Το δικαστικό δράμα «Υπόθεση Κολλίνι», του Μάρκο Κροϊζπέιντνερ, αποτελεί μεταφορά στο σινεμά του ομότιτλου βιβλίου του Φέρντιναντ φον Σίραχ, που αφορά στην πραγματική Υπόθεση Φρίντριχ Ένγκελ, που εκδικάστηκε το 2002.

Στο Βερολίνο του 2001, ο τούρκικης καταγωγής νεόκοπος Γερμανός δικηγόρος Κάσπαρ Λάιονελ (Ελίας Μ’Μπαρέκ) διορίζεται ως συνήγορος υπεράσπισης του Ιταλού εργάτη Φαμπρίτσιο Κολλίνι (Φράνκο Νέρο), βασικού ύποπτου για το φόνο του 84χρονου Γερμανού μεγαλοεπιχειρηματία Ζαν-Μπατίστ Μέιερ, δίχως να αντιληφθεί αρχικά πως πρόκειται για τον χορηγό των σπουδών του Χανς Μέιερ, παππού του παιδικού του φίλου, που χάθηκε πρόωρα σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο Κάσπαρ βρίσκεται σε ηθικό δίλημμα, αν πρέπει να αναλάβει την υπεράσπιση του φονιά του ευεργέτη του, με αντίπαλο τον καθηγητή του και ονομαστό δικηγόρο Μάτιγκερ. Φτάνοντας στην έπαυλη των Μέιερ, για την κηδεία, ο Κάσπαρ επανασυνδέεται με την εγγονή, την Γιοχάνα, παιδική του φίλη και παλιά του αγαπημένη, η οποία τον κατηγορεί για αχάριστο, όταν μαθαίνει πως είναι ο συνήγορος του Κολλίνι. Αφοσιωμένος στη χάραξη υπερασπιστικής γραμμής, ο Κάσπαρ διερευνά μεθοδικά κάθε στοιχείο, χωρίς να θεωρεί δεδομένη την ενοχή για φόνο εκ προμελέτης του Κολλίνι, που παραμένει πεισματικά σιωπηλός. Αναζητώντας το βασικό κίνητρο του φόνου στο παρελθόν του κατηγορούμενου, ταξιδεύει στη γενέτειρά του, στο ιταλικό χωριό Μόντεκατίνι της Τοσκάνης, με βοηθούς τον βιβλιοπώλη πατέρα του και μια αισθησιακή πανκ νεαρή πιτσαδόρο, που γνώρισε τυχαία. Παθιασμένος από τα ευρήματά του, ο Κάσπαρ μετατρέπεται σε αντισυμβατικό ιδεαλιστή δικηγόρο που εκπλήσσει τους πάντες, όταν καλεί ως μάρτυρες στη δίκη έναν φαινομενικά άσχετο Ιταλό διερμηνέα Γερμανικών, αλλά και τον ίδιο τον Μάτιγκερ, ειδικό σε θέματα Δικαίου, αποκαλύπτοντας αποσιωπημένες αλήθειες. Σύντομα, το εγκώμιο του γενναιόδωρου, σεβαστού επιχειρηματία και στοργικού παππού που πλέχτηκε στην κηδεία του Μέιερ αμαυρώνεται από τις αποκαλύψεις.

Δίχως γραμμική αφήγηση, η ταινία εξελίσσεται με εκτεταμένη χρήση διάσπαρτων φλασμπάκ, από τις παιδικές αναμνήσεις τόσο του πρωταγωνιστή, όσο και του κατηγορούμενου. Αρχικά ξεδιπλώνονται λεπτομέρειες της σχέσης του Κάσπαρ με την οικογένεια Μέιερ, ενώ στη συνέχεια, δραματοποιούνται αναπαραστατικά οι προφορικές αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων στο δικαστήριο, που αποκαλύπτουν σταδιακά ένα άλλο έγκλημα, που παρέμεινε ατιμώρητο.

Η συγκινησιακή φόρτιση της πρωτότυπης μουσικής εντείνεται με χρήση πιανιστικών ακόρντων στις σκηνές παιδικών αναμνήσεων, όπως στο αντιπαραθετικό φλασμπάκ, κατά την είσοδο του Κάσπαρ στην έπαυλη των Μέιερ, ανακαλώντας το δέος που είχε νιώσει μικρός, όταν πρωτομπήκε εκεί. Το γρήγορο μοντάζ εμβόλιμων πλάνων σε εικόνες σχετικές με την έρευνα -τίτλοι εφημερίδων, νομικά έγγραφα και φωτογραφίες- πλαισιώνεται από ρυθμική ηλεκτρονική μουσική με κρουστά, δημιουργώντας την ένταση κατασκοπευτικών ταινιών δράσης, μεταφέροντας την αφοσίωση του συνηγόρου, καθώς κυκλώνει τη λέξη «κίνητρο». Το «Λακριμόζα» από το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ και η γνωστή μελωδία «Αιρ» του Μπαχ παίζονται ζωντανά στην κηδεία του Μείερ, τονίζοντας το μεγαλοαστικό περιβάλλον του θύματος, σε αντιδιαστολή με την μπαλάντα του Μπομπ Ντύλαν, που ακούγεται στο σπίτι του πατέρα του πρωταγωνιστή, μεταφέροντας αίσθηση οικειότητας, με το μπλουζ ηχόχρωμα της φυσαρμόνικας. Θλιμμένες μελωδίες με σόλο τσέλο συνοδεύουν τις σκηνές όπου ο Κάσπαρ εμφανίζεται σκεπτικός, όπως λίγο πριν αποκαλύψει στον Κολλίνι πως πήγε στο Μόντεκατίνι και ανακάλυψε τι είχε συμβεί εκεί, με τον φανερά ταραγμένο Κολλίνι να ανάβει τσιγάρο, σε ένα μακρινό πλάνο όπου συνήγορος και κατηγορούμενος, καπνίζουν αντικριστά σιωπηλοί. Χαρακτηριστικό είναι και το ταγκό εποχής από γραμμόφωνο, σε φλασμπάκ του 1944, ενώ ηχόχρωμα εκκλησιαστικού οργάνου εισάγεται στην πρωτότυπη μουσική, κατά την αναφορά στο δικαστήριο γεγονότων του 1944, στιγματίζοντας την ιεροσυλία ενός μαζικού εγκλήματος.

