Βασισμένος στο μυθιστόρημα «Brainwash» του Τζον Γουέινράιτ, ο Κλώντ Μιλέρ σκηνοθετεί το 1981 τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία του, το αστυνομικό ψυχολογικό δράμα «Το αίνιγμα» (Garde à Vue), κάνοντας αναφορά και στη φημισμένη γαλλική αστυνομική ταινία «Στις όχθες του Σηκουάνα» (1947/Ανρί-Ζωρζ Κλουζώ), με τις ονομασίες, την αντιπαράθεση χαρακτήρων και την εξουθενωτική ανάκριση. «Το αίνιγμα» κέρδισε Σεζάρ πρωταγωνιστικών ερμηνειών και σεναρίου, για τον Μισέλ Οντιάρ, με τρεις εξαιρετικούς ηθοποιούς, τον Ιταλό πρώην πυγμάχο Λίνο Βεντούρα, που τυποποιήθηκε σε γαλλικές αστυνομικές και γκανγκστερικές ταινίες, τον κωμικό Μισέλ Σερό, που εδώ δοκιμάζεται σε δραματικό ρόλο, λίγο μετά τη διάσημη συμμετοχή του στο «Κλουβί με τις τρελές» (1978/Εντουάρ Μολιναρό) και την γοητευτική Γερμανίδα Ρόμι Σνάιντερ, στον προτελευταίο ρόλο της.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς με καταρρακτώδη βροχή, σε ένα αστυνομικό τμήμα στη γαλλική επαρχία, ο αστυνομικός επιθεωρητής Γκαλιέν (Λίνο Βεντούρα) ανακρίνει τον ευυπόληπτο συμβολαιογράφο Μαρτινό (Μισέλ Σερό), που είχε ειδοποιήσει την αστυνομία πως εντόπισε το πτώμα ενός εκ των δύο κοριτσιών, που βρέθηκαν στραγγαλισμένα και βιασμένα, με διαφορά μιας βδομάδας και κλήθηκε στο Τμήμα για περαιτέρω διευκρινίσεις. Αγνοώντας πως ο επικεφαλής της έρευνας Γκαλιέν τον θεωρεί ύποπτο, ο Μαρτινό δυσανασχετεί με τη διάχυτη καχυποψία και τα υπονοούμενα και απαιτεί να αποχωρήσει. Τότε, ο Γκαλιέν του ανακοινώνει πως τίθεται «υπό κράτηση», ως κατεξοχήν ύποπτος. Σύμφωνα με το γαλλικό σύστημα δεν του επιτρέπεται η παρουσία δικηγόρου, μόνο τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του. Ο μικρονοϊκός Γραμματέας, ο αστυνομικός Μπελμόν (Γκύ Μαρσάν), σίγουρος για την ενοχή του Μαρτινό, στην πρώτη ευκαιρία τον γρονθοκοπεί, απουσία του Γκαλιέν. Ο αιμόφυρτος Μαρτινό, φοβισμένος σαν δαρμένο ζώο, πέφτει σε ασάφειες και απελπισμένος αναφέρεται στον προβληματικό γάμο του με μια ψυχρή σύζυγο, επιμένοντας στην τοπογραφία του σπιτιού του, όπου ένας διάδρομος 15 μέτρων, χωρίζει τα δωμάτια των συζύγων. Όσο ο Μαρτινό καταφέρνει να ξεγλιστράει και η ανάκριση περιστρέφεται στη γυναίκα του, ένα διάδρομο και μια πόρτα, τόσο ο Γκαλιέν είναι αποφασισμένος να ανακαλύψει τι κρύβεται από πίσω. Στην είδηση άφιξης στο τμήμα της συζύγου του Σαντάλ (Ρόμι Σνάιντερ), που γυρεύει να τον δει, ο Μαρτινό ταραγμένος αρνείται να την αντιμετωπίσει. Τη λύση δίνει ο Γκαλιέν, με την πείρα τριών διαζυγίων, σε μια τετ-α-τετ διερευνητική συνάντηση μαζί της.

Πατώντας στην  παράδοση των γαλλικών αστυνομικών ταινιών (πολάρ), ο Μιλέρ απομακρύνεται από τις ταινίες δράσης και δημιουργεί ένα ψυχολογικό θρίλερ με το υλικό μιας ανάκρισης, καθηλώνοντας τη δράση στον περίκλειστο χώρο ενός αστυνομικού τμήματος, όπου όλα διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια μιας γιορτινής βραδιάς. Όπως σε θεατρικό μονόπρακτο, τα πάντα αποκαλύπτονται σταδιακά, στους καλοζυγιασμένους διαλόγους. Ερωτήσεις, με στόχο την εκμαίευση στοιχείων και τη διασταύρωση πληροφοριών, προκαλούν ασαφείς απαντήσεις και ψέματα, από τον σαστισμένο ύποπτο, ξετυλίγοντας μια μπερδεμένη ιστορία. Στην κλειστοφοβική συνθήκη της ανάκρισης, μοιάζει να έχει σταματήσει ο χρόνος, σε έναν ά-χρονο τόπο και μονάχα όταν επίμονα κορναρίσματα εισβάλλουν στο ηχητικό πεδίο, γίνεται αντιληπτή η αλλαγή του νέου χρόνου.

