Όταν το «θα έρθουμε ένα βράδυ ξαφνικά» επαναλαμβάνεται από τους Τούρκους ιθύνοντες σε ημερήσια βάση και μάλιστα προσφάτως αναβαθμίζεται, δια στόματος του ίδιου του Ερντογάν, σε απειλή πυραυλικής επίθεσης κατά της Αθήνας «αν η Ελλάδα δεν παραμείνει ήρεμη», τότε κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν κατάλαβε το μήνυμα.

Ο Ερντογάν δεν μπλοφάρει. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι ακραίες δηλώσεις αποτελούν προεκλογικούς λεονταρισμούς χρειάζεται να κρατήσουμε στο μυαλό μας ότι και οι τελευταίοι πρέπει ως ένα βαθμό να τηρούνται διότι διαφορετικά μετατρέπονται σε μπούμερανγκ. Πολύ περισσότερο όταν η πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας υπερθεματίζει την επιθετικότητα της Άγκυρας κατά της Ελλάδας και άρα ο Ερντογάν, υποψήφιος στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως δειλός που αθετεί δεσμεύσεις και διακηρύξεις.

Η Τουρκία έχει αποδείξει ότι δηλώνει ξεκάθαρα και δημόσια τις προθέσεις και ότι αργά ή γρήγορα τις κάνει πράξη. Δήλωσε και πραγματοποίησε δύο παράνομες εισβολές στη Συρία και ετοιμάζει τρίτη. Μέχρι τότε βομβαρδίζει περιοχές της βόρειας Συρίας χωρίς να ακούει καμμιά «παραίνεση» για αυτοσυγκράτηση. Το ίδιο επιθετική στάση εφαρμόζει στο Ιράκ και τη Λιβύη.

Η Τουρκία δεν μπλοφάρει ούτε στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου. Απειλεί και διευρύνει τις παράνομες απαιτήσεις σε ημερήσια βάση, γκριζάρει περιοχές, δημιουργεί τετελεσμένα ακόμα και με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, εκμεταλλεύεται ωμά και εκβιάζει με τα μεταναστευτικά ρεύματα, εγείρει θέματα «τουρκικής μειονότητας» στη Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, παρεμβαίνει διπλωματικά σε Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία, Βόρεια Αφρική για να διευρύνει τις συμμαχίες στήριξης της επεκτατικής της πολιτικής.

Η τουρκική διπλωματία διαθέτει σχέδιο και αποφασιστικότητα και μεθοδεύει τις διεκδικήσεις της αξιοποιώντας κάθε τρόπο. Ανάμεσα σε όλα το πιο σημαντικό είναι η ιδιότυπη στάση που κρατά ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία, εκβιάζοντας και προσφέροντας υπηρεσίες ταυτόχρονα στους δύο αντιτιθέμενους πόλους αποσπώντας σημαντικά οφέλη. Απόδειξη η στάση της «διεθνούς κοινότητας» στις τελευταίες απειλές για πυραυλική επίθεση.

Δυτική αδιαφορία με εξίσωση ευθυνών

Ας υποθέσουμε ότι η σιωπή της Ρωσίας στις ωμές απειλές της Άγκυρας σε βάρος της Αθήνας είναι «δικαιολογημένη», καθώς η Ελλάδα πρωτοστατεί στην αντιρωσική εκστρατεία της Δύσης και ταυτόχρονα θα ήταν πολύ βολικό το άνοιγμα μιας αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ όσο μαίνονται οι συγκρούσεις στην Ουκρανία.

Ας υποθέσουμε ακόμα ότι οι πρόσφατοι «θρίαμβοι» της ελληνικής διπλωματίας και τα ανοίγματα, μετά σοβαρών μονομερών ανταλλαγμάτων, σε Ισραήλ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αίγυπτο κ.λπ. είναι «ανώριμοι» ακόμα για να επιφέρουν έστω και στοιχειωδώς ψελλίσματα διπλωματικής αντίθεσης στο πιθανό ενδεχόμενο ανάφλεξης της περιοχής. Στην πραγματικότητα επιβεβαιώνεται ο κανόνας ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να κάνει το παραμικρό όταν ο εκβιαζόμενος δεν δείχνει την παραμικρή πρόθεση άμυνας έναντι των απειλών πέρα από βαυκαλισμούς σχετικά με τη στάση των «συμμάχων» του.

