Μεγάλη επιτυχία σημείωσαν και φέτος οι 29ες Νύχτες Πρεμιέρας, γεμίζοντας σχεδόν ασφυκτικά τις αίθουσες του κέντρου Άστορ, Άστυ, Ιντέαλ και Δαναός, με πολυαναμενόμενες πρεμιέρες, όπως τη νέα ημίωρη ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ «Strange way of life», «May December» του Τοντ Χέινς, τις νέες ταινίες των Ρομέν Καμπιγιό, Κατρίν Μπρεγιά, Σοφία Κόπολα και Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, με αποκορύφωμα την αυριανή πρεμιέρα «Οι Δολοφόνοι του Ανθισμένου Φεγγαριού», του Σκορσέζε, που βγαίνει σύντομα στις ελληνικές αίθουσες. Στις καλύτερες στιγμές του φεστιβάλ συγκαταλέγονται το μάστερκλας του εκρηκτικού Φατίχ Ακίν, που παρευρέθηκε στην Αθήνα στην κατάμεστη από νεαρούς κινηματογραφιστές αίθουσα του Ινστιτούτου Γκαίτε, καθώς και οι ανάρπαστες προβολές του αφιερώματος στο λονδρέζικο Scala Cinema, με εμβληματικές καλτ ταινίες, όπως «Οι Μαχητές» (1979/Γουόλτερ Χιλ) και «Ανήθικες Ιστορίες» (1974/Βαλέριαν Μπόροβτσικ). Στην αποψινή Τελετή Λήξης αναμετριούνται οι 16 ταινίες του πλούσιου Διαγωνιστικού, με πλήθος στιβαρών σκηνοθετικά ταινιών ενηλικίωσης από Αγγλία, Γαλλία, Σερβία, Κορέα, μέχρι και Κονγκό.

Από το Διαγωνιστικό, το «Ρισελιέ», του Πιερ-Φιλίπ Σεβινί, από τον γαλλόφωνο Καναδά, αποτελεί εξαιρετικό δείγμα καταγγελτικού σινεμά.

Προκειμένου να διατηρήσουν οι Καναδοί εργάτες τις θέσεις τους στο γαλλικών συμφερόντων εργοστάσιο επεξεργασίας καλαμποκιού, η νέα Διοίκηση εκμεταλλεύεται άγρια τους εξαθλιωμένους εποχικούς μετανάστες, που καταφτάνουν από Γουατεμάλα. Εκτός του μειωμένου κατά το μισό μεροκάματου, από αυτό των Καναδών, τους υποχρεώνουν να πληρώνουν συνδρομή σε ένα ανύπαρκτο για τους μετανάστες συνδικάτο, τους παρακολουθούν με κάμερες στα δωμάτιά τους, ενώ οι ίδιοι έχουν δώσει αδιαμαρτύρητα το 40% του μισθού τους, για προμήθεια σε αυτόν που τους σύστησε τη συγκεκριμένη δουλειά, χωρίς να διερευνήσουν τις συνθήκες εργασίας. Έτσι, εξαναγκάζονται σε εξαντλητικές υπερωρίες, να φτυαρίζουν ακόμα και υπό βροχή. Η Αριάν, η ισπανόφωνη διερμηνέας τους, όταν συνειδητοποιεί τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας διαμαρτύρεται, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με το φόβο της απόλυσης, κινδυνεύοντας να χάσει το σπίτι της, από χρέη του πρώην συζύγου της.  Ωστόσο παίρνει πρωτοβουλία να ρυθμίσει την εργασία τους σε κυκλικές βάρδιες. Παρά την απόσταση που προσπαθεί να κρατήσει, τελικά γνωρίζεται μαζί τους και γίνεται ο άγγελος προστάτης τους, δίχως να παραμείνει αλώβητη. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν ένας εργάτης χρειαστεί νοσηλεία, εξαιτίας αφόρητων πόνων στη μέση.