Οι χαρακτήρες σμιλεύονται με κινηματογραφικό τρόπο, μέσα από το δραστικό μοντάζ, δημιουργώντας ρυθμό και ένταση ποιοτικής σκηνοθεσίας. Οι σκηνές από τη δολοφονία, αλλά και σκηνές της συνάντησης Γιοχάνα-Κάσπαρ, συνταιριάζονται με πλάνα του πρωταγωνιστή που προπονείται στο μποξ, σκιαγραφώντας το προφίλ ενός δυναμικού, παρά την απειρία και τις αμφιβολίες, πρωταγωνιστικού χαρακτήρα.

Πλάι στον γοητευτικό μελαχρινό πρωταγωνιστή, ξεχωρίζει η σιωπηλή παρουσία του βετεράνου 78χρονου εμβληματικού ηθοποιού των σπαγγέτι γουέστερν Φράνκο Νέρο, ο οποίος, ως αμίλητος δολοφόνος εδώ, εμφανίζεται ιδιαίτερα καταβεβλημένος, σκοτεινιασμένος και σκυθρωπός, παίζοντας αρχικά μονάχα με τη βουβή έκφραση και το διαπεραστικό βλέμμα του, ενώ στη συνέχεια λυγίζει δακρυσμένος, καθώς η λυτρωτική αλήθεια βγαίνει στο φως. Ο Φράνκο Νέρο ερμηνεύει έναν χαρακτήρα που διώκεται γιατί πήρε το νόμο στα χέρια του, χαρακτηριστικό του κώδικα τιμής στα γουέστερν, δίνοντας έμφαση στην αναζήτηση δικαίωσης και όχι εκδίκησης, όπως υπογραμμίζεται με τη φράση του «οι νεκροί δεν θέλουν εκδίκηση».

Παρά τη στερεοτυπική χρήση αντιθετικών σχημάτων, όπως άπειρος-έμπειρος, νέος-παλιός, μελαχρινός-ξανθός, φτωχός-πλούσιος, η ταινία θίγει μέσα από μια δικαστική υπόθεση την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης, το αίτημα της απόδοσης δικαιοσύνης μπρος στη συστηματική ατιμωρησία φρικιαστικών εγκλημάτων πολέμου, ενώ αμφισβητεί την έννοια του κράτους δικαίου, ασκώντας αιχμηρή κριτική στο χειρισμό της «ανώδυνης» αποναζιστικοποίησης της Γερμανίας, επί Καγκελαρίας Αντενάουερ.

Με την περίοδο Αντενάουερ καταπιάνεται και η ταινία «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική Ατζέντα» (2015/Λαρς Κράουμε), όπου σε ένα περίγυρο γεμάτο ναζιστικά κατάλοιπα, παρακολουθούμε τις προσπάθειες του εισαγγελέα Φριτς Μπάουερ από το 1957, να οδηγήσει στη Δικαιοσύνη τον συνταγματάρχη των SS και αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος Αδόλφο Άιχμαν, που κρυβόταν στην Αργεντινή, με συνέπεια να δικαστεί και να θανατωθεί τελικά στο Ισραήλ, το 1963.

Επιδιώκοντας συστηματικά την τελευταία δεκαπενταετία, την εικόνα μιας ιστορικής αποκατάστασης και τη διαμόρφωση συλλογικής συνείδησης, το γερμανικό σινεμά υιοθέτησε ρεαλιστικές ιστορικές βιογραφικές ταινίες, που βασίζει σε «αληθινές» ιστορίες, παρακάμπτοντας τις αυθαιρεσίες της μυθοπλασίας.

Αποτελώντας μέσο κοινωνικής διαπαιδαγώγησης, αλλά και εργαλείο ψυχανάλυσης της γερμανικής κοινωνίας, το σινεμά συνέχισε τον μαζικό «αποχρωματισμό» της ψυχροπολεμικής «αποναζιστικοποίησης», επιχειρώντας να περιορίσει το χολιγουντιανό στερεότυπο της εικόνας του «κακού» Ναζί, όσο και την ενοχή του γερμανικού λαού, ζητήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν πρώτοι, με διαφορετικό όμως τρόπο, οι σκηνοθέτες του ’70, όπως: Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, Χανς-Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ, Βέρνερ Χέρτζογκ και Βιμ Βέντερς, δηλαδή η γενιά των «παιδιών» των Ναζί, που δημιούργησαν ως απάντηση, το Νέο Γερμανικό Σινεμά.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!