Σε μια κρίσιμη στιγμή για την κοινωνία και την υγεία όλου του πληθυσμού, ο πολιτικός κόσμος επιλέγει διάφορους αντιπερισπασμούς. Είτε για να συγκαλύψει τις εγκληματικές ευθύνες του είτε για να αποκρύψει την απουσία προτάσεων και έργου υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.

Η επιθετικότητα των κυβερνόντων απέναντι στην κοινωνία, είναι οργανικό στοιχείο. Το ρεφρέν επαναλαμβάνεται συνεχώς: Το βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη ατομικής ευθύνης και οι κατεργάρηδες πολίτες που δεν συμμορφώνονται με τα μέτρα. Ο περιορισμός του δημόσιου και ατομικού χώρου, με την καραντίνα, ανοίγει την όρεξη για πιο επιθετική πολιτική ενάντια σε δικαιώματα και ελευθερίες. Ανοίγει την όρεξη για τροποποιήσεις στις εργασιακές σχέσεις (τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, επιδοματοποίηση), αλλά και αφήνει ανοιχτό το πεδίο για την πλήρη υποταγή σε δυτικούς συμμάχους και πολυεθνικά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Τώρα, τα επιτελεία επέλεξαν να ξιφουλκήσουν για το Πολυτεχνείο. Ο Χρυσοχοΐδης απαγορεύει και ο Μητσοτάκης κραυγάζει «τέλος στα ιδεολογικά άβατα». ΣΥΡΙΖΑ και ΜέΡΑ25 καταγγέλλουν τον αυταρχισμό και προαναγγέλλουν ολιγομελείς αντιπροσωπείες στις εκδηλώσεις. Το ΚΚΕ δηλώνει ότι, σεβόμενο την ουσία του Πολυτεχνείου, θα διαδηλώσει. Το ίδιο και άλλες αριστερές εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις.

Οι μεν κυβερνητικοί εμφανίζονται ότι προστατεύουν, και με αυτή την απόφαση, την υγεία του λαού (έχουν δείξει πόσο ενδιαφέρονται γι’ αυτήν). Οι δε αντιπολιτευόμενοι, βρίσκουν την ευκαιρία για αντιπολιτευτικές κορώνες, αλλά και για να καλύψουν πιο σημαντικές σιωπές και απουσίες πολιτικής.

Εκείνο το πανό της οργής νέων και οικοδόμων που πήγαιναν από την Ομόνοια προς το Πολυτεχνείο, το οποίο έγραφε «Ουαί γραμματείς και φαρισαίοι!», το ξέχασαν πολλοί σημερινοί υμνητές του Πολυτεχνείου. Ξέχασαν επίσης σε πόσες απαγορεύσεις της πορείας είχαν συναινέσει τα χρόνια 1976-1981, με αποκορύφωμα την πορεία του 1980.

Από τα τανκς (δικτατορία), φθάσαμε στις μπανκς (τράπεζες) και τα μνημόνια και τώρα έχουμε πανδημία, ανοιχτή τουρκική απειλή και μαζί πρωτοφανή οικονομική κρίση. Ο πολιτικός λόγος και το ρεπερτόριο των πορειών για το Πολυτεχνείο, όμως, έχουν μείνει στάσιμα. Δεν συνδέεται οργανικά με το σημερινό δράμα της χώρας. Και όλος ο πολιτικός κόσμος έχει ευθύνες για αυτό, είτε συμμετέχει είτε όχι στις πορείες. «Κληρονόμοι», «γνήσιοι εκφραστές», «απτόητοι συνεχιστές», δεν νοιώθουν αυτή την απομάκρυνση, δεν τους νοιάζει και πολύ. Όπως οι κυβερνώντες –σήμερα Ν.Δ., χθες ΣΥΡΙΖΑ, λίγο πριν όλοι μαζί σε διάφορες συνθέσεις– δηλώνουν πως νοιάζονται για τον λαό και την κοινωνία, αλλά δεν νοιάζονται διόλου.

Δύο διαπιστώσεις, για όσους ενδιαφέρονται λίγο πέρα από τις εντυπώσεις:

  • Το Πολυτεχνείο συγκινεί, όσο συγκινεί, γιατί αποτέλεσε σε σκοτεινούς καιρούς τον «τρόπο» να μιλήσει και να εκφραστεί δια μέσου μιας πρωτοπορίας (φοιτητές, νέοι εργάτες) ολόκληρη η κοινωνία. Σήμερα αναζητείται ξανά ο τρόπος, σε συνθήκες που ο αντίπαλος είναι πιο πολυπλόκαμος.
  • Η Αριστερά –στην ουσία της– οφείλει να υπηρετεί το λαό. Να νοιώθει τις ανάγκες του, να τον σέβεται, να είναι σεμνή απέναντί του κι όχι αλαζονική. Σήμερα, στο όνομα της Αριστεράς συμβαίνουν πλέον ακριβώς τα αντίθετα. Η απομάκρυνση αυτής της Αριστεράς από την ουσία του Πολυτεχνείου και η απόσταση από το «να υπηρετούμε τον λαό», έχει θέσει το ζήτημα να οικοδομηθεί μια μη αριστερή, στη μορφή και τα περιεχόμενα, Αριστερά. Μοιάζει με γρίφο, αλλά είναι πραγματική ανάγκη. Με αυτή την έννοια, ο αγώνας συνεχίζεται. Σε εξαιρετικά δύσκολες και οδυνηρές συνθήκες.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!