Το είχαμε επισημάνει από αυτή τη στήλη πριν από δύο εβδομάδες: Όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ακύρωσε τις άδειες των παραρτημάτων που η κυβέρνηση βάφτισε «μη κρατικά πανεπιστήμια», η απάντηση δεν ήταν ο σεβασμός της απόφασης. Ήταν η φυγή προς τα εμπρός. Τώρα ξέρουμε και το επόμενο βήμα.
Λέγεται τροπολογία. Και κατατέθηκε ‒εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον‒ όχι σε νομοσχέδιο για την Παιδεία, αλλά κρυμμένη μέσα σε ένα άσχετο νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών για τις βαθμολογικές προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων. Εκεί, ανάμεσα στις οργανικές μονάδες και το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, χώθηκε ένα άρθρο 145Α που κάνει κάτι πολύ απλό: Αναγνωρίζει τον χρόνο σπουδών και τις πιστωτικές μονάδες φοιτητών σε προγράμματα που τα δικαστήρια έκριναν παράνομα.
Ό,τι ακύρωσε η δικαιοσύνη, το «τακτοποιεί» το Μαξίμου και το υπουργείο Παιδείας. Με μια υποσημείωση σε κείμενο που κανείς δεν διαβάζει, γιατί η κυβέρνηση έχει αναλάβει εκδουλεύσεις για διάφορα συμφέροντα που θέλουν κέρδη από τον χώρο και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Και το άλλοθι; Οι φοιτητές. «Να μην χαθεί η χρονιά για κανέναν», μας λένε. Επικαλούνται τη «δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» και τη «χρηστή διοίκηση» ‒ τις ίδιες ακριβώς αρχές που η κυβέρνηση ποδοπάτησε όταν προεξόφλησε δημόσια την ετυμηγορία της ΕΘΑΑΕ και παρέκαμψε το ΣτΕ.
Υπάρχει, λένε, και «όρος»: Τα προγράμματα να πιστοποιηθούν εκ νέου από την ΕΘΑΑΕ. Ακούγεται σοβαρό. Μόνο που το αποτέλεσμα αυτής της πιστοποίησης η κυβέρνηση το ανακοίνωσε ήδη από τα κανάλια ‒ πριν καν ξεκινήσει. Ο «όρος» που υποτίθεται ότι εγγυάται τη νομιμότητα είναι ακριβώς εκείνος που το υπουργείο Παιδείας δήλωσε ότι θα διεκπεραιώσει σαν μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία.
Πρόκειται για μια τραγική κατάσταση από όπου και αν την πιάσεις. Αν μια ακυρωτική απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου μπορεί να ανατραπεί με μια τροπολογία σε νομοσχέδιο για τους δημοσίους υπαλλήλους, τότε καμία απόφαση δεν είναι πια δεσμευτική. Είναι απλώς μια πρόταση, που η πλειοψηφία της στιγμής μπορεί να παρακάμψει όποτε τη βρίσκει άβολη.
Έτσι κλείνει ο κύκλος. Το δικαστήριο αποφασίζει, το υπουργείο προαναγγέλλει, ο υφυπουργός υπογράφει, η Βουλή νομιμοποιεί αναδρομικά. Η διάκριση των εξουσιών μετατρέπεται σε μια τυπική διαδικασία, το Σύνταγμα σε κουρελόχαρτο και η δημοκρατία σε αδειανό πουκάμισο.










































































