Τα συνθήματα καταγγελίας, τα οικονομίστικα αιτήματα αλλά και ο στείρος διεκδικητισμός τους, είναι από μόνα τους ικανά για να συγκροτήσουν ένα σοβαρό πολιτικό σχέδιο διεξόδου ή απαιτείται κάτι περισσότερο κ. Τερζάκη;

Φ.Τ. Προφανώς δεν αρκούν τα συνθήματα καταγγελίας και είναι ζήτημα επειγούσης ανάγκης η επεξεργασία ενός πολιτικού σχεδίου. Σε αυτό κανείς δεν θα διαφωνήσει· το ζήτημα είναι ποιο θα είναι αυτό το σχέδιο, και τι εμποδίζει να εκπονηθεί. Με κίνδυνο να ακουστώ πολύ συμβατικός, θα πω ότι εκείνο που κυρίως λείπει είναι όχι τόσο η επεξεργασία του, τουλάχιστον στις γενικές γραμμές που είναι από τη δική μας ταξική σκοπιά μάλλον κοινός τόπος, όσο ικανές πολιτικές φιγούρες να το ενσαρκώσουν. Ξέρουμε καλά ότι προϋπόθεση για οτιδήποτε αξίζει το όνομα «αριστερή πολιτική» σήμερα, στην Ελλάδα, είναι η αποποίηση του χρέους· από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε. Αυτό συνεπάγεται αναπόφευκτα σύγκρουση με ισχυρές κοσμοεξουσίες (αλλά και με ισχυρά οργανωμένες εγχώριες δυνάμεις, που είναι ο αντιπρόσωπος του εχθρού «εντός των τειχών») η οποία δεν ξέρουμε πραγματικά τι μορφή και τι διαστάσεις μπορεί να λάβει – από το στενά οικονομικό επίπεδο, που θεωρώ ότι είναι ευκολότερα αντιμετωπίσιμο, μέχρι το γεωπολιτικό, που ενέχει εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους και απαιτεί καλά επεξεργασμένο σχέδιο πολλαπλών εκδοχών. Εδώ είναι που χρειάζεται, λέω, ασυνήθιστα διορατική ηγεσία. Δηλαδή, χαρισματικές προσωπικότητες ικανές να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και να κερδίσουν ευρύτερες συναινέσεις, και ταυτόχρονα πρόσωπα με πολλές και απαιτητικές ικανότητες, αυτές που απάρτιζαν κάποτε το μίγμα της μεγάλης πολιτικής: ηθική ακεραιότητα και ειλικρινή ανάληψη ενός οράματος, ικανότητα πρόβλεψης στον στρατηγικό σχεδιασμό μεγάλου βάθους, και πάνω απ’ όλα εξαιρετική τόλμη επειδή αυτά που πρέπει να γίνουν εγκυμονούν ποικίλες διακινδυνεύσεις, τόσο ατομικές όσο και συλλογικές.

– Τα παλιά υλικά, οι ιδέες και οι έννοιες έχουν δραματικά εκφυλιστεί από την αγοραία και πληθωρική τους χρήση. Πώς μπορούν να εμπλουτιστούν, να ξαναποκτήσουν καινούργιο περιεχόμενο αλλά και σημαινόμενα;

Φ.Τ. Αυτό είναι ίσως το μοναδικό ερώτημα που αφορά τα καθήκοντα της θεωρίας – πώς πρέπει να σκεφτόμαστε και ποια είναι η γλώσσα που πρέπει να επεξεργαστούμε. Δυστυχώς, δεν πιστεύω ότι τα σοβαρότερα ελλείμματά μας είναι στο πεδίο της θεωρίας (θα ήταν μια ενθαρρυντική πολυτέλεια να περιορίζονται εκεί). Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο πως τα θεωρητικά ελλείμματα είναι αμελητέα. Η ριζοσπαστική θεωρία είχε πάντα μία κατεύθυνση, και αυτήν πρέπει να θυμόμαστε: τον δρόμο της κριτικής. Εν προκειμένω αυτό σημαίνει κριτική της ιδεολογίας: να αποδομούμε ακούραστα, δηλαδή, τα ψεύδη, τις συγκαλύψεις και τις παραμορφώσεις του επίσημου λόγου και των φερεφώνων του, να επαναφέρουμε τις έννοιες στο ιστορικό συμφραζόμενο της γέννησής τους, και να διαχωρίζουμε προσεκτικά εκείνο που είναι διαπιστωτικού χαρακτήρα από εκείνο που τίθεται ως αξιακή-κανονιστική απαίτηση. Αυτή η τελευταία πρέπει να είναι οδηγητικός άξονας του εγχειρήματός μας, δεν χρειάζεται να το πω· είναι, όμως, ολέθριο να συγχέουμε τις ελπίδες μας ή το δέον της σκέψης με την εμπειρική πραγματικότητα που έχουμε μπροστά μας. Ένα απαράγραπτο καθήκον, λοιπόν, είναι να αναλύουμε όσο πιο λεπτομερώς μπορούμε αυτή την πραγματικότητα, να κατανοούμε και να κάνουμε κατανοητό σε όλους ποια είναι τα δεδομένα της παρούσας κατάστασης· το ποιες δυνατότητες ανοίγονται θα έρθει μετά, και θα προκύψει από την ίδια την ακρίβεια και την πιστότητα της ανάλυσής μας.

Ο Φώτης Τερζάκης είναι συγγραφέας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!