Το σκοτεινό σενάριο εξελίσσεται με διφορούμενους χαρακτήρες και αναπάντεχες ανατροπές. Στην πολύωρη ανάκριση, το παιχνίδι ψυχολογικής πίεσης και εκφοβισμού, μαζί με την αποκάλυψη καταχωνιασμένων μυστικών-ταμπού, που επισύρουν δημόσια κατακραυγή, εντείνουν την αίσθηση ενοχής, παρότι τα φαινόμενα ενδέχεται να απατούν. Ο Διοικητής σχολιάζει στο ρεβεγιόν ένα έδεσμα που τελικά αποφεύγει να δοκιμάσει «…αφού φαίνεται για χαβιάρι, γιατί να μην είναι;», φράση-κλειδί σχετικά με τους μηχανισμούς ενοχοποίησης και αποδοχής ενοχής, όταν δυσφήμιση και συκοφαντία παραμένουν μη αναστρέψιμες.

Με τους πρωταγωνιστές σε αντίπαλα στρατόπεδα, ενισχύεται διπλή αντιπαράθεση, η πλευρά του νόμου και η πλευρά του υπόπτου, σε ένα άνισο παιχνίδι γάτας-ποντικού, αλλά και ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε δυο άντρες διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας και τάξης. Στιβαρός λαϊκός αστυνόμος και δημόσιος υπάλληλος ο ένας, συμβολαιογράφος καταξιωμένος στην κοινωνία της αστικής τάξης με κρυφές αδυναμίες, ο άλλος.

Μέσα από κοντινά, απεικονίζονται χειρονομίες και το εκφραστικό πρόσωπο του Γκαλιέν, που καπνίζει σκεφτικός «Ζιτάν», καθώς ακούει προσεκτικά τους ισχυρισμούς του Μαρτινό. Ψύχραιμος και σχολαστικός, ο Γκαλιέν αρχικά συμπεριφέρεται με σεβασμό στον καθωσπρέπει συμβολαιογράφο, αποκαλώντας τον «μετρ Μαρτινό», προσφώνηση που αποκτά ειρωνική χροιά, όσο προχωράει η ανάκριση. Καλοντυμένος με σμόκιν ο Μαρτινό προσδιορίζεται μέσα από αντιφάσεις και εμφανίζεται σταδιακά να λυγίζει, κάτω από την αφόρητη ψυχολογική πίεση. Η παραδοχή του Γκαλιέν πως έχει δεχτεί δυσφημιστικές επιστολές από ανώνυμους πολίτες για εμπλοκή του Μαρτινό σε οικονομικές απάτες, περιγράφει ένα κλίμα δοσιλογισμού, ανακαλώντας το αριστουργηματικό γαλλικό ψυχολογικό θρίλερ «Το κοράκι» (1943/Ανρί Ζωρζ Κλουζώ). Ο Μαρτινό μιλάει για κακεντρέχεια των γειτόνων του, σχολιάζοντας πως «… αποδέχονται και χειροκροτούν τους ευφυείς, αλλά η επιτυχία ενός δικού τους θεωρείται εξοργιστική και ασυγχώρητη αδικία».

Ο μύθος της μοιραίας γυναίκας ενισχύεται από τον τρόπο παρουσίασης της Σαντάλ, που εισάγεται αρχικά ως εντυπωσιακή φιγούρα, από φωτογραφία, ενώ η φυσική παρουσία της αναδύεται από τα σκοτάδια, ντυμένη στα μαύρα. Ο Γκαλιέν συναντά την μυστηριώδη και ακαταμάχητα γοητευτική Σαντάλ, σε μια σκοτεινή αίθουσα του τμήματος, που φωτίζεται από πολύχρωμα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Σκληρός αρχικά μαζί της, μαλακώνει όταν αντιλαμβάνεται πως έχει πρόθεση να καταθέσει τη δική της εκδοχή. Μιλώντας υποτιμητικά για τον γάμο της, τονίζει πως δελεάστηκε από την κοινωνική θέση του Μαρτινό και στη συνέχεια τον υπονομεύει, αναφερόμενη σε μια παραμονή Χριστουγέννων, με την 8χρονη ανιψιά της, δέκα χρόνια πριν.

