Έχουμε μπει σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, με ορίζοντα την άνοιξη του 2027 και χωρίς ημερομηνία. Και μέσα σε αυτήν, το πολιτικό σύστημα ρευστοποιεί το πολιτικό σκηνικό: Διαλύει παλιούς κομματικούς σχηματισμούς, ανέχεται ή/και ενθαρρύνει καινούργια κόμματα, ανοίγει τη συζήτηση για συγκυβερνήσεις. Ψάχνει μια νέα ισορροπία, ένα σχήμα που θα μπορεί να κυβερνήσει, δηλαδή να διαχειριστεί, και όχι να λύσει, τα σημαντικά προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα και την κοινωνική δυσαρέσκεια που προβληματίζει το πολιτικό σύστημα. Κανένα από τα σχήματα που ετοιμάζονται δεν έχει ‒ούτε καν διεκδικεί‒ απάντηση στην ακρίβεια, στη στέγη, στην παραγωγική ερήμωση της περιφέρειας, στην γεωπολιτική υποβάθμιση της χώρας, στα ελληνοτουρκικά κ.ο.κ.
Η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στο συστημικό στρατόπεδο και στις πρεσβείες, όχι στα κόμματα. Ο Κ. Μητσοτάκης αντιστέκεται σε αυτή τη ρευστοποίηση, και έχει κάθε λόγο: τον βγάζει εκτός παιχνιδιού. Έχει όμως στα χέρια του το κράτος, άρα και το περιθώριο να ελίσσεται ‒να εξαγγέλλει, να μοιράζει, να στήνει ψηφοδέλτια‒ με την ελπίδα μιας αυτοδυναμίας που οι αριθμοί δεν του δίνουν. Απέναντί του, μια αντιπολίτευση σε κρίση, όπου τα βασικά κόμματα δεν διεκδικούν την εξουσία αλλά τη δεύτερη θέση, μπας και πάρουν το χρίσμα από το συστημικές ελίτ και την πρεσβεία των ΗΠΑ.
Οι αριθμοί δείχνουν γιατί η ρευστοποίηση είναι μονόδρομος. Το 2009 τα δύο πρώτα κόμματα άθροιζαν 77,4%. Το 2019, 71,4%. Τον Ιούνιο του 2023, 58,4%. Σήμερα η Νέα Δημοκρατία και η ΕΛΑΣ, σε πρόθεση ψήφου, αθροίζουν σαράντα τοις εκατό. Σαράντα. Και τα τρία «συστημικά» μαζί δεν περνούν το 58% ‒ όσο έπιαναν μόνα τους τα δύο πρώτα πριν από τρία χρόνια. Με αυτά τα νούμερα, οι επόμενες εκλογές δεν δίνουν κυβέρνηση. Ούτε αυτοδύναμη, ούτε πιθανότατα καν συνασπισμού από την πρώτη κάλπη.
Πάνω σε αυτά ακριβώς τα νούμερα χτίζεται εδώ και μήνες η αφήγηση ενός νέου δικομματισμού. Δύο κόμματα με άθροισμα σαράντα τοις εκατό διαφημίζονται ως δίπολο. Ποιος χρειάζεται αυτή τη διαφήμιση; Και οι δύο, προφανώς, για να μαζέψουν ότι μπορούν εκβιάζοντας πολιτικά. Ο Μητσοτάκης έχει επιλέξει ρητά διμέτωπη στρατηγική: Δίπολο με τον Τσίπρα, που το θεωρεί ευνοϊκό, και ταυτόχρονη πίεση στο ΠΑΣΟΚ για την κατοχή του κέντρου. Ο Τσίπρας από την πλευρά του κηρύσσει «μονομέτωπη μάχη» κατά του Μητσοτάκη και ταυτόχρονα απορρίπτει κάθε συζήτηση συνεργασίας.
Ο πρωθυπουργός, από τη μεριά του, κάνει αυτό που μόνο αυτός μπορεί: ασκεί πολιτική με το ταμείο. Το πακέτο των δύο δισεκατομμυρίων δεν απαντά σε κοινωνικές ανάγκες· απαντά σε δημοσκοπική διαρροή. Από τον Ιούνιο καταγραφόταν ότι ένα 15% των ψηφοφόρων του 2023 δηλώνει δύσπιστο, και προτεινόταν «ειδικό πακετάκι» γι’ αυτούς. Αυτό πήραν.
Η επόμενη μέρα και η Ν.Δ.
Η προετοιμασία της επόμενης ημέρας έχει ήδη αρχίσει, μπροστά στα μάτια μας. Παρατηρήστε τι μετράνε πλέον οι δημοσκοπήσεις: όχι μόνο πρόθεση ψήφου, αλλά αποδοχή συγκυβέρνησης. Και τα ευρήματα δημοσιεύονται με επιμέλεια: Πάνω από τους μισούς ψηφοφόρους της ΕΛΑΣ και του ΠΑΣΟΚ προτιμούν κυβέρνηση συνεργασίας. Το εύρημα είναι ότι τίθεται συστηματικά το ερώτημα. Έτσι γίνεται το μασάζ: Δεν σου λένε ότι θα συγκυβερνήσουν, σε ρωτάνε επί μήνες αν σε πειράζει, μέχρι να μην σε πειράζει.
Στο ΠΑΣΟΚ, άλλωστε, η συζήτηση δεν έκλεισε ποτέ, παρά την απόφαση του συνεδρίου για μη συνεργασία με τη Ν.Δ. Η Διαμαντοπούλου θυμάται εγκαίρως τον Μιτεράν: Ανάμεσα στην παραμονή των εκλογών και την επόμενη ημέρα μεσολαβούν οι εκλογές. Δηλαδή η δέσμευση ισχύει μέχρι να χρειαστεί να μην ισχύει.
