη πολιτική αντιμετώπισε αυτά τα ζητήματα είτε ως τεχνικά προβλήματα είτε ως πεδία επιμέρους διαχειριστικών παρεμβάσεων. Όμως η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αντιμετώπιση του ενεργειακού ζητήματος χωρίς παραγωγική πολιτική, ούτε αντιμετώπιση του δημογραφικού χωρίς κοινωνική και εργασιακή προοπτική, ούτε πραγματική κοινωνική συνοχή χωρίς στοιχειώδη κυριαρχία και δυνατότητα στρατηγικού σχεδιασμού.
Η χρεοκοπία της υπάρχουσας πολιτικής μεθόδου
Η κρίση που βιώνει η χώρα αφορά και την ίδια τη μέθοδο με την οποία ασκείται η πολιτική. Η δημοσκοπική εικόνα και η διαρκής παραγωγή εντυπώσεων υποκαθιστούν τη στρατηγική σκέψη. Τα μεγάλα ζητήματα αντιμετωπίζονται ως φυσικά φαινόμενα στα οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε, ενώ η όποια παρέμβαση σε αυτά εμφανίζεται είτε ως αντικείμενο τεχνοκρατικής διαχείρισης είτε ως πεδίο μικροκομματικής αντιπαράθεσης χωρίς πραγματικό ορίζοντα. Τι μένει; Να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη χώρα ως οικόπεδο προς αξιοποίηση.
Στον αντίποδα η εμφανιζόμενη ως «ανατρεπτική» ή «ριζοσπαστική» πολιτική είτε δεν βλέπει τα μεγάλα ζητήματα είτε τα αντιμετωπίζει με επιφανειακό τρόπο και καταγγελίες. Αφήνοντας έτσι χώρο ώστε να επιβάλλονται ως μοναδική ρεαλιστικά εφαρμόσιμη πολιτική οι συστημικοί μονόδρομοι. Ο κατακερματισμός αυτός, το διαρκές κυνήγι αντιπαράθεσης με την ατζέντα που θέτει η κυρίαρχη πολιτική και οι συχνά μονοθεματικές προσεγγίσεις, έρχονται έτσι ως αποτέλεσμα της αδυναμίας συγκρότησης μιας συνολικής εναλλακτικής αντίληψης για τη χώρα και τις ανάγκες της.
Η χώρα, όμως, δεν έχει ανάγκη ούτε από καλύτερη επικοινωνιακή διαχείριση ούτε από μια διαρκή καταγγελία των συμπτωμάτων της κρίσης. Έχει ανάγκη από μια διαφορετική πολιτική μέθοδο, βασισμένη στη σοβαρή τεκμηρίωση, στη σύνδεση επιστημονικής γνώσης και κοινωνικής εμπειρίας, στον μακρόπνοο σχεδιασμό και στη δυνατότητα συλλογικής επεξεργασίας των μεγάλων προβλημάτων της χώρας. Απαιτείται μια πολιτική που να αντιμετωπίζει τα ζητήματα όχι αποσπασματικά, αλλά ως πλευρές μιας συνολικής ιστορικής συνθήκης. Μια πολιτική που να επαναφέρει τη στρατηγική σκέψη και τη δυνατότητα κοινωνικής συμμετοχής στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής.
Οι μεγάλες «σιωπηλές» ατζέντες
Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, χρειάζεται να τεθεί στο επίκεντρο μια διαφορετική ατζέντα, η οποία να ξεκινά από το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας, να ακουμπά στη συνείδηση και στις πραγματικές αγωνίες της κοινωνικής πλειοψηφίας και να αναζητά τις προϋποθέσεις μιας ρεαλιστικής υπέρβασης των σημερινών αδιεξόδων.