Στα χνάρια του καταγγελτικού πολιτικού σινεμά του Κεν Λόουτς, αυτό το συνταρακτικό ανθρωποκεντρικό δράμα αποκαλύπτει το μέγεθος της αλυσίδας εκμετάλλευσης, με ρεαλισμό ρεπορταζιακής καταγραφής. Η κάμερα κοντά στα πρόσωπα, συχνά περιδιαβαίνει από τον έναν στον άλλον, καταδεικνύοντας την πυραμιδική αλληλουχία της καταπίεσης από τους πάνω, προς τους κάτω, στοιχειοθετώντας την ηθική ευθύνη όσων εμπλέκονται. Μετουσιώνοντας μέσα από την κινηματογράφηση τη ροή της αλυσιδωτής αντίδρασης επιπτώσεων και ευθυνών, απογυμνώνεται ο φαύλος κύκλος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που θυσιάζει ανθρώπινες ψυχές στο βωμό του κέρδους.

Η συνταρακτική ισπανική ταινία του Διαγωνιστικού «20 000 είδη μελισσών» αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Εστιμπαλίθ Ουρεσόλα Σολαγουρέν.

Μια μητέρα τριών παιδιών, φορτισμένη από τα δικά της προβλήματα, αποφεύγει να γνωστοποιήσει το επικείμενο διαζύγιό της, ενώ αδυνατεί να αφουγκραστεί τις ανησυχίες του 8χρονου γιου της Αϊτόρ, σχετικά με το φύλο του. Κατά τις θερινές διακοπές τους στη χώρα των Βάσκων, αποφασιστική θα αποδειχτεί η επαφή του παιδιού με την ηλικιωμένη μελισσοκόμο, θεία τής μητέρας του, που παρατηρεί πρώτη πως το παιδί αναφέρεται στον εαυτό του σε γένος θηλυκό. Καταγράφοντας τη μετάβαση από τη συνειδητοποίηση προς τον αυτοπροσδιορισμό, η ταινία επικεντρώνεται κυρίως στη δυσκολία της αποδοχής.

Ακολουθώντας την παράδοση του ισπανικού σινεμά, με αλληγορικές ταινίες ενηλικίωσης, όπως το «Πνεύμα του μελισσιού» (1973/Βίκτορ Ερίθε), η σπάνια ιστορία μιας διεμφυλικής μετάβασης, σε τρυφερή ηλικία, εδώ συντελείται εν μέσω του ακούσματος της ιδιαίτερης βασκικής διαλέκτου, μέσα από επαφή με ηλικιωμένους, αγροτικές εργασίες, έθιμα και ενατένηση της φύσης, που μετουσιώνονται στο κατάλληλο σκηνικό, για ένα 8χρονο παιδί, να συνειδητοποιήσει τη δυσφορία φύλου και να αποφασίσει να αυτοπροσδιοριστεί ως αναδυόμενη θηλυκότητα. Το παιδί ανακαλύπτει τη φύση του μέσα από μελετημένες σεναριακές λεπτομέρειες και μικρές κινήσεις. Είναι ενδεικτικό πως αρχικά δεν αποσαφηνίζεται αν πρόκειται για αγοράκι ή κοριτσάκι, το βλέπουμε όμως να κρύβεται για να κατουρήσει όρθιο και να ντρέπεται να φανεί με μαγιό. Από την άλλη, προβάρει το σουτιέν της γιαγιάς στον καθρέφτη, ενώ ανακαλύπτει το ενδιαφέρον του για δαντέλες και μοδιστρική, κατά τις προετοιμασίες μιας βάφτισης. Οι ερωτήσεις έρχονται σαν βροχή στην γερασμένη μελισσοκόμο, ενώ χαρακτηριστική είναι και η αμηχανία των γονιών, με τη μητέρα να παρηγορείται πως δεν υπάρχουν αγορίστικα ή κοριτσίστικα πράγματα και αποκορύφωμα τη φράση του πατέρα, πως ας ντύνεται με φορέματα, φτάνει να είναι μέσα στο σπίτι. Η μετάβαση συμπληρώνεται από  πληθώρα στοιχείων, όπως η λατρεία του αγοριού για τις γοργόνες, ενώ η μεταμόρφωση υποδηλώνεται τόσο μέσα από τις διεργασίες των μελισσών, που φτιάχνουν μέλι, όσο και μέσα από τα καλούπια της γλύπτριας μητέρας, όπου χύνοντας το καυτό μέταλλο, δίνει μορφή στη ρευστότητα.

