Ανάμεσα στην καθυστέρηση και την… πρόοδο

Του Βασίλη Ξυδιά

 

Καθώς η Ελλάδα κινδυνεύει ως χώρα, ένας νέος πατριωτισμός αναδύεται. Είναι ο πατριωτισμός των «Μένουμε Ευρώπη». Στις εναντίον τους κατηγορίες για ατομικιστικό ωχαδερφισμό, εθνομηδενισμό, δωσιλογισμό και άλλα παρόμοια οι ευρωπαϊστές απαντούν πατριωτικά. Δεν είναι το προσωπικό όφελος ή ο φόβος απλώς που τους κινεί, αλλά το πατριωτικό συμφέρον: η Ελλάδα να ανήκει στον προοδευμένο δυτικό κόσμο. Σ’ αυτόν που γενιές και γενιές Ελλήνων ονειρεύτηκαν και που προς στιγμήν είχαμε πιστέψει ότι είχαμε πλέον ενταχθεί. Σχεδόν το είχαμε πετύχει. Παραλίγο η Ελλάδα να ανήκει στην Ευρώπη. Όχι στον Τρίτο Κόσμο, ούτε στην Αφρική, ούτε στα Βαλκάνια.

Είναι κάτι περισσότερο από εθνικό συμφέρον. Είναι ένα εθνικό πολιτισμικό ιδεώδες. Όμως δεν είναι καινούργιο. Ανάγεται στη γενέθλια ιδεολογική συνθήκη του νεοελληνικού κράτους. Τότε που ο Κοραής ταύτιζε στο Πολεμιστήριον Άσμα του την απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό με μια νέα εθνική σύμμειξη: «Γάλλοι και Γραικοί δεμένοι, Με φιλίαν ενωμένοι, Δεν είναι Γραικοί ή Γάλλοι, Αλλ’ έν έθνος Γραικογάλλοι». Το ιδεώδες αυτό εμπεδώθηκε, όχι μόνο στην κοραϊκή αλλά και σε άλλες παραλλαγές του, και το απελεύθερο κράτος σχημάτισε την απεικόνιση του εαυτού του σε μεγάλο βαθμό μέσα από τις ιδέες του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού –κράμα διαφωτισμού και ρομαντισμού– προβάλλοντας μια καθαρή (καθαρεύουσα) εικόνα των Ελλήνων ως απευθείας απογόνων του Περικλή και του Σωκράτη. Βέβαια, οι φιλέλληνες που έρχονταν εδώ απογοητεύονταν από τον συγχρωτισμό τους με τους συγχρόνους τους, τους «υπαρκτούς Έλληνες», και ή το έριχναν στην εξιδανίκευση ή τους απέρριπταν εντελώς (όπως π.χ. ο Φαλμεράιερ που κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι σύγχρονοι κάτοικοι της Ελλάδας δεν είναι Έλληνες). Γι’ αυτό και οι αναμορφωτές διανοούμενοι, δεξιοί κι αριστεροί, βάλθηκαν να εξευγενίσουν τους αγροίκους κατοίκους του ελλαδικού χώρου για να τους κάνουν επιτέλους «ανθρώπους» σύμφωνα με τις αρχαίες ευγενείς καταβολές και τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ήθη.

 

Διπολικό σχήμα

Χρειάζεται να σταθούμε λίγο σ’ αυτό, διότι η νεοελληνική αυτοσυνειδησία οικοδομήθηκε μ’ αυτά τα δύο βασικά συστατικά: (α) την ιστορική αφήγηση του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, που επέλυσε το φιλελληνικό πρόβλημα, αποκαθιστώντας την ταυτότητα του σύγχρονου «υπαρκτού» Ελληνισμού με την αρχαιότητα και (β) την αυτονόητη απαίτηση εξευρωπαϊσμού της κοινωνίας και του κράτους. Ανάμεσα στα δύο το νεοελληνικό παρόν δεν νοείται παρά ως πρόβλημα προς επίλυση. Κι ο σύγχρονος Ελληνισμός ζει σχεδόν διακόσια χρόνια τώρα (τα μισά της τουρκοκρατίας) υπό το καχύποπτο βλέμμα της Ευρώπης, υπό το φάσμα μιας άνωθεν επιβεβλημένης πολιτισμικής προσαρμογής που παρουσιάζεται σαν αυτονόητη ανταπόκριση στο αμιγές ελληνικό παρελθόν από τη μια και στο κοινό ευρωπαϊκό μέλλον από την άλλη.

Η Αριστερά κινήθηκε κι αυτή στα όρια αυτού του διπολικού σχήματος. Κι έχει μεν υποβάλει σε εξουθενωτική κριτική το πρώτο, το συντηρητικό σκέλος της νεοελληνικής ιδεολογίας, αλλά όχι το δεύτερο, το προοδευτικό. Ή μάλλον, στο βαθμό που του έχει ασκήσει κάποια κριτική, αυτό το έχει κάνει υπερθεματίζοντας στην ουσία του προοδευτικού-εκσυγχρονιστικού ιδεώδους, επικρίνοντας μόνο τις ταλαντεύσεις και τις καθυστερήσεις στην προώθησή του. Κι όμως, παρά το σύνηθες αριστερό παράπονο ότι δεν είχαμε ποτέ πραγματική αστική τάξη και πραγματικό αστικό εκσυγχρονισμό, είναι αυτή η μεταφυσική της προόδου που νομιμοποιεί ιδεολογικά τόσο τις εξωτερικές όσο και τις εσωτερικές σχέσεις κυριαρχίας στη νεότερη Ελλάδα. Νομιμοποιεί αφενός μεν την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, καθιστώντας εύλογη την υπαγωγή του ελλαδικού κρατιδίου στα «προοδευμένα έθνη» της Δύσεως, αφ’ ετέρου δε την εσωτερική ταξική κυριαρχία της μορφωμένης, προοδευτικής, ευρωπαΐζουσας άρχουσας τάξης επί των άξεστων, καθυστερημένων, λαϊκών στρωμάτων. Κι αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η μόρφωση λειτούργησε στη νεότερη Ελλάδα σαν μέσο κοινωνικής μεταγραφής των παιδιών του λαού στην ελίτ.

