Ο Αμερικανός πρόεδρος και το επιτελείο του (με πιο ενθουσιώδη τον ανεκδιήγητο υπουργό Πολέμου Χέγκσεθ) πίστευαν ότι ο ισχυρότερος στρατός του κόσμου θα έκανε περίπατο όταν επιτέθηκε, παρέα με το Ισραήλ και με τη συνενοχή των αντιδραστικών καθεστώτων της περιοχής, στο Ιράν. Κοντεύουν να περάσουν τρεις μήνες, και ο συνδυασμός του ιρανικού πατριωτισμού με μια μεθοδική αμυντική προετοιμασία έχουν μετατρέψει τον περίπατο σε ολισθηρό αδιέξοδο – γελοιοποιώντας κάθε μέρα λίγο παραπάνω την αλαζονική ηγεσία των ΗΠΑ. Κάπως έτσι ξεφτίζουν τα αυτάρεσκα προπαγανδιστικά αφηγήματα της τάχα παντοδύναμης «σωστής πλευράς», και η υφήλιος καταφέρνει να θυμηθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που μια καταφανώς υποδεέστερη στρατιωτικά και οικονομικά χώρα καταφέρνει να σταθεί όρθια απέναντι σε μια αυτοκρατορία.

Το Ιράν έχει υποστεί τεράστια πλήγματα (από τον αποκεφαλισμό της ηγεσίας του και την τρομοκρατική εξόντωση χιλιάδων αμάχων έως την καταστροφή βασικών υποδομών και βαριές απώλειες σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο), αλλά αντέχει. Τόσο ως κρατικός και στρατιωτικός μηχανισμός, που είχε προετοιμαστεί για να εξακολουθήσει να λειτουργεί αποτελεσματικά, όσο και ως έθνος και λαός, που έσφιξε τα δόντια και συσπειρώθηκε για να υπερασπίσει τη χώρα του – διαψεύδοντας οικτρά αυτούς που διαβεβαίωναν ότι θα «εξεγερθεί», βοηθώντας τους επιδρομείς να ανατινάξουν και να διαμελίσουν το Ιράν. Το στρατόπεδο των επιτιθέμενων, από την άλλη, έχει επίσης υποστεί σοβαρές ζημιές από την ιρανική αντίσταση. Και ίσως οι πιο οδυνηρές να μην είναι η απώλεια π.χ. των περισσότερων στρατιωτικών βάσεών τους στην περιοχή, αλλά οι καταστροφικές συνέπειες στη διεθνή αξιοπιστία τους, στην εσωτερική συνοχή τους και φυσικά στην παγκόσμια οικονομία. Εκεί οφείλονται οι βαριές ζαλάδες των πάλαι ποτέ μοναχοφάηδων.

Ρεαλισμός και παραλήρημα

Ενόσω διαρκεί η εύθραυστη εκεχειρία, η Τεχεράνη έχει υποβάλει στην Ουάσιγκτον μια εύλογη και ρεαλιστική πρόταση συνολικής και οριστικής ειρήνευσης – την οποία η τραμπική διοίκηση απέρριψε και επισήμως χθες. Επίσης η Τεχεράνη, στέλνοντας τον ΥΠΕΞ Αραγτσί στο Πεκίνο τις παραμονές της επίσκεψης Τραμπ, υιοθέτησε την κινεζική ειρηνευτική πρόταση για όλη τη Μέση Ανατολή. Εάν το Ιράν καταφέρει να παγιώσει τον έλεγχό του επί των Στενών του Ορμούζ, και εάν οι παραληρούντες Αμερικανοί και ισραηλινοί πολέμαρχοι της συμφοράς δεν εξαπολύσουν έναν πυρηνικό Αρμαγεδδώνα (μεγάλα τα «εάν», αλλά και ολότελα άγνωστες οι συνέπειες στην περίπτωση που παραβιαστούν), οι εξελίξεις θα είναι ακόμη πιο ταπεινωτικές και οδυνηρές για αυτούς που ξεκίνησαν την παράνομη και απρόκλητη επίθεση – εξαρχής χωρίς σοβαρό σχέδιο, ούτε «εισόδου» ούτε «εξόδου».

Ο Τραμπ αναχώρησε χθες από το Πεκίνο θριαμβολογώντας ότι απέσπασε «καταπληκτικές εμπορικές συμφωνίες», και επιπλέον ισχυριζόμενος ότι συμφώνησε με τον Σι Τζινπίνγκ πως το Ιράν πρέπει να ανοίξει τα Στενά και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Από την άλλη ο Αμερικανός ΥΠΕΞ δήλωσε –απευθυνόμενος προφανώς κι αυτός στο εσωτερικό μέτωπο, που είναι εξίσου κακοτράχαλο με το πολεμικό– ότι «δεν χρειαζόμαστε τη βοήθεια της Κίνας». Θα έλεγε κανείς ότι όσα δεν φτάνει η αλεπού… Οι ΗΠΑ χρειάζονται πολλά από την Κίνα: άσκηση πίεσης στο Ιράν, άνοιγμα της κινεζικής αγοράς στις εταιρίες τους (όχι αμοιβαίο όμως!), σπάνιες γαίες, να μην πειραχτεί η Ταϊβάν (οι Κινέζοι έθεσαν εκτός ατζέντας το ζήτημα με το καλημέρα) κ.ο.κ. Και κυρίως να αποδεχθεί το Πεκίνο ότι η Ουάσινγκτον παραμένει ο παγκόσμιος δερβέναγας. Φυσικά δεν πήραν τίποτα συγκεκριμένο εκτός από ευγενικά καλοπιάσματα, ώστε ο Τραμπ να μην νιώσει ότι εξευτελίζεται. Και το Ιράν περιμένει υπομονετικά…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!