Δεν λείπουν οι σπαρακτικές στιγμές, όταν ο δακρυσμένος Αϊτόρ, που ερμηνεύει εκπληκτικά η μικρή Σοφία Οτερό, διερωτάται γιατί δεν μπορεί να νιώσει άνετα ως αγόρι, όπως ο μεγαλύτερος αδερφός του, με αποκορύφωμα τη σκηνή, όπου όταν εξαφανίζεται, όλοι τον ψάχνουν φωνάζοντάς τον με το αγορίστικο όνομα, τη στιγμή που ο μεγαλύτερος αδερφός του θα τον αποκαλέσει πρώτος με το θηλυκό όνομα που έχει επιλέξει. Η ταινία κλείνει με την συγκινητική τελετουργική σκηνή της ονοματοδοσίας, όπου ακολουθώντας την ιστορία που είχε ακούσει από την αδερφή της γιαγιάς του, το παιδί χτυπάει με ένα ραβδί τρεις φορές κάθε κυψέλη, ανακοινώνοντας στις μέλισσες το νέο του κοριτσίστικο όνομα.

Από την Ισπανία έρχεται και το εκρηκτικό πορτρέτο μιας εργαζόμενης, στο κοινωνικό δράμα «Μητέρα Πατρίδα», του Αλβάρο Γκάγκο, στο Διαγωνιστικό. Νευρική και αεικίνητη καθαρίστρια σε εργοστάσιο, η 42χρονη Ραμόνα (Μαρία Βαζκέζ) δουλεύει σκληρά, συμπληρώνοντας τον πενιχρό μισθό με το πακετάρισμα οστρακοειδών, στα αλιευτικά στο λιμάνι. Παράλληλα, συντηρεί τον μέθυσο σύντροφό της, ενώ προσπαθεί να βοηθήσει και την κόρη της, για να συνεχίσει τις σπουδές της. Όταν η διοίκηση αλλάζει μαζί με τους μισθούς που πέφτουν στο μισό, η παρορμητική Ραμόνα παραιτείται επί τόπου. Αναζητώντας απεγνωσμένα νέα εργασία, βρίσκει το πόστο οικιακής βοηθού, σε έναν θλιμμένο χήρο, διαπιστώνοντας ότι ο κλοιός στενεύει, οι μισθοί μειώνονται και η ίδια αδυνατεί να παραμείνει αποδοτική όσο άλλοτε.

Σε μια καταγραφή ωμού κοινωνικού ρεαλισμού αλά Νταρντέν, η σπανιόλικου ταπεραμέντου εκρηκτική πρωταγωνίστρια κινηματογραφείται σχεδόν διαρκώς εν κινήσει, μέσα από κοντινά κοφτά πλάνα, που αποτυπώνουν το άγχος της εργασιακής ανασφάλειας. Η απόγνωση της ανεργίας γίνεται εμφανής στα πλάνα που καπνίζει μέσα στο αμάξι της, ενώ συχνά κινηματογραφείται στις μικρές καθημερινές στιγμές, στην τουαλέτα ή στην κουζίνα, σε μια ρουτίνα δίχως περιθώρια χαλάρωσης, με μοναδική αποσυμπίεση τα τηλεφωνήματα με την αδερφή της, με την οποία πίνουν ως το ξημέρωμα, σαν πιτσιρίκες, λίγο πριν η Ραμόνα τα βροντήξει όλα. Μοναδική φορά που ξαποσταίνει και παρατηρεί τον κόσμο γύρω της είναι στην πλατεία μιας άλλη πόλης, όπου βρέθηκε για μια δουλειά του εργοδότη της, με τη μικρή αυτή ανάσα να υπογραμμίζεται από ένα αρκοντεόν, που ακούγεται ισχνά στο βάθος, τονίζοντας την πτώση του ξέφρενου ρυθμού. Εύστοχα, στο θλιμμένο τραγούδι των τίτλων τέλους, που φέρει το όνομα της ταινίας, μια πολύπαθη πατρίδα παρομοιάζεται με μια αποκαμωμένη εργαζόμενη μητέρα, που διαρκώς πασχίζει να προλάβει τα πάντα, έχοντας έγνοια για όλους και όλα.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!