 

Υποσυνείδητη αντίσταση

Αυτά συνέβαιναν με πολύ καθαρό τρόπο έως και τη δεκαετία 1970-’80, όταν ο πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικός αχταρμάς της μεταπολίτευσης ξέχασε την αρχαιότητα και ανακάτεψε την ταξική κατσαρόλα πατώντας μονόπαντα στο προοδευτικό σκέλος, δεν έλυσε όμως το πολιτισμικό πρόβλημα. Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ελλάδα σύσσωμη, λαός και Κολωνάκι, Δραπετσώνα και Εκάλη, προσπαθήσαμε να παραστήσουμε τους Ευρωπαίους, αλλά δεν τα καταφέραμε. Η προοδευτική διανόηση, εκ φύσεως ευρωκεντρική τόσο στις κεντροαριστερές όσο και στις αμιγώς αριστερές εκδοχές της, δεν είδε σ’ αυτή την αποτυχία τίποτα περισσότερο από κολλημένες νοοτροπίες ή άνομα συμφέροντα (είτε συντεχνιακά, είτε ολιγαρχικά), που όλα αυτά μαζί ερμηνεύονταν σαν ιστορική και πολιτισμική «καθυστέρηση» (επιρροές τουρκοκρατίας, φεουδαρχικά κατάλοιπα, ατελής εκσυγχρονισμός κ.λπ.).

Ποτέ δεν πέρασε από τον νου ότι ένα μέρος, έστω, του προβλήματος μπορεί και να οφείλεται σε ένα είδος υποσυνείδητης αντίστασης, σε μια ενδόμυχη άρνηση προσαρμογής, που είτε με ευθύ είτε με στρεβλό τρόπο, αντανακλά την κυτταρική μνήμη ενός άλλου, αντιθετικού πολιτισμικού παραδείγματος, ενός άλλου τρόπου ζωής (κάποιοι τον ονομάζουν κοινοτικό), που δεν έχει να κάνει με κάποια ξεπερασμένα ιστορικά κατάλοιπα, αλλά εμπεριέχει μια άλλη, διιστορικώς ισχυρή αντίληψη της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας, του ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος, της σχέσης κοινωνίας και πολιτικής. Χωρίς αυτή την υποψία η ελληνική «αδυναμία προσαρμογής» στραπατσάρεται μέσα στο απλουστευτικό ερμηνευτικό δίπολο της «καθυστέρησης» και της «προόδου». Είναι το φάντασμα του νεοελληνικού παρόντος που εκδικείται αυτούς που το εχθρεύονται.

 

Ιστορική διαλεκτική ειρωνεία

Σταματώ εδώ, αφήνοντας το ερώτημα ανοικτό. Φοβούμαι, όμως, ότι χωρίς την απάντησή του κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει πραγματικά γιατί οι Έλληνες δεν έχουμε καθαρές δημόσιες τουαλέτες ενώ μέχρι πρόσφατα φροντίζαμε οι ίδιοι τον δημόσιο χώρο μπροστά στο σπίτι μας ή γιατί δεν πειθαρχούμε στην ουρά ενώ χάνουμε τις ώρες μας, παλιότερα στο καφενείο, τώρα στο Facebook· και γιατί είμαστε απολύτως ιδιοτελείς και ατομιστές την ίδια ώρα που μπορούμε να γίνουμε θυσία για το τίποτα…

Και δεν θα μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις επανειλημμένες αποτυχίες εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας, ούτε να δούμε τα μνημόνια ως τιμωρία και τελειωτική απάντηση της Ευρώπης σ’ αυτές τις αποτυχίες. Και η μεν ελληνική δεξιά θα είναι πάντοτε υποκριτικά ευρωκεντρική, η δε ελληνική Αριστερά δεν θα μπορέσει ποτέ να ριζοσπαστικοποιηθεί πραγματικά. Και θα μένουν μόνο οι «Μένουμε Ευρώπη» να υπερασπίζονται με ειλικρίνεια τα μνημόνια σαν έναν ιστορικά αναγκαίο πολιτισμικό κορσέ, που η χώρα οφείλει να τον φορέσει ακόμα κι αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη θανατηφόρα φτωχοποίηση των ανθρώπων, την παραγωγική καταστροφή και το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου.

Μοιάζει φοβερό, όμως δεν είναι ούτε εθνομηδενισμός, ούτε προδοσία. Είναι, ας πούμε, κάτι σαν ιστορική διαλεκτική ειρωνεία. Μια ρετρό επιστροφή στις ρίζες του νεοελληνικού προοδευτισμού, που φαντασιώνεται ένα ανύπαρκτο, εικονικό διεθνικό μέλλον. Καθώς κλείνει ο ιστορικός κύκλος του νεοελληνικού κράτους είναι κι αυτό ένα νέο είδος μεταμοντέρνου πατριωτισμού, που οδηγεί στο ξεκλήρισμα της πραγματικής, της «υπαρκτής» πατρίδας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!