58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2/11 ως 12/11

Ανταπόκριση: Ιφιγένεια Καλαντζή*

 

Ξεπερνώντας την ένταση ανάμεσα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τους Έλληνες σκηνοθέτες, που είχε οδηγήσει στην εξαφάνιση σχεδόν του ελληνικού τμήματος, η φετινή διοργάνωση επιχειρεί γενναιόδωρα την υποστήριξη του ελληνικού σινεμά, συμπεριλαμβάνοντας πληθώρα ταινιών παλαιότερων και νεότερων γενιών σκηνοθετών, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα μοιάζει ενίοτε κατώτερο των προσδοκιών.

Εντυπωσιακό παραμένει, πως οι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες αποφεύγουν συστηματικά να θίξουν τη σημερινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση, από την άλλη, ωστόσο, εμφανίζονται περισσότερο καταρτισμένοι κινηματογραφικά και τολμηροί. Απομακρύνονται ολοένα από την παλιότερη καθιερωμένη ρεαλιστική τάση, επιστρέφοντας σε μια εικαστική και συμβολιστική σκηνοθετική γραφή, που υποστηρίζεται από μια εντυπωσιακή ανάπτυξη επιμέρους εκφραστικών εργαλείων του σινεμά –σκηνογραφία, φωτισμοί, πρωτότυπη μουσική– που αναδεικνύονται σε ισότιμους συντελεστές, πλάι σε μερικές ολοένα και πιο δυνατές υποκριτικές ερμηνείες, περιορίζοντας τη συμβατική σκηνοθεσία προηγούμενων ετών, ακόμα και την πρόσφατη σουρεαλιστική τάση του λανθιμικού παράλογου.

Έτσι, στο κομμάτι της πρωτότυπης μουσικής σύνθεσης, εκτός από τον θρυλικό Λιλιπουπολίτη συνθέτη Νίκο Κυπουργό που συνέθεσε την εξαίρετη μουσική δωματίου με κουαρτέτο εγχόρδων, φλογέρα και κανονάκι για την ταινία εποχής Πολυξένη, της Δώρας Μασκλαβάνου, αλλά και τον Μπάμπη Παπαδόπουλο στο μελλοντολογικό Ussak του Κυριάκου Κατζουράκη, επιστρατεύονται ο Κωνσταντής Παπακωνσταντίνου, γιος του Θανάση, στην ταινία Χρόνια Πολλά του Χρίστου Γεωργίου, που στη μυθοπλαστική του προσπάθεια διευρύνει το θέμα-κλισέ για το χάσμα των γενεών, εστιάζοντας στις εύθραυστες σχέσεις ενός ματατζή πατέρα με αντιεξουσιάστρια κόρη, ενώ ο Κώστας Κακογιάννης, ανιψιός του Μιχάλη, συνθέτει πρωτότυπη τζαζέ μουσική για την αυθεντική κωμικοτραγική κυπριακή ταινία Ρόζμαρι, του Άδωνι Φλωρίδη.

Σε γενικές γραμμές η δραματουργία ενισχύεται από μια σκηνοθεσία που στηρίζει μια φετιχιστική νοσταλγία, γύρω από την παιδική ηλικία και τη δεκαετία του ’80. Οι κάπως μεγαλύτεροι σκηνοθέτες μέσα από μια εντυπωσιακή σκηνογραφική διάσταση αναβιώνουν, ίσως όχι τυχαία, το κλίμα εγκλεισμού και παράνοιας που είχε πρωτολανσάρει το σινεμά του Νικολαϊδη, με τρανταχτό παράδειγμα το κλειστοφοβικό Ιερόσυλοι, της Μάρσας Μακρή, για ένα ακραίο παράδειγμα λυτρωτικής θρησκοληψίας.

***

Οι δύο από τις τρεις συνολικά ελληνικές ταινίες στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα διαχειρίζονται εξίσου αυτή την περίφημη νοσταλγία.

