Συγκριτικά με το καταγγελτικό πολιτικό ύφος προηγούμενων ετών, το πλούσιο πρόγραμμα της 74ης Μπερλινάλε προτείνει ταινίες με πολυποίκιλες θεματικές από διαφορετικές χώρες, στηρίζοντας ανεξάρτητες κινηματογραφικές παραγωγές και νέους κινηματογραφιστές.

Μια τέτοια πολυπολιτισμική διασύνδεση εκφράζει η ταινία του Διαγωνιστικού «Black Tea» του Αμπντεραμάν Σισακό, που παρουσιάζει την ενδιαφέρουσα σύζευξη Αφρικής και Κίνας, χαράζοντας πάνω στους νοητούς δρόμους του εμπορίου και τις ανταλλαγές πληθυσμών, τις συναισθηματικές διαδρομές των ανθρώπων. Η πανέμορφη τριαντάρα Άια (Νίνα Μέλο) αρνείται να παντρευτεί έναν άντρα που δεν αγαπά και αφήνει την πατρίδα της, την Ακτή Ελεφαντοστού για να αναζητήσει την τύχη της στην Κίνα. Τρία χρόνια αργότερα, μιλάει άπτεστα κινέζικα και έχει εγκατασταθεί στην περίφημη «μαύρη» συνοικία της πόλης, ενώ εργάζεται στο μαγαζί με τσάγια, του διαζευγμένου 45άρη καλλιεργητή τσαγιού Κάι, ο οποίος σε ιδιαίτερες συναντήσεις την εισάγει στις κινέζικες παραδόσεις, με τις τελετουργικές κινήσεις, χρόνους, γεύσεις, ποικιλίες και τρόπο σερβιρίσματος του τσαγιού. Βαθιά σαγηνευμένη από τον αινιγματικό άντρα, η Άια αρχίζει να τον γνωρίζει και έρχεται αντιμέτωπη με το θυελλώδες παρελθόν του. Σε έναν κόσμο που το κινέζικο εμπόριο έχει κατακτήσει την παγκόσμια αγορά, ενώ ταυτόχρονα οι μεταναστευτικές ροές από τις πολύπαθες χώρες τις Αφρικής προσπαθούν να μετακομίσουν στη Δύση, ο Μαυριτανός 61χρονος σκηνοθέτης του «Τιμπουκτού» (2014) δημιουργεί μια ιστορία αγάπης στις νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης. Μαζί με τις κινέζικες και αφρικανικές γλώσσες και κουλτούρες, παντρεύονται και οι ενδυματολογικές και μουσικές παραδόσεις, με τον σπουδαίο μαροκινής καταγωγής εβραίο Γάλλο Αρμάν Αμάρ, που συνέθεσε την πρωτότυπη μουσική της ταινίας, να συνδυάζει εξαιρετικά τα ηχοχρώματα παραδοσιακών μουσικών οργάνων, όπως η αφρικανική άρπα κόρα και το κινέζικο έγχορδο έρχου, που παίζεται με δοξάρι, σαν τη λύρα, σε μια ταινία γεμάτη χρώματα, γεύσεις, αρώματα, παραδοσιακές κινέζικες μουσικές και άφθονο αφρομπίτ, από τον θρυλικό Φέλα Κούτι.

Ανάμεσα στις είκοσι ταινίες του Διαγωνιστικού, με Πρόεδρο της Επιτροπής την Κενυάτισσα ηθοποιό Λουπίτα Νυόνγκο, ξεχώρισαν τόσο η ιρανική ταινία «My favourite cake» των Μαριάμ Μπογκαντάμ και Μπεχτάς Σαναέχα, όσο και η γαλλική «Hors du temps» του Ολιβιέ Ασαγιάς. Ωστόσο, εντυπωσίασε και η πρώτη θιβετιανή συμμετοχή στο Διαγωνιστικό, το «Shambhala», του Μιν Μπαχαντούρ Μπαμ, μια πανέμορφη ιστορία αγάπης και υπαρξιακής-πνευματιστικής αναζήτησης, γυρισμένη στα επιβλητικά Ιμαλάια. Σε αρκετές ταινίες φέτος αντιμετωπίζεται το θέμα του πένθους, ίσως στον απόηχο της πολύνεκρης πανδημικής κρίσης, σε μια πολύπλευρη κινηματογραφική του απόδοση, που αντανακλά διαφορετικές εθνικές κουλτούρες, παραδόσεις και πολιτισμούς.

