Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Τραμπ, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ιρλανδία την περασμένη βδομάδα, ότι θα ήθελε πολύ να δει μια ενωμένη Ιρλανδία και ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί άμεσα, δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς από τα δυτικά μέσα. Από πολλούς θεωρήθηκαν ως επανάληψη των συνηθισμένων αιφνιδιαστικών και «αλλοπρόσαλλων» δηλώσεών του με προφανή στόχο την άσκηση πίεσης στη νέα βρετανική κυβέρνηση. Πίεση που, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την υπόλοιπη Ευρώπη, συμβαδίζει με συνεννοήσεις και συνεργασίες στα περισσότερα διμερή και διεθνή θέματα, με προϋπόθεση την καταβολή οικονομικών «αποζημιώσεων» εκ μέρους τους για τη συμβολή των ΗΠΑ στην «παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα». Οι αντιδράσεις της βρετανικής κυβέρνησης ήταν άμεσες, χωρίς όμως να δίνεται περισσότερη προσοχή.
Όμως λίγες μόλις ημέρες μετά τις δηλώσεις Τραμπ σάλπισε συναγερμός στη Βρετανία. Οι ηγέτες των κομμάτων που ελέγχουν την πλειοψηφία των κοινοβουλίων σε Σκωτία, Β. Ιρλανδία και Ουαλία συναντήθηκαν στο Κάρντιφ –με την κομματική, όχι την κυβερνητική τους ιδιότητα– και διακήρυξαν ότι η εποχή της κυριαρχίας του Γουέστμινστερ στο σύνολο των εδαφών του «Ηνωμένου Βασιλείου» πλησιάζει στο τέλος της. Ο Τζον Σουίνι, ηγέτης του Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος, η Μισέλ Ο’Νιλ, επικεφαλής του Σιν Φέιν στη Β. Ιρλανδία, η Μέρι Λου ΜακΝτόναλντ, πρόεδρος του Σιν Φέιν στην Ιρλανδία, και ο Ριν απ Γιόργουερθ, ηγέτης του Plaid Cymru της Ουαλίας, συνυπέγραψαν ένα μνημόνιο συνεργασίας στη συνάντησή τους. Σε αυτό επισημαίνουν ότι το «πολιτικό τοπίο αλλάζει» και δηλώνουν: «Η δυναμική βρίσκεται στο πλευρό των κινημάτων μας. Καμία κυβέρνηση του Γουέστμινστερ δεν έχει το δικαίωμα να εμποδίσει τη δημοκρατία ή να υπονομεύσει την αρχή σύμφωνα με την οποία οι λαοί μας θα αποφασίσουν οι ίδιοι για το μέλλον τους».
Οι ηγέτες των τριών κομμάτων, αν και δεν συνταυτίστηκαν με τις προηγηθείσες δηλώσεις του Τραμπ (δεν είναι μεγάλη η δημοφιλία του Αμερικανού προέδρου στις χώρες τους!), εκμεταλλεύτηκαν την ευνοϊκή συγκυρία τριγμών στις σχέσεις ΗΠΑ, Βρετανίας και Ε.Ε. για να επαναφέρουν εμφατικά ένα ιστορικό αίτημα των λαών τους. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σοβαρούς τριγμούς, ανεξάρτητα από το πώς θα μεθοδευτούν τα ενδιάμεσα βήματα και ποια θα είναι η κατάληξη του εγχειρήματος. Και οι τριγμοί αυτοί δεν αφορούν αποκλειστικά τη Βρετανία. Απλώνονται και στην ηπειρωτική Ευρώπη, καθώς συναντιούνται με τη διάχυτη οργή των ευρωπαίων πολιτών αλλά και με διεργασίες που γεννά η οικονομική κρίση και η «φυγή» των ευρωπαϊκών ελίτ προς την πολεμική οικονομία. Η Ισπανία (βλ. Χώρα των Βάσκων και Καταλονία), χώρες της Αν. Ευρώπης και των Βαλκανίων, ίσως ακόμα και περιοχές της Γερμανίας ή και της Ιταλίας, αισθάνονται την πίεση των τάσεων αυτονόμησης σε μια Ευρώπη που δεν θυμίζει σε τίποτα το παρελθόν.
Διαφωνίες και εμμονή στον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό»
Παρά την κοινή διακήρυξη του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και της πρόθεσης για ανεξαρτησία από τους επικεφαλής των τριών κυρίαρχων κομμάτων σε Σκωτία, Β. Ιρλανδία και Ουαλία, δεν φάνηκε να συνδιαμορφώθηκε και ένας κοινός ενδιάμεσος βηματισμός για την επίτευξη του στόχου τους:
– Το Σιν Φέιν, παραδοσιακά ισχυρό στη Β. Ιρλανδία, εδώ και δεκαετίες αγωνίζεται για την ένωση με τον ανεξάρτητο Νότο. Τώρα, έχοντας ισχυροποιηθεί θεαματικά και στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, θέτει ως στόχο τη διεξαγωγή ενός τέτοιου δημοψηφίσματος έως το 2030.
– Αντίστοιχα, ο Σκωτσέζος Τζον Σουίνι εκτίμησε ότι ένα δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας θα πρέπει να διεξαχθεί εντός των επόμενων πέντε ετών, θεωρώντας ότι τροποποιούνται οι όροι που είχαν οδηγήσει σε οριακή ήττα αντίστοιχου δημοψηφίσματος στο παρελθόν.
– Πιο επιφυλακτικός παρουσιάζεται ο εκπρόσωπος της Ουαλίας, Ριν απ Γιόργουερθ. Θεωρεί «μακρινό στόχο» την ανεξαρτησία της Ουαλίας, και δεν έχει θέσει χρονικό ορίζοντα για ένα δημοψήφισμα. Επιδιώκει όμως την ενίσχυση των εξουσιών της Βουλής της Ουαλίας και την απόκτηση περισσότερων βαθμών ανεξαρτησίας από τη βρετανική κυβέρνηση.
Από την πλευρά της, η βρετανική κυβέρνηση δηλώνει πρόθυμη να συζητήσει την ενίσχυση των εξουσιών των τοπικών κοινοβουλίων, και ταυτόχρονα κατηγορηματικά αντίθετη σε κάθε συζήτηση για ανεξαρτησία. Την ίδια στιγμή οι ηγέτες της Σκωτίας, της Β. Ιρλανδίας και της Ουαλίας δηλώνουν την πλήρη αντίθεση τους με το Brexit, και διακηρύσσουν ως πρόθεσή τους την ένταξη στην Ε.Ε. ως ανεξάρτητα κράτη.
Έτσι, μέσα από αντιφάσεις, ωριμάζουν εξελίξεις που μέχρι τώρα έμοιαζαν αδιανόητες.











































