Στην ταινία Ο Γιος της Σοφίας, της Ελίνας Ψύκου, που τοποθετείται στο καλοκαίρι του 2004, με τους Ολυμπιακούς αγώνες, μια Ρωσίδα μετανάστρια δυσκολεύεται να εξηγήσει στον 11χρονο γιο της Μίσα, πως έχει παντρευτεί έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της Έλληνα και ότι θα μένουν πλέον στο δικό του σπίτι. Με φόντο τη φετιχιστική αναπαράσταση του κιτς των Ολυμπιακών αγώνων, με τις κούκλες του Φοίβου και της Αθηνάς, αλλά και την πομπώδη τελετή έναρξης στην τηλεόραση, χτίζεται με ευαισθησία μια ιστορία μετάβασης από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, με πολύχρωμους ποπ φωτισμούς, αντιθετικά χρώματα στις ενδυμασίες και τα σκηνικά, σε ένα παραμυθένιο σύμπαν, που σηματοδοτεί τις ψυχολογικές εκφάνσεις ενός υφέρποντος, ακόμα, οιδιπόδειου, μπρος στο φόβο της αναδυόμενης σεξουαλικότητας, σύμφωνα και με τους συμβολισμούς της Φρίντα Λιάππα. Στα χνάρια ενός εικαστικού παλιμπαιδισμού, όπως στον Γουές Άντερσον, οι χαρακτήρες αναπτύσσουν φετιχιστικές εμμονές, ενώ η νοσταλγική σκηνοθετική άποψη υποστηρίζεται με σταθερά μετωπικά και συμμετρικά πλάνα. Το αγόρι, με όνομα από τη μασκότ των ρώσικων ολυμπιακών αγώνων, εμφανίζεται φορώντας ζωόμορφη αποκριάτικη στολή, θυμίζοντας και την ταινία του Σπάικ Τζοντζ Στη χώρα των μαγικών πλασμάτων (2009), ενώ περιβάλλεται από λούτρινα ζωάκια που ράβει η μητέρα του, στη βιοτεχνία όπου εργάζεται. Το κλίμα φετιχιστικής νοσταλγίας συμπληρώνεται με το άκουσμα προφορικής ανάγνωσης κλασικών παραμυθιών, από κασέτες, με τη φωνή του πατριού που είναι ηθοποιός. Παράλληλα, μια αποθήκη γεμάτη παλιατζούρες ανακαλεί την ατμόσφαιρα στο Φάνι και Αλέξανδρος του Μπέργκμαν, επίσης ταινία αναφοράς στη μετάβαση από την παιδικότητα στην εφηβεία.

Στην Επιφάνεια των πραγμάτων, της Νάνσυ Μπινιαδάκη, επίσης στο Διαγωνιστικό, ένας αστικός μύθος της Αθήνας για τον υπόγειο ποταμό Ερρινυό, μπλέκεται με τις αφηγήσεις διαφορετικών γυναικών, που υπήρξαν συμμαθήτριες, πότε με τη μορφή επιστολής, πότε ως μονόλογος και άλλοτε ως συνέντευξη, ξεδιπλώνοντας το μυστήριο μιας τραγικής αυτοκτονίας, άλλης μιας ιστορίας στοιχειωμένης εφηβείας, στη δεκαετία του ’80. Εκπληκτικό καστ δυνατών γυναικείων ερμηνειών από Σκουλά, Καλλιμάνη, Μπαζάκα και Τριανταφυλλίδου, πλάι σε νταρκ-πανκ πινελιές και εμβληματικά τραγούδια των Joy Division, Cure και Iggy Pop.