 

Θυμίζοντας αμυδρά το πνεύμα στη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, η εξαιρετική αλλά πολύ σκληρή αυστριακή ταινία «The Devils Bath» των Βερόνικα Φραντς και Σεβερίν Φιαλά, στο Διαγωνιστικό, επιχειρεί να αναβιώσει το σκληρό πλαίσιο του 18ου αιώνα, σε ένα σκοτεινό παραμύθι στα όρια παράνοιας, δεισιδαιμονίας και θρίλερ, βασισμένο ωστόσο σε πραγματικά ιστορικά στοιχεία. Προκειμένου να ξεφύγουν από μια εξαθλιωμένη ζωή σκλαβιάς, πολλές γυναίκες, αντί να επιλέξουν την αυτοχειρία, που αντιμετωπιζόταν αρνητικά από την εκκλησία, επέλεγαν να δολοφονήσουν, κυρίως μικρά παιδιά, ώστε ως φόνισσες, να τις θανατώσουν με άγριο τρόπο, επιτυγχάνοντας άφεση αμαρτιών. Πάνω σε αυτή την ιστορική αλήθεια, οι σκηνοθέτες επικεντρώνονται στην ιστορία μιας ευαίσθητης γυναικείας ψυχής, που αδυνατεί να διαχειριστεί τη σκληρότητα της εποχής και μετά από βαθιά κατάθλιψη και σωματική κατάπτωση, βρίσκει σωτηρία στο έγκλημα. Εκτός από τις εξαιρετικές ερμηνείες και την ομιχλώδη φωτογραφία στα δάση της Αυστρίας, αναδεικνύεται με ρεαλιστική απόδοση η χωριάτικη ατμόσφαιρα της ταινίας με μεσαιωνικές μουσικές και εικόνες από την καθημερινή ζωή με τις κοπιαστικές αγροτικές εργασίες και τα χωριάτικα γλέντια, λες και έχουν βγει από πίνακες του Μπρούγκελ του Πρεσβύτερου.

Η φετινή ελληνική συμμετοχή ήταν η νέα ταινία του Γιώργου Ζώη «Arcadia», που έκανε πρεμιέρα στο τμήμα Encounters, με πρωταγωνιστές τους εξαιρετικούς ηθοποιούς Βαγγέλη Μουρίκη, Αγγελική Παπούλια και Έλενα Τοπαλίδου. Ένας γιατρός φτάνει στον τόπο ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, για να αναγνωρίσει τη σορό της συζύγου του και ανακαλύπτει συντετριμμένος μια άγνωστη πτυχή στη ζωή της. Διερευνώντας το ενδιάμεσο, οδυνηρό διάστημα του πένθους, μέχρι να αποδεχτεί κάποιος την αβάσταχτη απώλεια ενός αγαπημένου, ο σκηνοθέτης σκαρώνει μια άκρως συναισθηματική και τρυφερή μακάβρια ιστορία, όπου τα φαντάσματα αποκτούν συνείδηση, πασχίζοντας να ανακτίσουν συναίσθηση και μνήμη, μέσα από την ηδονή. Η αρχαία Αρκαδία, που είναι ένας ονειρικός, παραδεισένιος τόπος, στην ταινία του Ζώη είναι το μπαρ «Αρκαντία», που ανακαλεί αμυδρά το μπαρ «Ναυάγιο», στο τραγούδι της Αρλέτας, με θαμώνες ορατά φαντάσματα, που στοιχειώνουν το μνημονικό όσων δεν έχουν λησμονήσει τους νεκρούς αγαπημένους τους. Σκιές της μνήμης των ανθρώπων με τους οποίους άφησαν ατελείωτους λογαριασμούς, ωστόσο παρουσίες που βλέπουμε να βολοδέρνουν ανάμεσα στους ζωντανούς, προσπαθώντας να κατανοήσουν τη νέα τους κατάσταση, γεμάτοι από την αθεράπευτη συναισθηματική μελαγχολία, όπως οι άγγελοι στα «Φτερά του Έρωτα» (1987/Βιμ Βέντερς). Σε παρόμοιο μακάβριο θέμα με την «Ησυχία 6-9» (2022), του Χρήστου Πασσαλή -ωστόσο σε αρκετά διαφορετική προσέγγιση- ο Ζώης επιλέγει την ίδια πρωταγωνίστρια, για να φτιάξει τη δική του ονειρική Αρκαδία, επιχειρώντας μέσα από μια ιστορία φαντασμάτων, να μιλήσει για την απώλεια και το πένθος. Σε μια διαφορετική κινηματογραφική αποτύπωση της μεταθανάτιας διάστασης, οι εξαιρετικοί φωτισμοί χειμωνιάτικου φιλτραρισμένου φωτός παραπέμπουν στην πραότητα της αιωνιότητας του παραδείσου, σε μια ταινία διανθισμένη με χιουμοριστικές εκλάμψεις, ανακαλώντας σκίτσα από τη «Ζωή μετά», του Αρκά. Εντυπωσιακή είναι και η χρήση του «Βασιλιά της σκόνης» (1994/Ξύλινα σπαθιά), ώστε να ακουστούν καθαρά οι ταιριαστοί στίχοι «τα ταξίδια, οι φίλοι, οι αγκαλιές, τα φιλιά, σ’ ένα κόσμο θαμπό, μακριά, μακριά …», να προετοιμάζουν τον θεατή για την ανατροπή.

