της Μαρίας Μανδάλου
Αφού κοπάσανε τα περί της Ασπίδος του Ακίλες, αφού σιχλιάστηκαν τα ήρεμα της μεσογαίας ύδατα, αφού παρήλθε του κοπετού η έκστασις και βγήκαν τα θερία παγανιά, κάτι αποφυλακισμένα σαπάκια, με την ευκή των εθνικών εσμών, αφού σωσμός δεν διαφαίνεται στο γκρίζο, τουλάχιστον προς το παρόν, αφού τελέψαν άρθρα και λαχνοί, ακροσήμαντες διακηρύξεις, επιτελικά αθύρματα και τα σχετικά, επανέρχομαι στα καθημερινά, τα αψύθωρα…
Αρθρογραφώ, του λοιπού, λόγο θρηνητικό, για τραύματα (συλλογικά ή μη), για θάματα και ανθοϊάματα, για «το μετέωρο βήμα» του σαλού, και τα λοιπά και τα λοιπά, γνωστά και συγγνωστά, και παρά τρίχα άγνωστα… Βάνω το κβαντομυστηριακοτεχνικό μου γιλέκο, ντιζαϊνάτο, πιπεράτο, εξτραβαγκάν και βίγκαν, οργασμικώς καβαλάω τη χάρλεϊ των ονείρων μου, και τραβάω για μια σικουΐντούκ πλασμαφαίρεση σε γνωστό αντιρρυπαντικό στέκι των αψηλών προαστίων.
Απ’ όταν έμαθα ότι το γκουβέρνο θα μου κόψει το ταμείο ανεργίας διότι είμαι τεμπέλα κι απάνω τούρλα και κάθομαι και πλέκω γιρλάντες με του τέτοιου μου τις μεταξένιες τρίχες, καλολουσμένες με σαπούνι γλυκερίνης και αντιγηραντική γέλη, απ’ όταν έφτακαν τα κακόσυνα μαντάτα, τόριξα στην παλαβή, νάσου και οι μποτοξιές, νάσου και τα υαλουρονικά, νάσου και της Παναΐας τα μαντζούνια… Έγρουξε στη στροφή η χάρλεϊ η μυθική, «ξενάκι είμαι και θαρθώ», αντίφασις κειμένου, γυναίκα δη εγώ, να καβαλάω μασίνι σερνικό, φουρφούρισε μπεντζίνα σαράντα καρατίων η άσφαλτος του εξήντα, «θα φάτε τη σκόνη μου» είπα, όπερ και εγένετο…
Ο σαρκασμός μετά του πονηρού και του αζώτου. Μικροπλαστίκ αντιπαράβολα, τοξικά απόβλητα και κατεπώνυμα θεριά, θα σας φάω τα σκώτια! Οποία αποπληγείσα απογοήτεψις η μοίρα μου, οποία στενωπός το πεπρωμένο μου, από τον Έβρο ως το Καστελλόριζο, από τ’ ακριτικά δοβλέτια ίσαμε της Ελαφόνησω τα εύμορφα απόνερα… Σκιά παντέρημος τύφλωσε την αλκή μου. Σε χώμα ξεροσφύρι με παραχώσανε, εφιάλτης είναι, μη φοβού, θάχεις κάνα μήνα ταμείο ανεργίας ακόμα, το σύστημα όλα τα γιατροπορεύει, αλίμον-ον! Στο μεταξύ, είχα χτίσει και των παιδιώνε μου έναν κοτζαμάν κουμπαρά, κατά τας πρωθυπουργικάς εξαγγελίας, όλα ψιλολοΐδια στην αρχή, ανεύρυζε προσηκόντως σιγά-καπλά, όλα με σοφίαν μεγίστη καμωμένα.
Το κράτος το κρατί όλα τα παρακρατεί, ένα μάν-τ-ρ-α οσομπούκο, οσονούπω, σταφυλωμένο σε έγνοια αδέκαστη. Η χάρλεϊ μ’ έσωσε, σ’ ετούτη τη μετα-μεταβατική αλήστου μνήμης εποχή (ή ενοχή, όπως το πάρει κανείς), σ’ ετούτον τον ορυμαγδό, απ’ άκρου σ’ άκρου εύμολπον, απ’ τα Στενά του Ορμούζ ως της Μεγίστης το μελτέμι, από του Δνείπερου τ’ απόνερα έως τη Γαύδο και της Αγια-Σοφιάς τη στέρνα, απ’ τα Δερβενοχώρια ως της Ραφήνας τα ήπατα… Αρθρογραφώ λόγον θρηνητικό, περί βαΐων και περικοκλάδων. Νιώθω το αίμα στα σκέλια μου αψύ, να κυλάει ακάτεχο, ίσαμε του βαρελιού το σώσμα. Αναβαπτίζομαι πένης Καιρός, ανέστιος Χρόνος, ύπουλη ξερονεριά, μιαν ανάσα προτού το αβγό του φιδιού ανάψει και πάλι τις φολίδες του στο βάθος του σκηνικού. Αφού όλα γινήκαν σκηνικό… Ή μήπως όχι;




































































