Η παράδοση των ψυχροπολεμικών ταινιών απειλής πυρηνικού ολέθρου της δεκαετίας του ’80 αναβιώνει επί άκρατου φιλελευθερισμού, με το δίδυμο Ρήγκαν-Θατσερ, με λαμπρά παραδείγματα την αμερικάνικη ταινία «Η Επόμενη μέρα» (1983/Νίκολας Μέγιερ), για τις δραματικές προσπάθειες ενός γιατρού να περιθάλψει τους κατοίκους μιας κωμόπολης του Κάνσας, μετά την πυρηνική βόμβα, καθώς και τη βρετανική πολεμική τηλεταινία επιστημονικής φαντασίας «Τhreads» (1984/Μικ Τζάκσον), για τις επιπτώσεις πυρηνικής βόμβας στις εργατικές τάξεις του Σέφιλντ. Ακολουθώντας αυτή την παράδοση, ο Κέβιν ΜακΝτόναλντ («Ο τελευταίας βασιλιάς της Σκοτίας»/2006) στη νεανική δραματική ταινία «Σ’ αγαπώ» (2013), μεταφέρει το βιβλίο «How I Live Now» (2004), της Μεγκ Ρόσοφ, που γράφτηκε στον απόηχο της επίθεσης στους Διδύμους πύργους, σε μια ταινία που μοιάζει να προετοιμάζει τους ανυποψίαστους έφηβους για όχι πολύ μακρινές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Αρχές καλοκαιριού, σε κάποιο κοντινό μέλλον, η 15χρονη Αμερικανίδα Νταίζη (Σίρσα Ρόναν) προσγειώνεται στο στρατοκρατούμενο αεροδρόμιο του Λονδίνου, όπου γίνονται εξονυχιστικοί έλεγχοι, υπό την απειλή εμπόλεμης σύρραξης. Την παραλαμβάνει ο 14χρονος ξάδερφός της Άιζακ (Τομ Χόλαντ), για να πάνε στην αγροικία της θείας, όπου θα περάσει το καλοκαίρι, μαζί με τα υπόλοιπα ξαδέρφια της, την 9χρονη Πάιπερ και τον 17χρονο Έντι (Τζώρτζ ΜακΚέι), έναν σιωπηλό γητευτή, που την υποδέχεται κρατώντας ένα γεράκι. Κάτω από το επίμονο βλέμμα του, η Νταίζη τον ερωτεύεται εξαρχής. Εξτρεμιστικές ομάδες, όμως, έριξαν πυρηνική βόμβα στο Λονδίνο, με χιλιάδες θύματα. Ο τρομακτικός απόηχος της έκρηξης μίλια μακριά συνοδεύεται από δυνατό άνεμο που σαρώνει τη γαλήνια κοιλάδα και πτώση στάχτης που καλύπτει τα πάντα. Κόβεται το ρεύμα και από ραδιόφωνο μπαταρίας πληροφορούνται πως στη χώρα κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος. Ο βρετανικός στρατός εκκενώνει περιοχές, συγκεντρώνει τους πολίτες σε ζώνες ασφάλειας, ενώ επιβάλλει στους μη αξιοπόλεμους εργασία στη συγκομιδή της αγροτικής παραγωγής, σε περιφραγμένα φρουρούμενα φυτώρια. Τα τέσσερα ξαδέρφια καταφεύγουν σε έναν αχυρώνα, όμως τους ανακαλύπτουν, στέλνοντας τα αγόρια να καταταγούν και τα κορίτσια σε ανάδοχη οικογένεια στην πόλη, για να δουλέψουν στα φυτώρια. Η Νταίζη, κρατώντας την υπόσχεση στον Έντι, πως θα επιστρέψει στην αγροικία, προσπαθεί να διαφύγει με τα πόδια, μαζί με την μικρή Πάιπερ, σε ένα μακρύ ταξίδι, γεμάτο κινδύνους.

