Κατερίνα Τσέκου, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989, Αλεξάνδρεια 2013, σ. 216

Να γυρίσει η προσφυγιά, δίχως όρους, μαζικά: Το σύνθημα αυτό, των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, σύνθημα «επαναστατικής» πλειοδοσίας απέναντι στο «ρεφορμισμό» του ΚΚΕ που ζητούσε «απλώς» τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων, υλοποιήθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Ορόσημα στάθηκαν η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από το Κοινοβούλιο, το 1982, και η νομοθετική «άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου», το 1989.
Μολονότι ήδη κατά το διάστημα 1974-1981 ο μεγάλος όγκος των ηττημένων του Εμφυλίου που βρέθηκαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης είχαν ήδη επιστρέψει, η ψήφιση των δύο αυτών νόμων ήρε και τα τελευταία εμπόδια για τον ελεύθερο και χωρίς όρους επαναπατρισμό τους.
Συνοπτικά, με βάση στοιχεία του υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας, ενώ κατά την περίοδο 1956-1974 είχαν επαναπατριστεί 7.872 πρόσφυγες, σε ατομική βάση, από το 1975 έως και το 1981 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα 19.611 άτομα, ενώ μέχρι το 1984 ακολούθησαν άλλοι 6.090.
Πλέον, μετά το 1989, οι μόνοι που συνέχισαν να υφίστανται τις συνέπειες του Εμφυλίου και να μην μπορούν καν να επισκεφθούν τη χώρα όπου γεννήθηκαν ήσαν όσοι δήλωσαν εθνικά Μακεδόνες (κυρίως καταγόμενοι από τη Δυτική Μακεδονία) και εγκαταστάθηκαν στη Γιουγκοσλαβία, στην τότε Σ.Δ. Μακεδονίας.
Οι επαναπατρισθέντες που εγκαθίσταντο στην Ελλάδα βρίσκονταν μπροστά σε μια νέα, διπλή αυτή τη φορά ξενιτιά: Αφενός, η χώρα την οποία συναντούσαν δεν είχε σχεδόν καμία σχέση με την ακίνητη, αμετάβλητη εικόνα την οποία διαμόρφωναν μέσα από την «πατριωτική αγωγή» που καλλιεργούσε στην εξορία το ΚΚΕ. Αφετέρου, οι ίδιοι αποτελούσαν για τους γύρω τους τον κατεξοχήν ξένο, τον «άλλο» που ερχόταν με την παρουσία του να αμφισβητήσει τους μετεμφυλιακούς διακανονισμούς, όπως για παράδειγμα την καταπάτηση των περιουσιών τους από συγγενείς ή γείτονες, αλλά και την εικόνα που διαμόρφωναν μεταπολιτευτικά τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά για τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού»…
Σήμερα, απαλλαγμένοι από τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τις πολώσεις που δημιουργούσε, χάρη στην ενασχόληση της σύγχρονης ιστοριογραφίας με το θέμα των πολιτικών προσφύγων, την εξέλιξη και τα πορίσματα της οποίας παρουσιάζει συνοπτικά και περιεκτικά η ιστορικός Κατερίνα Τσέκου στη μελέτη της, μπορούμε αβίαστα να χαρακτηρίσουμε την εμπειρία τους ως ένα εξαναγκασμένο πείραμα βίαιου εκσυγχρονισμού: ένας πληθυσμός κατά πλειονότητα αγροτικός, που πιθανόν δεν είχε διαβεί σε όλη του τη ζωή τα όρια της κοινότητάς του, βρέθηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από αυτήν, στο πλαίσιο περισσότερο εξελιγμένων, βιομηχανικών κοινωνιών, και μετατράπηκε σταδιακά σε εργατικό, τις περισσότερες φορές ειδικευμένο, δυναμικό. Οι πολιτικοί πρόσφυγες, όσοι βεβαίως δεν βρέθηκαν, για κάποιο λόγο, στην πλευρά των διαφωνούντων, επωφελήθηκαν από το ιδιότυπο κοινωνικό κράτος των ανατολικών χωρών, σπούδασαν, έφτιαξαν εκεί μια καινούργια ζωή – με ανυπολόγιστο προσωπικό και οικογενειακό κόστος και πόνο…
Αυτήν την περιπέτεια, πολιτική αλλά κυρίως κοινωνική και προσωπική, αποτυπώνει η μελέτη Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Η συγγραφέας επιχειρεί να χαρτογραφήσει, αρχικά, την πορεία όσων διάβηκαν τα σύνορα της χώρας σε διάφορες χρονικές φάσεις, ξεκινώντας από το 1945 και την ίδρυση του στρατοπέδου του Μπούλκες στη Βοϊβοντίνα της Γιουγκοσλαβίας, εξετάζοντας την κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού των Λαϊκών Δημοκρατιών, αλλά και το δυσεπίλυτο ζήτημα του συνολικού αριθμού τους (που, ανάλογα με τις πηγές, κυμαίνεται από 56.000 έως και 130.000).
Στη συνέχεια η ιστορικός μελετά τις σχέσεις των προσφύγων με το ΚΚΕ, όπου, πέρα των μηχανισμών ελέγχου/ενσωμάτωσης εξετάζει και τη μοίρα όσων, στις διαδοχικές διασπάσεις του (1956,1968) βρέθηκαν στη «λάθος πλευρά», με συνέπεια την καταδίωξή τους από το κόμμα και τον εκάστοτε κρατικό μηχανισμό (με κορυφαίο παράδειγμα την εξόντωση του Νίκου Ζαχαριάδη στην εξορία).
Η ενσωμάτωσή τους στις κοινωνίες των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης αποτελεί μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή της μελέτης, ενώ στη συνέχεια παρουσιάζεται η τύχη των «ιδιαίτερων» κατηγοριών προσφύγων: των Μπορούμε αβίαστα να χαρακτηρίσουμε την εμπειρία τους ως ένα εξαναγκασμένο πείραμα βίαιου εκσυγχρονισμού: ένας πληθυσμός κατά πλειονότητα αγροτικός, που πιθανόν δεν είχε διαβεί σε όλη του τη ζωή τα όρια της κοινότητάς του, βρέθηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από αυτήν, στο πλαίσιο περισσότερο εξελιγμένων, βιομηχανικών κοινωνιών
παιδιών, των Σλαβομακεδόνων και των αιχμαλώτων του ΔΣΕ. Τέλος, η μελέτη ολοκληρώνεται με το ζήτημα του επαναπατρισμού, παρέχοντας στο μη ειδικό αναγνώστη μια ευσύνοπτη και σφαιρική παρουσίαση της πολύχρονης και συχνά ξεχασμένης αυτής πτυχής του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.

Στρατής Αρτεμισιώτης

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!