Με ισπανοπερουβιανή καταγωγή απ’ την μητέρα του, ο Γάλλος πρωτοποριακός ζωγράφος Πωλ Γκωγκέν (1848-1903) γεννήθηκε τη χρονιά που δημοσιεύτηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς, έζησε ως παιδί την επέκταση των γαλλικών αποικιών και τον μετασχηματισμό του Παρισιού σε μητροπολιτική πρωτεύουσα, επί αυτοκρατορίας Ναπολέοντα Γ΄, ενώ η ενηλικίωσή του συνέπεσε με την εγκαθίδρυση της Παρισινής Κομμούνας (1871). Σ’ αυτή την εκρηκτική ιστορική συγκυρία αναπτύσσεται και ωριμάζει ένας αντικομφορμιστής καλλιτέχνης, που οι τολμηρές καινοτομίες του επηρέασαν καθοριστικά καλλιτέχνες προς την αφηρημένη τέχνη, όπως τους Ανρί Ματίς, Βασίλι Καντίνσκι, Πάμπλο Πικάσο και Χουάν Μιρό, με τη ζωγραφική, απαλλαγμένη από την αναπαραστατικότητα, να επικεντρώνεται στην ελεύθερη έκφραση συναισθημάτων και αντιλήψεων.

Στο σινεμά, ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του Πωλ Γκωγκέν σκιαγραφήθηκε κυρίως σε αντιδιαστολή με τον ευαίσθητο και ψυχικά ασταθή φίλο του, τον μνημειώδη ζωγράφο Βαν Γκογκ. Αυτή η στερεοτυπική δόμηση αντιθετικών χαρακτήρων απογειώθηκε με το κορυφαίο δίδυμο Κερκ Ντάγκλας-Άντονι Κουίν στην ταινία Πάθος για ζωή (1956), του Βινσέντε Μινέλι, με τον μεξικάνικης καταγωγής ρωμαλέο Αμερικάνο Κουίν να ενσαρκώνει τον Γκωγκέν, κατακτώντας δεύτερο Όσκαρ και εμπνέοντας τον Μιχάλη Κακογιάννη να τον οραματιστεί ως παγκόσμια αρχετυπική εικόνα του Έλληνα, στο ρόλο του καζαντζακικού Ζορμπά, στην ομώνυμη ταινία τού 1964.

Στην ταινία Γκωγκέν, του 48χρονου Εντουάρ Ντελύκ, τον παρορμητικό ζωγράφο ενσαρκώνει ένας ανοιχτόχρωμος γαλανομάτης, ο ταλαντούχος Βενσάν Κασέλ, που προσαρμόζει πετυχημένα τη δική του ιδιοσυγκρασία, με τη μανιέρα του ατίθασου ερωτύλου αλητήριου, όπως έχει τυποποιηθεί τελευταία, στον χαρακτήρα του παθιασμένου αντισυμβατικού καλλιτέχνη.

Απογοητευμένος από την αδυναμία της εποχής να κατανοήσει τους φορμαλιστικούς νεωτερισμούς του, ο Γκωγκέν της ταινίας ασφυκτιά στο Παρίσι του 1891 και αποφασίζει να αναζητήσει ένα παρθένο περιβάλλον στην Ταϊτή. Η ταινία εστιάζει στις δυσκολίες διαβίωσης κατά τη διαμονή του εκεί (1891-1893), σε μια από τις πλέον παραγωγικές περιόδους του, με διάσημους πίνακες, δείγματα τελειοποιημένης δεξιοτεχνίας, με τον σκηνοθέτη να προσπαθεί να συνταιριάξει γεγονότα και πόζες στην εικονογραφία τους.

Ο Γκωγκέν εγκαθίσταται σε μια καλύβα και αφοσιώνεται ψυχή τε και σώματι στη ζωγραφική, παραμελώντας τον εξασθενημένο οργανισμό του. Λίγο πριν τα 45 του, καταρρέει από έμφραγμα. Ωστόσο, παρατάει το νοσοκομείο και φορτώνει στο άλογό του λιγοστές προμήθειες και μπογιές, ξεκινώντας να εξερευνήσει την απροσπέλαστη πλευρά του νησιού. Επιστρέφει με μια ντόπια έφηβη, την Τεχούρα, που θα τον φροντίζει. Παρά το ότι διάγει την πιο εμπνευσμένη του περίοδο, παραμένει δίχως χρήματα και αναγκάζεται να βιοποριστεί ως λιμενεργάτης. Η Τεχούρα βρίσκει παρηγοριά στην εκκλησιαστική χορωδία και ασπάζεται τον καθολικισμό, σε ένα περιβάλλον αλλοτριωμένο από την αποικιοκρατική εισβολή και την επιβολή ξενόφερτων θρησκειών, αλλά και νέων ηθών με επίκεντρο το χρηματικό κέρδος.