Μεταξύ εφηβικής ταινίας ενηλικίωσης, μέσα από τον έρωτα και τον πόλεμο, αλλά και μελλοντολογικής ταινίας για επιβίωση, μετά από πυρηνικό όλεθρο, η εντυπωσιακή νεοχίπικη εφηβική ατμόσφαιρα χτίζεται μέσα από επιμέρους σκηνοθετικά στοιχεία ενδυματολογίας, σκηνογραφίας, φωτισμών, ήχων και μουσικών επιλογών. Σε αντίθεση με αμερικάνικες νεανικές μελλοντολογικές ταινίες, με ήρωες που διακρίνονται για την ανδρεία τους, ο δραστήριος χαρακτήρας της Νταίζη δεν αναδεικνύεται μέσα από ένα πολεμόχαρο προσωπείο, όπως στην ταινία «Αγώνες Πείνας» (2012/Γκάρι Ρος), αλλά από αναζήτηση του δρόμου της επιστροφής, ως θηλυκή εκδοχή του Οδυσσέα, που ωριμάζει μέσα από τις δυσκολίες του ταξιδιού, με κίνητρο όχι τη δόξα, αλλά την επιστροφή στην εστία και στον έρωτα.

Η πανκ εμφάνιση της Νταίζη, με μαύρο δερμάτινο μπουφάν με κρόσια και μαύρο τρύπιο καλσόν, ανακαλεί την αισθητική του ’80, ως εποχή αναφοράς μυθοπλαστικών ταινιών πυρηνικού ολέθρου.

Ο συγκεχυμένος θόρυβος στο ηχητικό πεδίο, από φράσεις και λέξεις που αλληλοκαλύπτονται, σε στιγμές υπερέντασης, υποδηλώνει τα άγχη που βασανίζουν το μυαλό της, ενώ το συχνό πλύσιμο των χεριών συμπληρώνει τους εφηβικούς ψυχαναγκασμούς. Την ανασφαλή Νταίζη, που στερήθηκε τη μητρική στοργή, καθώς η μητέρα της πέθανε στη γέννα, ενώ ο πατέρας της έχει αποκτήσει νέα οικογένεια, απασχολούν πλέον οι συμφορές του πολέμου, με βασικό έναυσμα επιβίωσης τον κεραυνοβόλο έρωτα, που κινηματογραφείται μέσα από κοντινά πλάνα σε βλέμματα, χειρονομίες, αγγίγματα και χάδια. Σε κοντινό καταγράφεται το πρώτο άγγιγμα, όταν ο Έντι βοηθάει την Νταίζη να σηκωθεί, προκαλώντας το αναστατωμένο βλέμμα της. Το εφηβικό σκίρτημα συμπληρώνεται με τη συμβολική κίνηση του Έντι να ρουφήξει το αίμα από μια γρατζουνιά, ως ένδειξη ανομολόγητου πάθους, με την αιμορραγία, να συμβολίζει την πρώτη φορά της ερωτικής πράξης.

Σύμβολο ελευθερίας και ελπίδας το γεράκι του Έντι, που πετάει αγέρωχο, μετά τη θεραπεία της σπασμένης του φτερούγας, συμβολίζει τον ίδιο τον Έντι, που έμεινε άλαλος από το σοκ του πολέμου, με τη βουβαμάρα του να ανακαλεί τόσο το «Μάγισσα Τσιγγάνα» (1988/Μπομπ Χόσκινς), όσο και τους «Ατελείωτους αρραβώνες» (2004/Ζαν-Πιερ Ζενέ), όπου η ηρωίδα αναζητά τον αγαπημένο της στα χαρακώματα του Α’ Π.Π., τραυματία και βουβό να πάσχει από αμνησία.

Ενισχύοντας το πασιφιστικό στοιχείο, ο ΜακΝτόναλντ εξοβελίζει εκτός κάδρου το πολεμικό σκηνικό, ελαχιστοποιώντας τις συμπλοκές. Η εμπόλεμη κατάσταση αποδίδεται μέσα από τις συνέπειες και τις απώλειες, που ατσαλώνουν την ηρωίδα.

Το ψυχροπολεμικό κλίμα εμπόλεμης ανησυχίας ενισχύεται μέσα από υπονοούμενα και διάσπαρτα μισόλογα, ενώ η βία γίνεται αισθητή μέσα από τις τηλεοπτικές εικόνες των ειδησεογραφικών δελτίων.

