Η περίοδος των «ήρεμων νερών» στα ελληνοτουρκικά φαίνεται να δοκιμάζεται σοβαρά. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Άγκυρα επανέφερε σχεδόν ολόκληρη την ατζέντα των διεκδικήσεών της στο Αιγαίο. Από τις «γκρίζες ζώνες» και την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, μέχρι την αμφισβήτηση ελληνικών ενεργειών στο Αιγαίο και τις αντιρρήσεις για την ενίσχυση της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας.
Στις 28 Αυγούστου το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, αντιδρώντας στον ελληνικό χωροταξικό σχεδιασμό, επανέφερε επισήμως τη γνωστή θέση περί «γεωγραφικών σχηματισμών των οποίων η κυριαρχία δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες». Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 Σεπτεμβρίου, έγινε γνωστό ότι η Άγκυρα είχε επιδώσει σχετική διπλωματική νότα στην Αθήνα, δηλώνοντας ότι δεν θα αποδεχθεί δημιουργία τετελεσμένων σε αυτούς τους σχηματισμούς. Πρόκειται για σαφή επαναφορά της τουρκικής θεωρίας των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών». Στις 15 Σεπτεμβρίου, κατά την επίσκεψή του στο Αζερμπαϊτζάν, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι η Άγκυρα έχει «πολύ σοβαρές ανησυχίες» για τη στρατιωτικοποίηση ορισμένων ελληνικών νησιών και προχώρησε ακόμη περισσότερο λέγοντας πως «Η στρατιωτικοποίηση των νησιών που έχουν αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς αποτελεί για εμάς απειλή». Κάλεσε μάλιστα την Ελλάδα να μην αποτελέσει «εργαλείο» δυνάμεων που, κατά την τουρκική θέση, επιδιώκουν αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Η Αθήνα απάντησε επισήμως στις 16 Σεπτεμβρίου, με το ελληνικό ΥΠΕΞ να χαρακτηρίζει τις τουρκικές αξιώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης «στερούμενες βάσης στο διεθνές δίκαιο». Μία ημέρα αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας επανήλθε. Με αφορμή την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελλόριζο, ο εκπρόσωπός του Ζεκί Ακτούρκ δήλωσε ότι η Άγκυρα παρακολουθεί «στενά» τις επαφές του Έλληνα πρωθυπουργού με τις στρατιωτικές δυνάμεις στο νησί, και κάλεσε ξανά την Ελλάδα να αποφεύγει δραστηριότητες που, κατά την τουρκική θέση, είναι ασύμβατες με το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς των νησιών.
Από τις δηλώσεις στις στρατιωτικές κινήσεις
Η αλλαγή όμως δεν περιορίζεται στη ρητορική. Στις 7 Σεπτεμβρίου δύο οπλισμένα τουρκικά F-16 εμφανίστηκαν στο Αιγαίο. Στις 11 Σεπτεμβρίου η δραστηριότητα επαναλήφθηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα, με έξι F-16, από τα οποία τα τέσσερα οπλισμένα, μαζί με τρία UAV. Σύμφωνα με το ΓΕΕΘΑ, καταγράφηκαν δέκα παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και δύο εμπλοκές με ελληνικά μαχητικά.
Ακόμη σημαντικότερη είναι η μεταβολή στη διάταξη των τουρκικών χερσαίων δυνάμεων. Στις 17 Σεπτεμβρίου, το ίδιο το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε ότι η 51η Ταξιαρχία Καταδρομών εγκαθίσταται στο Σόκε του Αϊδινίου, απέναντι από τη Σάμο. Τουρκικά δημοσιεύματα υπολογίζουν τη δύναμή της σε περίπου 2.000 επαγγελματίες καταδρομείς, χωρίς ο αριθμός αυτός να έχει επιβεβαιωθεί επισήμως.
Παράλληλα, στις 7 Σεπτεμβρίου, μετά τη συνεδρίαση του τουρκικού υπουργικού συμβουλίου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προειδοποίησε ότι η Τουρκία δεν θα παρακολουθεί παθητικά «εχθρικές κινήσεις που αποσκοπούν στην περικύκλωση της χώρας». Δεν κατονόμασε την Ελλάδα στη συγκεκριμένη φράση, αλλά είναι σαφές πως η τοποθέτηση αφορούσε πρωτίστως το περιφερειακό περιβάλλον και το Ισραήλ, και δευτερευόντως τις συμμαχίες που αυτό επιδιώκει να χτίσει με Ελλάδα και Κύπρο.
Ένας κρίσιμος Οκτώβριος: GSI – Κυπριακό – Ρούμπιο
Μέσα σε αυτό το κλίμα αποκτά ενδιαφέρον η χρονική σύμπτωση τριών διαφορετικών αλλά αλληλένδετων μετώπων. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, στη Νέα Υόρκη, θα γίνει ουσιαστικά το «ταμείο» της νέας διερευνητικής προσπάθειας για το Κυπριακό. Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ Α. Γκουτέρες έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν υπάρχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για νέα συνάντηση 5+1. Οι επαφές θα δείξουν αν μπορεί να ανοίξει δρόμος προς νέα διευρυμένη συνάντηση, ή αν θα επιβεβαιωθεί το βαθύ αδιέξοδο γύρω από τη βάση της λύσης.
