Εννέα μερόνυχτα. Τόσο χρειάστηκε η φωτιά στην Τραπεζίτσα της Κόνιτσας για να κάνει στάχτη περίπου 8.000 στρέμματα παρθένου δάσους ‒ μέσα σε περιοχή Natura 2000, στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου. Δάσος που, όπως λένε οι ειδικοί, θα χρειαστεί πάνω από έναν αιώνα για να αναγεννηθεί. Αν αναγεννηθεί.
Και τι έκανε η κυβέρνηση και ο κρατικός μηχανισμός όσο έκαιγε; Περιμένανε. Περιμένανε τα εναέρια μέσα να προλάβουν εκεί που δεν φτάνει δρόμος, περιμένανε το ανάγλυφο να «βοηθήσει», περιμένανε τον άνεμο να κοπάσει. Οι πυροσβέστες έδωσαν τιτάνια μάχη ‒ αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Το ζήτημα δεν είναι η δική τους μάχη. Είναι ότι τους στείλανε να τη δώσουν μόνοι, την ένατη μέρα, σε μια φωτιά που την πρώτη μέρα ακόμη έσβηνε.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο: όχι στη δυσκολία του βουνού, αλλά στη λογική που το θεωρεί «απόμακρο», άρα αναλώσιμο. Ένα δάσος χωρίς ψηφοφόρους, χωρίς τουριστικές μονάδες αφήνεται ήσυχα στην τύχη του. Το επιτελικό κράτος, που στη ΔΕΘ μιλούσε για «ψηφιακή κυριαρχία» και εξήγγειλε δισεκατομμύρια, ανακάλυψε ξαφνικά ότι δεν διαθέτει τα μέσα για ένα βουνό της Πίνδου.
Οι ειδικοί το έχουν πει καθαρά: Αλλάξτε τον σχεδιασμό, ενεργήστε νωρίς, ρίξτε δυνάμεις από την πρώτη ώρα. Όμως δεν γίνεται τίποτα, όχι μόνο γιατί η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται αλλά γιατί κάθε καταστροφή είναι και εν δυνάμει ευκαιρία για μπίζνες. Κι έτσι, κάθε φορά ξαναγράφουμε το ίδιο άρθρο. Και το μόνο που αλλάζει είναι το όνομα του βουνού.
Μ. Α.






































