Στον περιορισμένο χώρο ενός γραφείου, οι ερωταποκρίσεις κινηματογραφούνται σε αντικριστά πλάνα, επιλέγοντας να αναδειχθεί η ρουτίνα της τυπικής ανακριτικής διαδικασίας. Όσο όμως η ώρα περνά και συσσωρεύονται ασάφειες, μερικά κρίσιμα σημεία σηματοδοτούνται με διαφορετική σκηνοθετική προσέγγιση. Νέα στοιχεία ή πρόσωπα, εισάγονται μέσω χρήσης φωτογραφιών. Η εικόνα αποτρόπαιου εγκλήματος εισέρχεται μόλις ο Γκαλιέν, σε στιγμή έντασης, δείχνει στον Μαρτινό φωτογραφία του νεκρού κοριτσιού. Αντίστοιχα, μόλις ο Μαρτινό πληροφορηθεί πως τίθεται υπό κράτηση, στη φιλμική ροή εισέρχονται εμβόλιμα πλάνα, διευρύνοντας την περιορισμένη οπτική. Από το γραφείο τής ανάκρισης, μεταφερόμαστε στους εξωτερικούς τόπους των εγκλημάτων, αρχικά μέσα από σταθερά εμβόλιμα πλάνα, που βαθμιαία εξελίσσονται σε εμβόλιμα τράβελινγκ, ακολουθώντας εικονογραφικά τη λεκτική αφήγηση. Διαδοχικά σταθερά εμβόλιμα απεικονίζουν τα πτώματα των κοριτσιών. Στα αρχικά βουβά εμβόλιμα πλάνα με το παρκαρισμένο αμάξι του Μαρτινό στην παραλία, εισάγεται ήχος κυμάτων, ζωντανεύοντας τις μαρτυρίες του, όπως αντίστοιχα και τα στιγμιαία πλάνα πειραματικής αισθητικής, με τον εκτυφλωτικό φάρο, που εμπλουτίζονται με ήχους, μετά την περιγραφή του Μαρτινό. Στην αφήγηση του προβληματικού γάμου, ο διαβόητος διάδρομος απεικονίζεται μέσα από πλάνα υποκειμενικής λήψης.

Η πρωτότυπη μουσική του εμβληματικού συνθέτη Ζωρζ Ντελρύ αποτελείται από θλιμμένη μελωδία μεσαιωνικού ύφους, όπου ξεχωρίζει νοσταλγικό ηχόχρωμα φλογέρας, μεταφέροντας την έννοια της χαμένης παιδικής αθωότητας. Αυτό το χαρακτηριστικό μουσικό μοτίβο ανοίγει την ταινία στους τίτλους αρχής, με την κάμερα να περιδιαβαίνει σε μονοπλάνο στο εσωτερικό αίθριο του Αστυνομικού Τμήματος, γεμάτο τζαμαρίες και γυάλινα στέγαστρα, υπό καταρρακτώδη βροχή. Αυτή η μεσαιωνική μελωδία, σαν από περιστρεφόμενη κούνια με αλογάκια, ακούγεται και στο φλασμπάκ της Σαντάλ και εξελίσσεται σε βαλς, που συνοδεύει και τις σκηνές του ρεβεγιόν στην εισαγωγή. Το μεσαιωνικό μοτίβο ακούγεται και μόλις αποκαλύπτεται το ανατρεπτικό στοιχείο που τινάζει τα πάντα στον αέρα, ενώ κλείνει μελαγχολικά την ταινία, υπογραμμίζοντας το κλείσιμο του κύκλου ενός κυνικού παιχνιδιού της μοίρας.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]

INFO

  • Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος παρουσιάζει την Κυριακή 27/6/2021 την αποκατεστημένη κόπια της ταινίας «Ψαράδες και Ψαρέματα», (1961, 22’), του Λέοντος Λοΐσιου, με αφηγητή τον Σταύρο Τορνέ και μοντάζ του Ροβήρου Μανθούλη, μαζί με την «Κοινωνική Σαπίλα» (1932, 50’/Στέλιου Τατασόπουλου). Είσοδος ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας. Οι δύο ταινίες θα προβάλλονται και στο ψηφιακό σινεμά της Ταινιοθήκης online.tainiothiki.gr (28/6-7/7).
  • Το 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (24/6-4/7/2021) διεξάγεται και σε υβριδική καλοκαιρινή διοργάνωση με 151 ντοκιμαντέρ. Οι προβολές του Διεθνούς Διαγωνιστικού, των Ανοιχτών Οριζόντων, της Πλατφόρμας και του αφιερώματος στον Σταύρο Καπλανίδη, θα διεξαχθούν σε 7 θερινούς κινηματογράφους στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, προβάλλονται και διαδικτυακά στο filmfestival.gr (3€/προβολή).
  • Διήμερο προβολών στο θερινό Τριανόν (1/7 στις 21:00 και 2/7 21:00 και 23:00) του ιστορικού ντοκιμαντέρ «Αναζητώντας το Χρυσάφι του Χρόνου» (2018) του Τάσου Κατσαρού, για τη γερμανική κατοχή στη Θεσσαλονίκη. Είσοδος 5€. Οι προβολές θα πραγματοποιηθούν παρουσία σκηνοθέτη και συντελεστών. Μετά την προβολή της 1/7 θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Ευτύχη Μπιτσάκη.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!