Αυτό σημαίνει να ανοίξει ουσιαστικά η συζήτηση για την παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας, τη συρρίκνωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και τη διατροφική εξάρτηση. Να τεθεί το ζήτημα της ενεργειακής εξάρτησης, της ενεργειακής φτώχειας και της μετατροπής της «πράσινης μετάβασης» σε μηχανισμό νέων ανισοτήτων. Να αντιμετωπιστούν η κρίση της παιδείας, η διάλυση υγείας και πρόνοιας, ο ασφυκτικός έλεγχος των θεσμών, η αποσύνθεση του δημόσιου χώρου, η τεχνολογική μετάβαση χωρίς κοινωνικό έλεγχο, αλλά και η βαθύτερη κρίση νοήματος και προοπτικής που βιώνει ιδιαίτερα η νεότερη γενιά.
Για μια άλλη πολιτική και κοινωνική συγκρότηση
Η απάντηση στο υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας έχει ως πρώτιστο προαπαιτούμενο τη συγκρότηση ενός διαφορετικού πεδίου πολιτικής και κοινωνικής επεξεργασίας, με τη συμμετοχή ανθρώπων της παραγωγής, της επιστήμης, της εργασίας και του πολιτισμού. Χρειάζεται η δημιουργία δικτύων τεκμηρίωσης και στρατηγικής σκέψης, η ενίσχυση τοπικών και κοινωνικών πρωτοβουλιών και η υπέρβαση του κομματικού κατακερματισμού, που αδυνατεί να απαντήσει στις ανάγκες της ιστορικής συγκυρίας.
Για τα παραπάνω απαιτείται να συγκεντρωθούν δυνάμεις, γνώσεις, εμπειρίες και διαθέσεις που σήμερα είτε παραμένουν διάσπαρτες είτε αναλώνονται μέσα στην τρέχουσα πολιτική και επικοινωνιακή φθορά. Με την απόφαση του 2ου συνεδρίου για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας τον προηγούμενο Νοέμβριο, και τη δέσμευσή μας για τη δημιουργία της Πανελλαδικής Δικτύωσης για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας, δηλώσαμε την έμπρακτη πρόθεσή μας να συμβάλλουμε ενεργητικά, με τις όποιες δυνάμεις μας, στην παραπάνω κατεύθυνση.
Επιλέξαμε από τότε μέχρι σήμερα να μιλήσουμε και να πράξουμε για τα κεντρικά. Τοποθετηθήκαμε για το αγροτικό ζήτημα, τονίζοντας την ανάγκη για κοινούς αγώνες για τη γη και την τροφή, ενώ πραγματοποιήσαμε και ημερίδα ενημέρωσης και τεκμηρίωσης για τις συνέπειες της συμφωνίας E.E.-Mercosur. Τοποθετηθήκαμε για τον πόλεμο, τονίζοντας την ανάγκη απεμπλοκής της χώρας με συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης της κυριαρχίας μας. Τοποθετηθήκαμε μπροστά στην 3η επέτειο του εγκλήματος των Τεμπών, τονίζοντας την ανάγκη ενωτικού αγώνα, κόντρα στις προσπάθειες καναλιζαρίσματος ή σπατάλησης του κοινωνικού ρήγματος που αυτό παρήγαγε. Αναδείξαμε με δράσεις και παρεμβάσεις μια σειρά άλλα κεντρικά ζητήματα, όπως τα περιβαλλοντικά ζητήματα και τους αγώνες για την υπεράσπιση του τόπου, το δημογραφικό, την αμυντική πολιτική, τα πυρηνικά κ.ά.
Επιμένουμε πως η χώρα χρειάζεται ξανά στρατηγική σκέψη, συλλογικό σχέδιο, παραγωγικό προσανατολισμό, κοινωνική συνοχή και ιστορικό ορίζοντα. Η οικοδόμηση ενός νέου «εμείς» είναι όρος για τη μετάβαση από τη διαχείριση στη στρατηγική, από την επικοινωνία στην πολιτική, και από την ανάθεση στη συμμετοχή. Και γι’ αυτό αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη προϋπόθεση ώστε να μπορέσει η κοινωνία να αναμετρηθεί ουσιαστικά με το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας.






































