Ακαταστασία και γάτες παντού στην τυπική αγγλική αγροικία δίνουν μποέμ σκηνογραφική άποψη, που ανακαλεί κοινοβιακή ατμόσφαιρα, με πλεχτά πουλόβερ, πάτσγουερκ και πολύχρωμα ριχτάρια, σε αντιδιαστολή με τις υποχονδριακές τάσεις της μοναχικής Νταίζη, αλλά και την μικροαστικής αισθητικής τάξη και ασφάλεια, στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας στην πόλη.

Η πρωτότυπη μουσική του Άγγλου Τζον Χόπκινς, με πιανιστικό ηχόχρωμα συνοδεία βιολιού, εντείνει το συναισθηματισμό της έλξης των δυο εφήβων. Ατμόσφαιρα και χαρακτήρες υποστηρίζονται από επιλεγμένα διάσημα ποπ τραγούδια, αλλά και κάποια παλιά ροκ του ’70, που εκφράζουν νοσταλγία για την εποχή της αμφισβήτησης. Στους τίτλους αρχής, η εφηβική διάσταση της Νταίζη μεταφέρεται από το ποπ τραγούδι «Do it with a rockstar» (Αμάντα Πάλμερ), στους τίτλους τέλους δεσπόζει το «Garden’s Heart» (Bad for Lashes & Jon Hopkins), ενώ τα πομπώδη συμφωνικά του Έντβαρντ Έλγκαρ (1857-1934) «Pomp and Circumstance» και «Nimrod» σφραγίζουν με κύρος τα πολεμικά ραδιοφωνικά ανακοινωθέντα. Η κασέτα του Άιζακ, κατά τη διαδρομή από το αεροδρόμιο προς στην εξοχή, περιέχει τη διασκευασμένη παραδοσιακή μπαλάντα «Tam Lin» (1969), από τους Fairport Convention, ενώ η νοσταλγική κιθαριστική μπαλάντα «Which will» του Νικ Ντρέικ συνοδεύει τις ξένοιαστες στιγμές στον αχυρώνα, συνοψίζοντας μέσα από κοφτό μοντάζ την πληρότητα της Νταίζη. Αντίστοιχα ακούγεται και το «Home» των Daughter, που ενώνει επαναλαμβανόμενα πλάνα αυξανόμενης επιτάχυνσης υποδειγματικού κοφτού μοντάζ της μονότονης ρουτίνας της Νταίζη στα φυτώρια, ανακαλώντας το «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» (2001/Ντάρεν Αρονόφσκι).

Πάνω από το κρεβάτι της Νταίζη υπάρχει ανατύπωση του πίνακα της ιταλικής αναγέννησης «Η καταιγίδα» (1508), του Τζορτζόνε (1478-1510), εκπρόσωπου της βενετσιάνικης σχολής. Εδώ, το τοπίο δεν αποτελεί φόντο, αλλά, όπως και στην ταινία, γίνεται το επίκεντρο του βλέμματος, εξοβελίζοντας στις άκρες την ανθρώπινη παρουσία, έναν στρατιώτη αριστερά και δεξιά μια γυναίκα σχεδόν ημίγυμνη, που θηλάζει το μωρό της, σε ασυνήθιστη στάση, ενώ στο βάθος, σύννεφα και μια αστραπή πάνω από την πόλη προμηνύουν καταιγίδα. Ο σκηνοθέτης ανέσυρε εύστοχα ένα προειδοποιητικό σινιάλο της επικείμενης συμφοράς από την παγκόσμια κληρονομιά της τέχνης, με έναν πίνακα που θεωρείται το πρώτο τοπίο στην ιστορία της δυτικής ζωγραφικής, τελώντας τη μετάβαση από την αναγέννηση προς έναν πρώιμο ρομαντισμό. Το εύκρατο τοπίο στην αρχή της ταινίας γίνεται η εικόνα μιας Εδέμ, στη συνέχεια εκφράζει την αντίθεση της ομορφιάς της φύσης με την καταστροφική επίπτωση του πολέμου και καταλήγει απογυμνωμένο, στην αναζήτηση της πρωταγωνίστριας προς την επιστροφή, να εκφέρει μεταφορικά τη φιλοσοφική και ψυχολογική διεργασία της ωρίμανσης.

*Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!