Υπήρξε μια εποχή, στη μεταπολεμική Ελλάδα, που ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια, μια σχολική τσάντα ή μερικά τετράδια δεν ήταν αυτονόητα. Οι οικογένειες μετρούσαν τις δραχμές και τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο με ό,τι μπορούσε να περισσέψει. Και πολλές φορές δεν περίσσευε τίποτα.
Θα περίμενε κανείς ότι αυτές οι εικόνες θα είχαν μείνει οριστικά πίσω. Ότι θα τις θυμόμασταν μόνο από παλιές φωτογραφίες και αφηγήσεις μιας άλλης Ελλάδας. Κι όμως, η φτώχεια δεν εξαφανίστηκε˙ απλώς άλλαξε εποχή και νόμισμα.
Φέτος, τετράδια, μολύβια, κασετίνες, τσάντες και άλλα απαραίτητα σχολικά είδη συγκεντρώνονται από δήμους, συλλόγους, φορείς και πολίτες για οικογένειες που δεν μπορούν να τα αγοράσουν. Και αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να καταλάβουμε την κατάσταση. Όταν η ακρίβεια τρώει κάθε μήνα μεγαλύτερο κομμάτι από το εισόδημα, κάποια στιγμή αρχίζεις να υπολογίζεις ακόμη και το κόστος ενός τετράδιου. Η ανεργία, οι χαμηλοί μισθοί και οι αυξημένες τιμές σε τρόφιμα, ρεύμα και στέγαση αφήνουν πολλές οικογένειες χωρίς κανένα περιθώριο.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι η ανάγκη δεν αφορά μόνο όσους βρίσκονται στην απόλυτη φτώχεια. Αφορά και οικογένειες που δουλεύουν, πληρώνουν λογαριασμούς και στο τέλος του μήνα δεν έχουν χρήματα ούτε για τα βασικά των παιδιών τους. Την ίδια ώρα, σχολεία κλείνουν και συγχωνεύονται επειδή γεννιούνται όλο και λιγότερα παιδιά, ενώ πολλές οικογένειες εγκαταλείπουν τον τόπο τους. Για τη σχολική χρονιά 2026-2027 καταργούνται δεκάδες σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Λιγότερα παιδιά, άδεια σχολεία, γονείς που μετρούν τα χρήματα για ένα τετράδιο. Δεν είναι τρεις διαφορετικές ειδήσεις. Είναι τρεις εικόνες της ίδιας Ελλάδας. Και το πιο πικρό είναι πως αυτή η Ελλάδα μοιάζει επικίνδυνα με εκείνη που πιστεύαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ηχηρό απ’ όλα, πως τα στοιχειώδη ξαναγίνονται ζητούμενα.











































