Ωστόσο, το γεγονός του φεστιβάλ φέτος ήταν η παρουσία του Μάρτιν Σκορσέζε, με αφορμή την τιμητική του βράβευση. Για να μπει κάποιος στη συνέντευξη τύπου, έπρεπε να περιμένει δυο ώρες στην ουρά. Στα πλαίσια της βράβευσης, η Μπερλινάλε πρόβαλε τις ταινίες του «Μετά τα μεσάνυχτα» (1985) και «Ο Πληροφοριοδότης» (2006), που ήταν η πρώτη και η τελευταία συνεργασία του σκηνοθέτη, με τον Γερμανό διευθυντή φωτογραφίας Μίκαελ Μπάλχαους. Ο 81χρονος Σκορσέζε απάντησε με κέφι σε όλες τις ερωτήσεις στη συνέντευξη τύπου, ενώ αποκαλύφθηκε εξαιρετικά κινηματογραφόφιλος να μοιράζεται με το κοινό αναμνήσεις και εμπειρίες από ταινίες που τον επηρέασαν καθοριστικά. Βαθιά πεπεισμένος πως οι ταινίες έχουν μεγάλη επίδραση στον τρόπο που σκεφτόμαστε, αντιδρούμε και συμπεριφερόμαστε, ανέφερε πως συχνά ταινίες που έχουμε δει μικρότεροι και τις ξαναβλέπουμε χρόνια αργότερα, τις βλέπουμε διαφορετικές. Φυσικά μια ταινία δεν αλλάζει, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί εμείς αλλάζουμε, μεγαλώνουμε μαζί τους, φαινόμενο που παραλλήλισε με την ακρόαση των συμφωνιών του Μπετόβεν, Αναφέρθηκε στην επιλογή του μαζί με τους υπόλοιπους κινηματογραφιστές της γενιάς του, να ακολουθήσει τα χνάρια του ανεξάρτητου σινεμά του Κασσαβέτη και να μην ενδώσει στις χολυγουντιανές υπερπαραγωγές. Γεμάτος συγκίνηση είπε, πως είχε δει τις πρώτες του ινδικές και γιαπωνέζικες ταινίες ντουμπλαρισμένες στην τηλεόραση, ενώ αποκάλυψε πως ήταν μόλις δέκα ετών, όταν είδε με τον πατέρα του στο σινεμά, την ταινία «Το ποτάμι» (1951) του Ζαν Ρενουάρ. Επιμένοντας πως «το σινεμά δεν πεθαίνει, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται, τόνισε ότι παρά τις σαρωτικές αλλαγές, δεν πρέπει να γίνουμε σκλάβοι της τεχνολογίας, δείχνοντας ως σωστή κατεύθυνση την ανεξάρτητη κριτική φωνή στο σινεμά, επισημαίνοντας πως «είτε είναι ταινία του Τζον Φορντ, είτε του Σατγιατζίτ Ρέι, το σινεμά είναι πάνω απ’ όλα τέχνη».

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!