Εδώ βρίσκεται και το ωραιότερο ψέμα της περιόδου. Όλα τα κόμματα θα κατέβουν στις κάλπες με προγράμματα και εξαγγελίες, και κανένα δεν πρόκειται να τις εφαρμόσει. Επειδή κάθε πρόγραμμα, από τη στιγμή που αυτοδυναμία δεν φαίνεται στον ορίζοντα, θα μπει στη συνδιαλλαγή της συγκυβέρνησης. Θα κοπεί, θα ανταλλαγεί, θα μεταφερθεί «στην επόμενη τετραετία». Την ίδια Ο Μητσοτάκης χρησιμοποιεί το εξής εκλογικό επιχείρημα: Μόνο εγώ μπορώ να εφαρμόσω την πολιτική μου, γιατί μόνο εγώ πλησιάζω την αυτοδυναμία. Και πάνω σε αυτό εκβιάζει πολιτικά.
Τελευταίο: Ο εκλογικός νόμος έχει έναν γκρεμό στο 25%: κάτω από αυτό το όριο το πρώτο κόμμα χάνει ολόκληρο το μπόνους των εδρών. Η Ν.Δ. μετριέται σήμερα στο 26,3%. Μια πτώση της κοστίζει περίπου δεκαεπτά έδρες. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και ο συνασπισμός με το ΠΑΣΟΚ δεν φτάνει τις 151.
Ποιος μπορεί να την κατεβάσει εκεί; Ο Αντώνης Σαμαράς, που ανακοινώνει κόμμα μέσα στον Σεπτέμβριο, αμέσως μετά τη ΔΕΘ, και που στις μετρήσεις της Pulse συγκεντρώνει ήδη 5% «σίγουρης» ψήφου. Ιδού η ρευστοποίηση σε λειτουργία: το νέο κόμμα έρχεται να του δώσει την ευελιξία που λείπει στο συστημικό στρατόπεδο. Ο Σαμαράς είναι σήμερα η κοινή ελπίδα δύο αντίπαλων καταστάσεων. Η καραμανλική πτέρυγα ελπίζει ότι η φθορά που θα προκαλέσει θα ανοίξει τον δρόμο για «ανασυγκρότηση της Ν.Δ. στη βάση των παραδοσιακών της αρχών» ‒ δηλαδή αλλαγή ηγεσίας. Και η Κεντροαριστερά, επειδή καμία μέτρηση δεν δείχνει αρχηγό ικανό να κερδίσει τον Μητσοτάκη, μετακίνησε το ερώτημα από το «ποιος κερδίζει» στο «ποιος φθείρει». Και απαντά: Ο Σαμαράς. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και μήνες η κριτική προς το πρόσωπό του έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Η αντιπολίτευση
Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, από την ΕΛΑΣ ώς την Ελληνική Λύση, συμφωνούν σε ένα πράγμα: Να φύγει ο Κυριάκος. Κανένα όμως δεν παρουσιάζει ένα πειστικό πολιτικό σχέδιο από αυτά διαθέτει πολιτικό σχέδιο που να τον απομακρύνει από την κυβέρνηση. Απεναντίας υπάρχει αναμονή για να εμφανιστεί μια διάδοχη κατάσταση μέσα από τη ρευστοποίηση ‒ μια κατάσταση που θα την προωθήσει το συστημικό στρατόπεδο και στην οποία θα δώσει το χρίσμα. Γι’ αυτό και η μάχη δίνεται για τη δεύτερη θέση, όχι για την πρώτη.
Η ΕΛΑΣ χτίζει το «νέο εγχείρημα» επιλέγοντας στελέχη με κριτήριο την προσωπική εκλογική πελατεία, και υποχωρεί από το 17,1% του Ιουλίου στο 15,5% του Σεπτεμβρίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, στο 2,2%, συζητά με τη Νέα Αριστερά όχι πρόταση αλλά επιβίωση ‒ ο μόνος τρόπος, λέει ο Τσακαλώτος, να μείνει ο χώρος στη Βουλή.
Από την άλλη, στις αρχές του 2026 η Μαρία Καρυστιανού ήταν το δημοφιλέστερο πολιτικό πρόσωπο της χώρας. Οκτώ μήνες μετά, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» είναι έκτο κόμμα με 4% και πτωτική πορεία. Δυόμισι μήνες. Τόσο χρειάστηκε ένα εγχείρημα που γεννήθηκε ως καταγγελία του αρχηγισμού και της αδιαφάνειας για να αναπαραγάγει και τα δύο.
Και το αποτέλεσμα από όλα τα παραπάνω: Η εμπιστοσύνη στα κόμματα βρίσκεται στο 15%. Στα ΜΜΕ, 17%. Στο κοινοβούλιο, 25%. Ούτε ένας θεσμός εκπροσώπησης δεν πιάνει το ένα τρίτο. Το 65% λέει ότι η χώρα πάει σε λάθος κατεύθυνση. Και το 32% δηλώνει ότι το σύστημα χρειάζεται νέα πρόσωπα, όχι νέα κόμματα. Η εμπιστοσύνη στα κόμματα είναι χαμηλότερη από το ποσοστό του δεύτερου κόμματος. Ό,τι κι αν βγει από την κάλπη θα κυβερνήσει με λιγότερη νομιμοποίηση από οποιαδήποτε κυβέρνηση της μεταπολίτευσης.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος θα βγει πρώτος ή δεύτερος. Είναι τι σημαίνει να ρευστοποιείται το πολιτικό σκηνικό όχι για να αλλάξει κάτι, αλλά για να μείνουν όλα ίδια με άλλη σύνθεση.





































































