Η πρόσφατη εμπειρία και οι διακηρυγμένοι στόχοι

Του Τάσου Βαρούνη

 

«Η επόμενη Βουλή θα είναι αντιμνημονιακή Βουλή και όχι αντιμνημονιακή μαϊμού»

Παναγιώτης Λαφαζάνης

 

«Η επόμενη Βουλή θα είναι λαϊκή και πραγματικά αντιμνημονιακή»

Ζωή Κωνσταντοπούλου

 

Δε γνωρίζουμε σε ποια ακριβώς δεδομένα στηρίζονται οι παραπάνω εκτιμήσεις, αλλά μοιάζουν εξωπραγματικές. Θυμίζουν περισσότερο τους «τραβηγμένους» και συνηθισμένους προεκλογικούς λόγους και αυτό αποτελεί από μόνο του ένα «ζήτημα». Αν και ευχόμαστε ολόψυχα να πραγματοποιηθούν, το πρόβλημα παραμένει: Είναι σοβαρός στόχος η «αντιμνημονιακή Βουλή» σε αυτές τις συνθήκες; Μετά απ’ όλα όσα έγιναν στη χώρα η απάντηση μπορεί να είναι το «κάτω τα μνημόνια»;

Μερικές σκέψεις:

Πρώτον. Η ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ λαϊκών ελπίδων και πόθων δεν ήταν «αφέλεια» ή «κοινοβουλευτική αυταπάτη» αλλά προσδιόριζε και ανίχνευε τη δραπέτευση από το μνημονιακό καθεστώς. Στη χώρα μας έγινε πραγματικότητα μια αντιμνημονιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ακόμα κι αν αυτό που σήμερα ζούμε είναι η ντροπιαστική κατάληξη μιας τέτοιας πορείας και δυνατότητας, υπήρξε στα πολιτικά πράγματα μια κυβέρνηση με διακηρυγμένη πρόθεση να καταργήσει τα μνημόνια. Κι αυτό δεν ήταν πριν από μερικά χρόνια αλλά ελάχιστο καιρό πριν. Έτσι, λοιπόν, κάτι άλλο έλειψε στη χώρα από απλά μια «αντιμνημονιακή Βουλή». Και είναι προβληματικό το πώς μετά απ’ αυτή την εμπειρία συνεχίζει να προβάλλεται σχεδόν απαράλλακτος αυτός ο στόχος. Σήμερα, που οφείλουμε να εστιάσουμε την κριτική μας στον κυβερνητισμό, στο ότι δεν αρκεί μια κυβέρνηση ή ένα κόμμα για ν’ αλλάξουν τα πράγματα, ανακαλύπτουμε πιο αριστερούς κυβερνητισμούς, ακόμα πιο αριστερούς κυβερνητισμούς κ.o.κ. Αφήνεται να εννοηθεί ότι με ένα πιο ικανό και αποφασισμένο επιτελείο ίσως οι εξελίξεις να ήταν καλύτερες. Τουλάχιστον για όσο δεν έχει ακόμα προταθεί κάποια διαφορετική πολιτική και στρατηγική κατεύθυνση πέρα από συνθήματα και «αιχμές». Εκτός, αν υιοθετήσουμε την ερμηνεία ότι απλά «κάποιοι πρόδωσαν τον αγώνα».

Δεύτερον. Η αντιμνημονιακή πολιτική ήταν μια σωστή και ρεαλιστική στόχευση. Το πρόβλημα ήταν ότι ποτέ δεν προωθήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, με ό,τι αυτό θα απαιτούσε. Αυτό που στην πράξη υλοποιούνταν ήταν η «πραγματική διαπραγμάτευση», η «συνέχεια του κράτους», η ενότητα και ο συμβιβασμός με τον παλιό πολιτικό κόσμο, η παγίδευση μέσω μιας συμφωνίας που συνεχώς καθαρογράφονταν κ.o.κ. Και πάνω απ’ όλα η απουσία οποιασδήποτε πρωτοβουλίας και στόχων μαζικής κλίμακας που θα αποδείκνυαν ότι αλλιώς ασκεί πολιτική η αριστερά, αλλού παράγει και αναζητά τη δύναμή της, αν όντως την ενδιαφέρει να «πετύχει». Στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ-κυβέρνηση υπήρξε μονάχα ως παράγωγο -μπερδεμένο και αντιφατικό- ενός μαζικού, αντιμνημονιακού κινήματος και όχι ως άθροισμα αντιμνημονιακών δυνάμεων ή πολιτικών προσώπων. Αν αγνοηθεί αυτό το υπόστρωμα και η σημερινή του κατάσταση, καταλήγουμε σε δυο, χοντρικά, εκδοχές: Μνημονιακή μετάλλαξη ή εκπροσωπήσεις-καρικατούρες για τον… ορφανό λαό. Σήμερα δεν μας λείπει τόσο η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση όσο ο επαναπροσανατολισμός του κινήματος στις νέες συνθήκες, το βάθεμά του μέσα από την πλούσια εμπειρία που υπάρχει, το ξεπέρασμα της λογικής σύγχυσης που επικρατεί. Πολύ περισσότερο από την τίμια, αξιοπρεπή, προωθητική στάση προσώπων και προσωπικοτήτων, έχουμε ανάγκη την επανάκαμψη και την ανασύνταξη των πολλών. Και αρκετά συχνά το πρώτο εγκλωβίζει το δεύτερο.

