Ο 68χρονος σκηνοθέτης Πάβελ Παβλικόφκσι, εγγονός Εβραίας που δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς, έφυγε από τη γενέτειρά του Βαρσοβία στα 14 του, για να εγκατασταθεί οριστικά στην Αγγλία το 1977, κάνοντας φιλολογικές σπουδές στην Οξφόρδη. Στον κινηματογράφο ξεκίνησε σκηνοθετώντας ντοκιμαντέρ, πριν τις καλαίσθητες μυθοπλασίες «Ida» (2013) και «Ψυχρός Πόλεμος» (2018), συμπληρώνοντας άτυπα την ασπρόμαυρη ψυχροπολεμική τριλογία με το νέο του υπαρξιακό ασπρόμαυρο δράμα «Πατρίδα» (Βραβείο Σκηνοθεσίας Καννών), για το οδοιπορικό του νομπελίστα Γερμανού συγγραφέα Τόμας Μαν (1875-1955) και της κόρης του Έρικα, στη ρημαγμένη από τον πόλεμο Γερμανία του 1949.

Εν όψει τιμητικών βραβεύσεων, ο 74χρονος Τόμας Μαν (Χανς Τσίσλερ), επιστρέφει στη Γερμανία μετά από 16 χρόνια στις ΗΠΑ, με αφορμή μια σειρά διαλέξεων για τον Γκαίτε. Τον ακολουθεί απρόθυμα η κόρη του Έρικα (Σάντρα Ούλερ), ως βοηθός και γραμματέας του, που τον μεταφέρει οδικώς από την υπό αμερικάνικη εποπτεία Φρανκφούρτη, στη σοβιετική πλέον Βαϊμάρη. Επιστρέφοντας σε μια ηττημένη πατρίδα, βιώνουν την πλήρη κατάρρευση, ενώ έρχονται αντιμέτωποι και με την αυτοχειρία του γιου, Κλάους Μαν (Άουγκουστ Ντιλ), συγγραφέα του «Μεφίστο» (1936).

Το προσωπικό τραύμα της φυγής του Παβλικόφσκι από την Πολωνία στην Αγγλία, παραλληλίζεται αυθαίρετα με την εγκατάλειψη της ναζιστικής Γερμανίας το 1933 από τον Τόμας Μαν. Όπως ο συγγραφέας κατάφερε στον «Θάνατο στη Βενετία» (1913) να μεταφέρει παρακμή και κατάρρευση των αστικών αξιών, αντίστοιχα και ο σκηνοθέτης επιχειρεί να μιλήσει μέσα από το τέλος μιας εποχής, για τον προσωπικό του ξεριζωμό.

Απ’ το τηλεφώνημα της εισαγωγής ανάμεσα στα δυο αδέρφια, όπου ο μεν Κλάους εμφανίζεται στη Γαλλία ξημερώματα, ενώ η Έρικα βράδυ στην Καλιφόρνια, μαθαίνουμε για την τρυφερή αδελφική σχέση, την εσώτερη απελπισία του Κλάους και την αδιαφορία του διάσημου πατέρα τους, που αρνείται να αναγνωρίσει τη συγγραφική κράση του. Οι θέσεις του Τόμας Μαν για το παρελθόν της Γερμανίας και την τρέχουσα διχοτόμηση, παρουσιάζονται κατά τη συνέντευξη τύπου, στη Φρανκφούρτη. Με αμερικανική πλέον υπηκοότητα, ο Μαν, που στη Γερμανία θεωρείται προδότης, κομμουνιστική μαριονέτα και θιασώτης της 5ης φάλαγγας του Στάλιν, πλάι στους Αϊνστάιν, Τσάπλιν, Μπρεχτ, λαμβάνει υβριστικά απειλητικά γράμματα και αυτοπροσδιορίζεται ως Αμερικανός πολίτης και Γερμανός συγγραφέας, που κατοικεί στην Καλιφόρνια, ενώ αρνείται να τοποθετηθεί μεταξύ αμερικάνικου καπιταλισμού και κολεκτιβιστικού σοβιετικού μοντέλου, παραφράζοντας τον Καντ «από ένα στραβό ξύλο όπως είναι η ανθρωπότητα, δεν θα βγει τίποτα ίσιο».

Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, που εδώ επεκτείνει τους ψυχροπολεμικούς του στοχασμούς, και οι δυο πλευρές, με χαρακτηριστική τη φράση «με ποιον είστε; με τον Στάλιν ή τον Μίκυ Μάους;», επιθυμούν να προσεταιριστούν τον συγγραφέα, «για να απαλύνουν τη συνείδησή τους». Σε πνευματικό και υπαρξιακό τέλμα, ο Κλάους ομολογεί στην Έρικα πως δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα, αναφερόμενος στους αυτόχειρες συγγραφείς Έρνστ Τόλερ (1893-1939), Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940) και Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942), ως προάγγελο του πεσιμισμού που τον κατακλύζει, σε μια διχοτομημένη χώρα, που προσπαθεί να λησμονήσει τις ναζιστικές θηριωδίες, προβάλλοντας την άλλοτε λαμπρή πολιτισμική κληρονομιά της «Καλής Γερμανίας», των Γκαίτε, Νίτσε, Μπετόβεν και Μπαχ. Ο Τόμας Μαν παρουσιάζεται μονίμως περιτριγυρισμένος από κόσμο που τον συγχαίρει ή του ζητά υποστήριξη, όπως τα δίδυμα εγγόνια του Βάγκνερ, που τον θεωρούν ως «τον τελευταίο μεγάλο βαγκνερικό», επιχειρώντας να απαλλάξουν από κάθε ναζιστική σκιά τη μουσική του παππού τους. Ο Μαν παρουσιάζεται αμετανόητος αντιφασίστας, αναφέροντας πως η μητέρα τους -προσωπική φίλη του Χίτλερ- πρέπει να παραπεμφθεί σε δίκη και η όπερα του Μπαϊρόιτ να κατεδαφιστεί. Άλλά και η Έρικα θέλει διακαώς να διαχωριστεί από το ναζιστικό παρελθόν της χώρας της. Χαστουκίζει τον πρώην σύζυγό της, τον Γερμανό ηθοποιό από τον οποίο ο Κλάους εμπνεύστηκε το «Μεφίστο», με το χαστούκι, όπου η εξαιρετική Ούλερ αλλάζει ανεπαίσθητα εκφράσεις από την αδιαφορία στο μίσος, να συγχρονίζεται με περιπαικτικά σφυρίγματα.

Ο Παβλικόφσκι χαϊδεύει τα αυτιά των δυτικών ακροατηρίων που τον βράβευσαν, παρουσιάζοντας έναν Τόμας Μαν πεισματικά στη μέση οδό της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας. Μέσα από αποσπάσματα των λόγων του συγγραφέα, διακρίνονται πομπώδη στοιχεία για τη σφοδρή διαμάχη πνευματικού έναντι ηθικού, ενώ απορρίπτει κάθε συνεργασία με τα λεγόμενα άκρα φασισμού-κομμουνισμού, αναφέροντας πως είναι προϊόν της εποχής του, «ένα αστικό κατάλοιπο», που αδυνατεί να συμπορευτεί με τη σοβιετική ουτοπία, παρότι κάνει αναφορά στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ «ο χάρτης ενός κόσμου χωρίς ουτοπία δεν αξίζει ούτε μία ματιά».

Ωστόσο, ρόλο κλειδί κατέχει η φράση του Μαν «να αγαπάμε ό,τι είναι ζωντανό και να θρηνούμε ό,τι είναι νεκρό, αλλά να το αφήνουμε πίσω μας» που αργότερα υιοθετείται και από τον Σοβιετικό Συνταγματάρχη Τουλπάνοφ, θεωρώντας ότι αποκρυσταλλώνει το πνεύμα του ιστορικού υλισμού. Στην ταινία θα μπορούσε να αποτελεί τη θέση του Μαν για το πένθος του, αλλά και τη διάθεση αποσιώπησης του ναζιστικού παρελθόντος προς την ουτοπία, άποψη που υιοθετείται από τον Τουλπάνοφ και αμφισβητεί ο Παβλικόφσκι, σε αντίθεση με τον Γερμανό σκηνοθέτη Κρίστιαν Πέτζολντ, που στις ταινίες του αντιμετωπίζει τη διχοτόμηση δίχως αντικομμουνιστικές εξάρσεις, επιχειρώντας να σταθεί στα θετικά του σοβιετικού πειράματος.

Παρά το υπονομευτικό σενάριο, ο δεινός σκηνοθετικά Παβλικόφσκι επεξηγεί και υπονοεί τα πάντα, με χαρακτηριστική οικονομία, όπως το παιχνίδι των βλεμμάτων όπου η Έρικα βλέπει τον Κλάους ανάμεσα στο πλήθος.