Δίχως να αποτελεί βιογραφία, η ταινία εντάσσει βιογραφικά στοιχεία που αναδεικνύουν την πολυσχιδή προσωπικότητα του καλλιτέχνη, ανασυνθέτοντας τον τρόπο δουλειάς, τις αναζητήσεις και τον χαρακτήρα του, ενώ το τοπίο και η χρήση της μουσικής, μεταφέρουν την αντικομφορμιστική πεμπτουσία της τέχνης του.

Μέσα από χαμηλούς τόνους και αργούς ρυθμούς, σε αντίθεση με τον στερεοτυπικό εξωστρεφή χαρακτήρα του ζωγράφου, αναδύεται η βαθύτερη υπαρξιακή υπόσταση της καλλιτεχνικής του έκφρασης, από έναν σκηνοθέτη απόφοιτο Σχολής Καλών Τεχνών.

Θαυμαστής του 53χρονου Αυστραλού μουσικού και συνθέτη Γουόρεν Έλλις, ο Ντελύκ άκουγε κινηματογραφικές μουσικές του, κατά τη σεναριακή συγγραφή και του εμπιστεύθηκε την πρωτότυπη μουσική. Εντυπωσιασμένος από το χώρο που άφηνε το σενάριο στη μουσική, ο Έλλις επικεντρώθηκε σε μια λιτή ηχητική ενορχήστρωση με βιολί, βιόλα, φλάουτο ή πιάνο αναμειγμένη με ανεπαίσθητα ηλεκτρονικά ατμοσφαιρικά στοιχεία. Οι θλιμμένες συνθέσεις του, συνοδεία εγχόρδων, μερικές απ’ τις οποίες συνυπογράφει και ο Νικ Κέιβ, εντείνουν το μυστήριο, τα πνευστά διαχέουν πρωτόγονη χροιά φυσήματος ανέμου ή ανάσας, ενώ οι πιανιστικές συγχορδίες μεταδίδουν ανακουφιστική νοσταλγία, αντικατοπτρίζοντας τον ψυχικό κόσμο του ζωγράφου, καθώς ακούγονται σε προσωπικές του στιγμές. Οι μουσικές συνδυάζονται κυρίως με τις ζούγκλες της Ταϊτής, που απεικόνισε στους πίνακές του ο Γκωγκέν, όχι ως φόντο των εξωτικών καλλονών του, αλλά ως περιβάλλον που τον έκανε να αισθάνεται κομμάτι του παραδείσου και τοποθετούνται εντός του κινηματογραφικού κάδρου, ενώ αντιπαραβάλλονται με τον παριζιάνικο κοσμοπολιτισμό που απέρριψε. Η ταινία επιδεικνύει έντονο νατουραλισμό, μέσα από μακρινά πλάνα, όπου η μικρής κλίμακας ανθρώπινη φιγούρα εκμηδενίζεται, αναδεικνύοντας το δέος του Γκωγκέν για την άγρια φύση. Ήδη από την ιμπρεσιονιστική του περίοδο, στις τοπιογραφίες του κυριαρχεί η απεικόνιση πυκνής δασικής βλάστησης, προοιωνίζοντας τη συγκλονιστική επαφή του με τη φύση στην επαρχιακή Βρετάνη και αργότερα στην εξωτική Πολυνησία, αναζητώντας το πρωτόγονο στη φύση μιας άγνωστης και μυστηριώδους γης, όπου μύθοι και θρύλοι παρέμεναν ζωντανοί.

Ο Γκωγκέν είχε ανακαλύψει την επίδραση του εξωτισμού στο πρώτο υπερατλαντικό ταξίδι του στη Μαρτινίκα το 1887, χρησιμοποιώντας φωτεινότερα χρώματα, στην απαρχή της ρήξης του με τον ιμπρεσιονισμό, που θα απορρίψει οριστικά στην Ταϊτή.