Η Τουρκία δεν μπλοφάρει ούτε στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου. Απειλεί και διευρύνει τις παράνομες απαιτήσεις σε ημερήσια βάση, γκριζάρει περιοχές, δημιουργεί τετελεσμένα ακόμα και με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης

Εκείνο όμως που, πέρα από υποθέσεις, αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την υπόσταση της χώρας είναι η στάση της δυτικής συμμαχίας έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων και οι καλλιεργούμενες από τις πολιτικές ελίτ αυταπάτες σχετικά με τις εγγυήσεις που απορρέουν από την συμμετοχή μας σε ΝΑΤΟ και ΟΗΕ.

Είναι λίγο πολύ γνωστή η απάντηση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών στις απειλές Ερντογάν. «Σε μια εποχή που η ενότητα χρειάζεται περισσότερο μεταξύ των Συμμάχων μας, οι Ηνωμένες Πολιτείες λυπούνται για την κλιμάκωση των προκλητικών δηλώσεων», δήλωσε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών και προέτρεψε κατά τα γνωστά όλους τους Συμμάχους να αποφύγουν τις απειλές και την προκλητική ρητορική που μόνο θα αυξήσει τις εντάσεις και δεν θα βοηθήσει κανέναν.

Σε αντίστοιχο τόνο και ο εκπρόσωπος της Κομισιόν για θέματα εξωτερικών υποθέσεων, Πίτερ Στάνο: «Έχουμε επανειλημμένα ξεκαθαρίσει ότι η αντικατάσταση της απειλητικής ρητορικής με ουσιαστικό και ειλικρινή διάλογο και επικοινωνία είναι το κλειδί για την εκτόνωση των εντάσεων, την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης και την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας καθώς και περιφερειακά στην Ανατολική Μεσόγειο».

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να αναδειχθεί το αυτονόητο. Ουάσιγκτον και Βρυξέλες κρατούν, χωρίς προσχήματα, ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Καμιά καταδίκη της Τουρκίας για την ωμή απειλή πολέμου που αποτελεί παραβίαση των αρχών του ΟΗΕ. Καμιά δήλωση ότι η δυτική συμμαχία αντιτίθεται σθεναρά σε κάθε απειλή στρατιωτικής βίας σε βάρος τρίτης χώρας ακόμα και αν αυτή είναι, υποτίθεται, δήλωση. Καμιά κατηγορηματική δήλωση ότι η Τουρκία θα αντιμετωπίσει τη σθεναρή αποτρεπτική στάση της δυτικής συμμαχίας αν αποτολμήσει πολεμικό τυχοδιωκτισμό.

Αντί για μια τέτοια στάση έχουμε τη σταθερή προτροπή για «διάλογο και συνεννόηση». Οι «σύμμαχοι» προτρέπουν και επιχειρούν να επιβάλλουν ένα διάλογο με αντικείμενο την εκχώρηση ολόκληρου του Αιγαίου στην Τουρκία, την ανοχή για την αμφισβήτηση της κυριαρχίας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, την παραίτηση από κυριαρχικά δικαιώματα στις θάλασσες και τον αέρα της επικράτειας, την αποδοχή της τουρκικής επέμβασης στη Θράκη, τη διχοτόμηση της Κύπρου με επέκταση της κατοχής στην Αμμόχωστο και κουτσούρεμα της ΑΟΖ του Νησιού. Αυτά απαιτεί η Τουρκία έχοντας υιοθετήσει ως κρατική πολιτική το casus belli που διαρκώς επεκτείνει σε νέες σφαίρες εφαρμογής του.

Αυτή την καθαρή αλήθεια η επίσημη Ελλάδα δεν έχει τολμήσει να διατυπώσει σε κανένα διεθνή οργανισμό. Ότι δηλαδή είναι αδιανόητο να ζητείται, από συμμάχους και μη, σε μια χώρα να διαπραγματευτεί τον ακρωτηριασμό της υπόστασης της. Αντίθετα επιλέγεται η στάση μιας «πειθήνιας εθελόδουλης ΝΑΤΟφροσύνης» με παραχώρηση κάθε είδους διευκόλυνσης ώστε να εξασφαλιστούν οι δυτικές «εγγυήσεις». Το αποτέλεσμα είναι να μεγεθύνονται οι απαιτήσεις για μεγαλύτερες παραχωρήσεις.

Και είναι αυτή ακριβώς η στάση της Δύσης που επιτρέπει στον Ερντογάν και την Τουρκία να διατηρεί σήμερα μια ακραία ρητορική και αύριο, πιθανότατα, ένα θερμό επεισόδιο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!