Ο Πολωνός Μάρτσιν Ματσέσκι επιμελείται εδώ τη μουσική, μετά τις τζαζ διασκευές στον «Ψυχρό Πόλεμο». Το κατανυκτικό μοτίβο με εκκλησιαστικό όργανο, που ακούγεται όταν οι πρωταγωνιστές εισέρχονται στην κατεστραμμένη Φρανκφούρτη, αλλά και κατά την περιπλάνηση της Έρικα στη φύση, είναι το θρησκευτικό «Prière après la communion», από τον κύκλο έργων για όργανο «Livre du Saint-Sacrement» (1984), του Γάλλου Ολιβιέ Μεσιάν (1908-1992), που αποδίδει θρησκευτική υπόσταση, ενώ η κάμερα σε ημικυκλικές κινήσεις στα αγάλματα μεταφέρει μυστικισμό. Η μουσική συμπληρώνει τη στιβαρή εικαστική σκηνοθεσία, συνδυάζοντας το κλασικό ύφος του Μότσαρτ, με τη Συμφωνία αρ. 41, στον ιδιωτικό χώρο του συγγραφέα και το κουαρτέτο Εγχόρδων του Μότσαρτ, αρ.1 σε Σολ μείζονα, ζωντανά στη δεξίωση. Παράλληλα, τζαζ γερμανικά τραγούδια του 1940, ερμηνεύονται επί σκηνής από την Τζοάνα Κούλιγκ, του «Ψυχρού Πολέμου», στη δυτική πλευρά και γερμανικές και σοβιετικές χορωδίες, στην ανατολική, ενώ από το ραδιόφωνο, ακούγονται αντίστοιχα αμερικάνικα σουίνγκ τζαζ και χορωδίες του σοβιετικού στρατού.

Απαύγασμα αποτελεί η λυτρωτική τελική σεκάνς υπό το άκουσμα του Μπαχ. Πατέρας και κόρη επισκέπτονται το παρεκκλήσι στο Άρνστατ, όπου εκεί, ήταν η πρώτη δουλειά του νεαρού Μπαχ, ως οργανίστα, ενώ η Έρικα αναφέρει πως ο Μπαχ, έκανε τον Κλάους σχεδόν να πιστέψει στο Θεό, με τον Μαν να δηλώνει πως ο Νίτσε είχε πει κάτι παρόμοιο για τον Μπετόβεν. Στη μισογκρεμισμένη εκκλησία, που ανακαλεί το «Στάχτες και Διαμάντια» (1958/Αντρέι Βάιντα), σ’ ένα μισοχαλασμένο υπό επισκευή εκκλησιαστικό όργανο, ερμηνεύεται το χαρμόσυνο χορικό του Μπαχ «Wohl mir, dass ich Jesum habe» από την καντάτα «Herz und Mund und Tat und Leben», BWV 147, με τον ηλικιωμένο συγγραφέα να λυγίζει, στη μνήμη του νεκρού γιου. Για τον Νίτσε, ο Μπετόβεν ήταν το «κύκνειο άσμα» μιας Ευρώπης που άλλαζε ραγδαία, προς την εκδημοκρατικοποίηση του επερχόμενου Ρομαντισμού, σε αντίθεση με την «αριστοκρατική» τέχνη των Μότσαρτ και Μπαχ, καθώς η μουσική του Μπετόβεν «μιλούσε στα πάθη των μαζών», φορτισμένη με τη ρητορική της Γαλλικής Επανάστασης. Κάπως έτσι ίσως και ο καθολικός Παβλικόφσκι, που αμφισβητεί τις επαναστατικές προθέσεις της ουτοπίας, επιλέγει εδώ Μότσαρτ και Μπαχ, επαναφέροντας μια εξευγενισμένη -κατά Νίτσε- μουσική «αριστοκρατία» σε μια άκρως θρησκευτική κινηματογραφική χρήση του Μπαχ, για την αρχή του τέλους μιας εποχής.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO:
‒ Στο STUDIO new star art cinema, 9/9/2026 στις 19:30 προβάλλεται το «Μέχρι το τέλος του κόσμου» (1990/Βιμ Βέντερς) στην εκδοχή του director’s cut διάρκειας 270΄, για μια μόνο προβολή.
‒ Το ντοκιμαντέρ «Το Πολλαπλό σου Είδωλο. Χειμερινοί Κολυμβητές» των Γιάννη Αγγελάκη, Ανδρέα Σιαδήμα, προβάλλεται 10-13/9/2026 στις 20:00, στο Σινέ ΌΑΣΙΣ, στο Παγκράτι.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!