Το πάθος του για ζωγραφική υπογραμμίζεται στη σκηνή όπου έξω βρέχει καταρρακτωδώς, ενώ αυτός ζωγραφίζει πυρετωδώς μέσα στην καλύβα, υπό το φώς κεριού, με το πρόσωπο σε κοντινό πλάνο, σε ημιάγρια κατάσταση. Στα πλάνα που ζωγραφίζει με γυρισμένη πλάτη, αποκαλύπτονται πίσω του, καρφιτσωμένα στους τοίχους, οικογενειακές φωτογραφίες και ζωγραφικοί πίνακες της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που αποτελούν το πραγματικό «μικρό μουσείο του» όπως ονόμαζε ο ίδιος ο ζωγράφος μια σειρά αναπαραγωγών που είχε κουβαλήσει από το Παρίσι, σημαντική πηγή της ζωγραφικής του παιδείας, ως αυτοδίδακτος.

Η φωτογραφική αναπαραγωγή, με την εκτύπωση έργων τέχνης από τα ευρωπαϊκά μουσεία, διέδωσε παγκόσμια τις εικόνες αυτές, διαμορφώνοντας πολύ πριν το σινεμά, την τηλεόραση και αργότερα το Ίντερνετ, μια κοινή δεξαμενή εικόνων που διαμόρφωσε καλλιτεχνικές αλληλεπιδράσεις.

Η κάμερα αιχμαλωτίζει συχνά τον παρατηρητικό Γκωγκέν που σκιτσάρει διαρκώς στο σημειωματάριό του θέματα και στάσεις, για να τα επεξεργαστεί αργότερα πάνω στον καμβά, αποκαλύπτοντας την πραγματική προπαρασκευαστική μέθοδο δουλειάς του ζωγράφου, ο οποίος μελετούσε προσεκτικά ντύσιμο, έθιμα, κινήσεις χεριών και σωμάτων των Ταϊτινών.

Η λιγότερο γνωστή ενασχόληση του Γκωγκέν με τη γλυπτική γίνεται αντιληπτή στην ταινία μέσα από τα ξυλόγλυπτά του, που αποτέλεσαν την προσωπική του προσέγγιση των τελετουργικών τοτέμ, διερευνώντας πολιτισμικούς εννοιολογικούς συσχετισμούς με το ασυνείδητο.

Η απείθαρχη και αντιεξουσιαστική στάση της ζωής του αποτελεί σχόλιο και για τις παρενέργειες της αποικιοκρατίας, με την επιβολή πολιτισμικής ενσωμάτωσης, σε βαθμό αφανισμού των πρωτόγονων κοινωνιών.

Ενάντια στο ρεύμα, ο Γκωγκέν στράφηκε στη φύση και στις ρίζες πρωτόγονων πολιτισμών, ως πρώιμος χίπις, αναζητώντας εκφραστικές αξίες στις λαογραφικές παραδόσεις και τις πρωτόγονες μορφές τέχνης, για να κατανοήσει τη βαθύτερη αρμονία φύσης και ανθρώπινου πνεύματος που διέπει την καλλιτεχνική δημιουργία.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO

Στο “Αλκυονίς” διοργανώνεται Εβδομάδα Μολδαβικού Κινηματογράφου 10-16/5, με έξι από τις σπουδαιότερες ταινίες του Εμιλ Λοτιάνου, του σημαντικότερου εκπροσώπου του μολδαβικού κινηματογράφου.
Στα πλαίσια του κινηματογραφικού αφιερώματος «50 χρόνια από τον Μάη του ’68», του Φιλοπρόοδου Ομίλου Υμηττού, αυτή την Κυριακή 13/5 θα προβληθεί στις 18:30 το 4ωρο ντοκιμαντέρ Το βάθος του Ουρανού είναι κόκκινο (1977) του Κρις Μαρκέρ και τη Δευτέρα 14/5 στις 20:30 η ταινία Ο Μιλού το Μάη (1990) του Λουί Μαλ, που θα προλογίσει η θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου Ιφιγένεια Καλαντζή. Οι προβολές είναι με ελεύθερη είσοδο. Μετά ακολουθεί συζήτηση.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!