Την ίδια περίοδο αναμένεται να επανέλθει στο προσκήνιο ο Great Sea Interconnector, με νέες έρευνες μεταξύ Κρήτης και Κύπρου και, πλέον, περισσότερο διεθνοποιημένο πλαίσιο. Εκεί θα δοκιμαστεί στην πράξη όχι μόνο η αντίδραση της Τουρκίας, που διεκδικεί να έχει τον τελευταίο λόγο για κάθε ενέργεια σ’ αυτές τις θαλάσσιες περιοχές (και το έδειξε εμποδίζοντας την πόντιση καλωδίων σε προηγούμενες φάσεις του έργου), αλλά και η στάση Ε.Ε., Γαλλίας και Ισραήλ, που εμπλέκονται ή έχουν άμεσα συμφέροντα από την εξέλιξη του έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Αμέσως μετά, στις αρχές Οκτωβρίου, αναμένεται στην Αθήνα ο Μάρκο Ρούμπιο. Το κρίσιμο δεν είναι οι αναμενόμενες διακηρύξεις περί «στρατηγικής αναβάθμισης», αλλά τι θα ζητήσει η Ουάσιγκτον και τι θα δώσει η Αθήνα. Νέες στρατιωτικές διευκολύνσεις; Πρόσθετες περιφερειακές δεσμεύσεις; Ένα όλο και πιο ασφυκτικό (και οριζόμενο από τη συμμαχία με ΗΠΑ και Ισραήλ) πλαίσιο στην άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων θα παρουσιαστεί για μια ακόμη φορά, επικοινωνιακά, ως διπλωματική επιτυχία ή γεωπολιτική αναβάθμιση.
Το πραγματικό ερώτημα αφορά το τι είδους περιφερειακή αρχιτεκτονική διαμορφώνεται. Η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Τουρκία στο ΝΑΤΟ, στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα έχει αναβαθμίσει τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ το Ισραήλ παραμένει βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ.
Και οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες
Μέσα σε αυτήν την εξαιρετικά σύνθετη κατάσταση υπάρχει και το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Η κυβέρνηση είχε επενδύσει πολιτικά για χρόνια στην εικόνα των «ήρεμων νερών» με την Τουρκία. Το τελευταίο διάστημα, χωρίς να αλλάζει η τάση υποχωρητικότητας, πληθαίνουν οι φωνές που δείχνουν να λειτουργούν ως αντίβαρο προς έναν τυχοδιωκτικό συντονισμό με το Ισραήλ και τις δικές του επιδιώξεις έναντι της Τουρκίας. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», οι πολεμοκάπηλες δηλώσεις και η όλο και πιο παρεμβατική στάση του Ισραήλ στο Κυπριακό δείχνουν πως αυτή η επιλογή κινδυνεύει να εντάξει βαθύτερα τη χώρα σε μια αντιπαράθεση Τουρκίας-Ισραήλ, οι στόχοι της οποίας δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με τα ελληνικά συμφέροντα.
Την κατάσταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι Ελλάδα και Τουρκία εισέρχονται σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Και η ένταση στα εθνικά θέματα προσφέρεται πάντοτε για εσωτερική πολιτική αξιοποίηση. Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη δήλωση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, ότι σε συνθήκες ακυβερνησίας μπορεί να γίνει «ντου από απέναντι». Μια δήλωση που μεταφέρει ευθέως την ελληνοτουρκική ένταση στο πεδίο των προεκλογικών διλημμάτων. Ο ίδιος μάλιστα επανήλθε, υποστηρίζοντας ότι η χώρα «δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη ούτε μία ώρα», και ότι η μόνη προοπτική ισχυρής διακυβέρνησης είναι η Ν.Δ.
Η εξωτερική ένταση μπορεί έτσι να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις διαρροές προς τα δεξιά, με ορατό τον κίνδυνο να αρχίσουν επιλογές εξωτερικής πολιτικής να σταθμίζονται και με βάση το εσωτερικό εκλογικό όφελος. Όσο λοιπόν κι αν τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής συχνά εξοβελίζονται από τη δημόσια συζήτηση (ή αντιμετωπίζονται επιφανειακά), οι εξελίξεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο θα επηρεάσουν αναπόφευκτα και το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, τροφοδοτώντας προεκλογικά διλήμματα και επηρεάζοντας πιθανώς τις μετεκλογικές ισορροπίες.






































