Τρίτον. Τι προσδοκούμε να εκφράσει μια αντιμνημονιακή Βουλή; Το «όχι»; Το «ριζοσπαστικό»; Το «κάποιοι δεν υπέγραψαν»; Το «αντι-ευρώ»; Το «αυτό έχουμε τώρα τι να κάνουμε»; Το «καλύτερα από το τίποτα»; Αν παραμερίσουμε την απίστευτη ευκολία ότι άμεσα όλα αυτά «εκπροσωπούνται» και «εκφράζονται», υπάρχει κάτι πιο σημαντικό: Με ποια «γραμμή» διεκδικείται η ψήφος και ποια κατεύθυνση θέλει να υπηρετήσει. Σήμερα, πάνω στα μεγάλα ζητήματα της χώρας ελάχιστα ακούγονται. Και αυτή είναι η μεγάλη έλλειψη που δεν ξεπερνιέται με τη λογική «να καλυφθεί το κενό την μνημονιακής στροφής του ΣΥΡΙΖΑ», ούτε με τα συνήθη προεκλογικά συνθήματα, ούτε σαν να ζούμε στο 2010, ούτε με την συγκόλληση όσων είναι -δηλώνουν- πραγματικοί αριστεροί ή κομμουνιστές ή ριζοσπάστες. Αυτό είναι το πεδίο που θα έπρεπε να δοκιμαστεί ο καθένας και όχι η θέση και ο ρόλος του στο «πολιτικό σκηνικό» ακόμα και με αντιμνημονιακή ταυτότητα.

Τέταρτον. Ώρες-ώρες είναι σαν να σβήνονται μεμιάς τα περασμένα γιατί τάχα οι εξελίξεις τρέχουν. Υπουργοί και σημαντικά «πρόσωπα» του ΣΥΡΙΖΑ που μέχρι την τελευταία στιγμή στήριζαν την κυβέρνηση θα ήταν πιο λογικό να προχωρήσουν σε μια στοιχειώδη αυτοκριτική. Γιατί ενώ αξίζουν χίλια μπράβο σε όσους αρνήθηκαν να υπογράψουν, παραμένει το ερώτημα αν θα μπορούσαν να εμποδίσουν τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ -ο δύσκολος δρόμος- αντί της εκ των υστέρων διαφοροποίησής τους. Δεν είναι απλά ζήτημα αξιοπιστίας. Θα ήταν μια ένδειξη ότι το «κάτω τα μνημόνια» θα αποτελεί ασκούμενη, ενεργή πολιτική και όχι μια εύκολη και ανέξοδη αντιπολίτευση και μια τακτική καταγραφής.

Πέμπτον. Ο στόχος της «αντιμνημονιακής Βουλής» υποκρύπτει, αποδέχεται και υποτιμά κάτι βαθύτερο. Τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να ενσωματώνει και να περιθωριοποιεί όσες προσπάθειες δεν ξεφεύγουν από τα όρια και τις συνήθειές του. Αν δεν τις μεταλλάσσει, τουλάχιστον τις καθιστά από «γραφικές» έως ακίνδυνες. Οι κοινοβουλευτικές και εκλογικές τακτικές είναι πια ανίσχυρες και αυτό θα έπρεπε να είναι ένα συμπέρασμα της μέχρι τώρα πορείας. Μαζί με αυτό, η υπερίσχυση της μορφής-κίνημα αντί των μετώπων που μοιάζουν με συνοδευτικά κοινοβουλευτικών ομάδων. Η κοινωνία -από μια αριστερή ματιά και ειδικότερα στις μέρες μας- δεν έχει τόσο ανάγκη από «πολιτικούς εκφραστές» όσο από την ίδια της τη συγκρότηση πάνω σε πολιτικούς στόχους.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!