Της Ιφιγένειας Καλαντζή*

 

Γερμανός, τούρκικης καταγωγής, ο ενθουσιώδης Φατίχ Ακίν ανέπτυξε ένα ανθρωποκεντρικό σινεμά, με επίκεντρο τα κοινωνικά ζητήματα των μεταναστών του Αμβούργου, όπου γεννήθηκε, θίγοντας συχνά θέματα-ταμπού, όπως η θέση της γυναίκας στο Ισλάμ (Μαζί ποτέ/2004), το κουρδικό ζήτημα (Η άκρη του ουρανού/2007 ) και πρόσφατα, στην ταινία του Η Μαχαιριά, τη γενοκτονία των Αρμενίων. Αυτή η σχεδόν τρίωρη φιλόδοξη υπερπαραγωγή εποχής θυμίζει το Αμέρικα, Αμέρικα (1963) του Ηλία Καζάν, βασική αναφορά του Ακίν, επιβεβαιώνοντας το διαχρονικό στίγμα του τραύματος της προσφυγιάς.

Ήρωας στην Οδύσσεια του Ακίν είναι ένας Αρμένιος σιδεράς (Ταχάρ Ραχίμ), από τα βάθη της Τουρκίας, που το 1915 έμεινε αιχμάλωτος για χρόνια, δουλεύοντας στα κάτεργα. Γλιτώνει κατά τύχη από μια μαχαιριά, αλλά χάνει τη φωνή του και καταφεύγει στην έρημο, στους Βεδουίνους. Ανακτώντας τις δυνάμεις του πλάι σε έναν Άραβα σαπουνοποιό, μαθαίνει πως οι δίδυμες κόρες του έχουν επιβιώσει από τη σφαγή και κινεί γη και ουρανό, μέχρι να τις βρει. Τα ίχνη τους τον οδηγούν από την Τουρκία στον Λίβανο, στη Συρία και από εκεί στην Κούβα, μέχρι την Αμερική.

Στη μακροσκελή εποποιία του, ο 40χρονος Ακίν καταφέρνει να χωρέσει ολόκληρη Αμερική των αρχών του προηγούμενου αιώνα, δίχως να λησμονεί το προσφυγικό παρελθόν της. Στη διαρκή μετακίνηση του πρωταγωνιστή στο χώρο και στο χρόνο, καταγράφονται παράλληλα μερικά απ’ τα σημαντικά γεγονότα του προηγούμενου αιώνα, όπως τα μεταναστευτικά ρεύματα και η εμφάνιση του κινηματογράφου, στη σκηνή με το πλήθος που παρακολουθεί μαγεμένο ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν. Η βουβαμάρα του μουγκού πρωταγωνιστή, εκτός από το άρρητο της σφαγής, παραπέμπει και στη δύναμη του βωβού σινεμά να αφηγείται δίχως λόγια, μονάχα με εικόνες.

Λιγότερο πειθαρχημένος σεναριακά, απ’ τον καναδοαρμένιο Ατόμ Εγκογιάν, που έθιξε πρώτος κινηματογραφικά τη γενοκτονία των Αρμενίων (Αραράτ/2002), ο Ακίν μοιάζει να θέλει με ειλικρίνεια να τα πει όλα.

Ο Ταχάρ Ραχίμ περιπλανιέται ως φάντασμα, σε μια αποστασιοποιημένη ερμηνεία, καθώς ο Ακίν δεν εστιάζει στο χτίσιμο ενός στιβαρού χαρακτήρα. Αρκείται σε έναν περιηγητή, γοητευμένος από την περιπλάνηση καθαυτή στις διαφορετικές τοποθεσίες και στα ιστορικά συμβάντα, με στόχο το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Το καυτό θέμα της γενοκτονίας των Αρμενίων στηλιτεύεται μέσα από σκληρές σκηνές σφαγής στον αρμένικο προσφυγικό καταυλισμό, αγγίζοντας το σπλάτερ. Έτσι, στο συλλογικό υποσυνείδητο εδραιώνεται μια βίαιη κινηματογραφική εικόνα γι’ αυτήν την όχι ακόμα αναγνωρισμένη γενοκτονία, με δραματοποίηση που παραπέμπει στους πίνακες νεοκλασικιστών ζωγράφων. Αλλά και στο χολιγουντιανό σινεμά, που διαμορφώνει μαζικά συνειδήσεις, έχει ήδη καλλιεργηθεί η αποδοχή της εγκυρότητα μιας ρεαλιστικής κινηματογραφικής μυθοπλασίας, ως ιστορικής πραγματικότητας.

Γνωστός για τις μαχητικές του θέσεις, ο Ακίν μετατοπίζει το θέμα από εθνικο- θρησκευτικό, σε πολιτικό. Ο ήρωας περνάει απ’ τη σκλαβιά στην προλεταριοποίηση, ακολουθώντας τις κοσμοϊστορικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα, από την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που σκιαγραφείται με εικόνες βγαλμένες από πίνακες οριενταλιστών ζωγράφων, όπως οι σκηνές με τον σαπουνοποιό έμπορα, στην εποχή της νεωτερικότητας, με την εκβιομηχάνιση και τον καπιταλισμό, που παγιώνει την ταξική διάκριση αφεντικού/εργάτη. Ο ήρωας γίνεται μούτσος, λαντζέρης και εργάτης στους σιδηροδρόμους, πλάι σε Αφρικανούς πρώην σκλάβους και Κινέζους πρόσφυγες, καθιστώντας εμφανές πως αυτοί που στήριξαν την υπερδύναμη, ήταν το εργατικό προλεταριάτο από τα στίφη των προσφύγων. Πάντα από την πλευρά των αδύναμων, ο Ακίν προχωράει πιο πέρα από τον Καζάν την εποποιία, επαναφέροντας στο σινεμά μια θεματολογία με εργατικά ζητήματα, που έθιξε η γενιά του Βάιντα με ταινίες όπως η Γη της επαγγελίας (1975).

Ταιριαστή με την περιπλάνηση ενός ήρωα ανάμεσα στην παραδοσιακή Ανατολή και στη νεωτεριστική Δύση, είναι και η πρωτότυπη μουσική με αναχρονιστικές ροκ πινελιές ηλεκτρικού μπάσου, στη διασκευή ενός παραδοσιακού αρμένικου νανουρίσματος, ως βασικού μοτίβου που επανέρχεται σε διαφορετικές εκδοχές. Το δίπολο παραδοσιακό/σύγχρονο διέπει και την καλλιτεχνική υπόσταση του ίδιου του δημιουργού, μοιρασμένου στις γερμανικές και τουρκικές καταβολές του. Ο σκηνοθέτης δήλωσε στη Βενετία πως ήθελε να δημιουργήσει συνειρμούς αντίστοιχους με την παγκοσμίως αναγνωρισμένη γενοκτονία των αυτοχθόνων Ινδιάνων της Αμερικής.

Καταφεύγοντας στη λαϊκή υπόσταση του κινηματογραφικού θεάματος, σύμφωνα και με την παράδοση του τούρκικου μελοδράματος, ο Φατίχ Ακίν τόλμησε να δημιουργήσει μια ταινία, που πέρα από κάθε κριτική, επιδιώκει να συγκινήσει, βρίσκοντας το δικό της κοινό.

 

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός/ κριτικός κινηματογράφου

ifigenia.kalantzi@gmail.com

 

Info

Εκτεταμένη σύγκριση Ακίν-Καζάν υπάρχει στο άρθρο μου Στα χνάρια του Ηλία Καζάν ο Φατίχ Ακίν, στην Αυγή, 12/10/2014

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!