***

Στον αντίποδα των κινηματογραφιστών της γενιάς του, ο Αλέξανδρος Αβρανάς παραμένει πιστός στο σκληρό κλίμα του Miss Violence (2013). Στην ταινία Love me not, σε κλίμα αποστασιοποιημένης ψυχρότητας, τύπου Χάνεκε, αφήνει κατά μέρους την περίφημη λανθιμική χιουμοριστική ειρωνεία, αγγίζοντας ένα σκληρό σαδομαζοχιστικό αποτέλεσμα, στα χνάρια του ύστερου Παζολίνι, δηλώνοντας χωρίς δισταγμό συνειδητή πολιτική διάσταση στην ταινία του. Με τίτλο που προσεγγίζει την αγάπη με την απουσία της, επέλεξε τη σκληρότητα, για να καταδείξει την κατάρρευση των ηθικών αξιών που αλλοιώνουν τις έννοιες αγάπης και φιλίας, όταν «εγκλωβισμένοι σε τεχνητές ανάγκες, αδυνατούμε να συνυπάρξουμε». Ο Αβρανάς εξυφαίνει μια καλοστημένη απάτη τεκνοποίησης ενός σαραντάχρονου ζευγαριού, μέσω παρένθετης μητέρας, με μια σκοτεινή, υπερβολική, σχεδόν θρίλερ ιστορία σαδομαζοχιστικής τροπής, θέτοντας στο επίκεντρο την κατάδειξη της βίας στις σχέσεις εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, μέσα από μια «οικογενειακή» και πάλι υπόθεση. Η ανατροπή της αρχικής πλοκής σηματοδοτεί τη σημερινή κοινωνική απόγνωση. Η αφαιρετική σκηνογραφική προσέγγιση μιας πολυπόθητης μπουρζουάδικης πολυτέλειας, σε τεράστιες βίλες με πισίνα, που ανακαλεί και την αστυνομική ταινία του Ζακ Ντερέ Η πισίνα (1969), αλλά και η ποπ γιουροβίζιον κυρίαρχη αισθητική, με το τραγούδι Et si tu nexistais pas (1980/ Τζο Ντασέν), εικονογραφούν τη βίαιη μετάλλαξη ανθρώπων σε διεστραμμένους αμοραλιστές, με τη συνεπικουρία μουντών χρωμάτων και σφιγμένων εκφράσεων στις αποστεωμένες από κάθε συναισθηματισμό ερμηνείες, απουσία αφηγηματικής μουσικής.

***

Ο ζωγράφος και σκηνοθέτης Κυριάκος Κατζουράκης τοποθετεί τη νέα του ταινία Ussak, σε μια απολυταρχική μελλοντική κοινωνία, μερικές δεκαετίες μετά την κρίση. Ως άλλη Τζουλιέτα Μασίνα, στο Λα στράντα του Φελίνι, η πρωταγωνίστρια Κάτια Γέρου ερμηνεύει σπαραχτικά μια τυραννισμένη ψυχή στην κόλαση του αστικού περιθωρίου, που από μια εφιαλτική νυχτερινή Αθήνα, με συσσίτια και ακροδεξιά μαυροντυμένα τάγματα εφόδου, καταλήγει στην επαρχία, όπου δημιουργούνται ελπιδοφόροι θύλακες αντίστασης.

Στο πολυθεματικό κινηματογραφικό σύμπαν του Κατζουράκη, όπου το σουρεαλιστικό φελινικό κιτς συναντά το λούμπεν περιθώριο του Κούνδουρου και το εξεγερσιακό όραμα του Λόουτς, θεατρίνοι και ποιητές αφυπνίζουν τα αναρχικά αντανακλαστικά ενός εξαθλιωμένου λαού που οργανώνεται έξω από τα αστικά κέντρα και αντιστέκεται σε σενάρια απαγόρευσης διάθεσης σπόρων με φυσικό γονιδίωμα, ενώ ο σκηνοθέτης αναπολεί στίχους του Καρούζου, μπλέκοντας μουσικά Μέντελσον, ελληνόφωνα ταγκό του ’30 και πένθιμες φανφάρες με τις εμπνευσμένες ενορχηστρωτικές προσεγγίσεις του Μπάμπη Παπαδόπουλου, ανάμεσα στα παραδοσιακά ηχοχρώματα θλιμμένου σόλο κλαρίνου, πλάι σε τρομπόνι και κιθαριστικά ακόρντα.

Παρουσία-έκπληξη στην ταινία η καλτ φιγούρα του Πουλικάκου, σε ρόλο σοφού γέροντα ποιητή.

Μετά την πρεμιέρα, ο Κατζουράκης δήλωσε πως επεξεργάζεται το σενάριο απ’ το 2012, ενώ η Γέρου αναφέρθηκε στον Μπάουμαν, εξηγώντας πως ο τίτλος Ουσάκ προέρχεται από τον ανατολίτικο μουσικό δρόμο, που δίνει μουσική υπόσταση στη θλίψη.

 

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!