του Τόμας Φάτσι*

Συνήθως δεν γίνονται πρωτοσέλιδα οι επαναληπτικές εκλογές σε μία μόνο εκλογική περιφέρεια (και μάλιστα μικρή) για την αντικατάσταση ενός βουλευτή που πέθανε ή παραιτήθηκε. Ωστόσο αυτό δεν συνέβη με τις πρόσφατες επαναληπτικές εκλογές στο Ρότσντεϊλ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα του Μάντσεστερ. Η σαρωτική νίκη ενός ριζοσπαστικού αουτσάιντερ της εργατικής τάξης, του Τζορτζ Γκάλογουεϊ**, προκαλεί πολιτικό σεισμό. Ο Γκάλογουεϊ στοχοποίησε τη διακομματική υποστήριξη της εξοντωτικής εκστρατείας του Ισραήλ στη Γάζα τόσο από τους Συντηρητικούς όσο και από τους Εργατικούς, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη συνενοχή των Εργατικών του Κιρ Στάρμερ. Αυτό απέδωσε καρπούς: Ο Γκάλογουεϊ κέρδισε διπλάσιες ψήφους από ό,τι οι Εργατικοί και οι Συντηρητικοί μαζί.

Οι συστημικοί σχολιαστές προσπαθούν τώρα να αποδώσουν τη νίκη του Γκάλογουεϊ κυρίως στο γεγονός ότι το Ρότσντεϊλ έχει μεγάλη μουσουλμανική κοινότητα. Ακόμη κι αν ήταν έτσι, πού είναι το κακό; Οι Βρετανοί μουσουλμάνοι έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν για το τι συμβαίνει στη Γάζα. Όμως η απόπειρα να εξηγηθεί η στάση των ανθρώπων υπό το πρίσμα της θρησκείας ή της εθνικότητας δεν είναι μόνο επικίνδυνα διχαστική: είναι και αποκομμένη από την πραγματικότητα. Η συντριπτική πλειοψηφία των Βρετανών πολιτών –σχεδόν το 70%– υποστηρίζει την κατάπαυση του πυρός. Επομένως, αυτό δεν έχει να κάνει με την εθνοτική ή θρησκευτική σύνθεση του Ρότσντεϊλ. Έχει να κάνει με τη διακομματική υποστήριξη της βρετανικής κυβέρνησης στις γενοκτονικές πολιτικές του Ισραήλ στη Γάζα, και την αυξανόμενη λαϊκή αντίθεση σε αυτές.

Αμφισβήτηση της ενιαίας συστημικής παράταξης

Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Γκάλογουεϊ έχει δίκιο να περιγράφει τη νίκη του ως «ιστορική»: η εκλογή του αντιπροσωπεύει την πρώτη σοβαρή ρωγμή στο πολιτικό φράγμα που υψώθηκε για να εξασφαλίσει την άνευ όρων υποστήριξη του Ηνωμένου Βασιλείου προς το Ισραήλ, παρά την τεράστια λαϊκή αντίθεση. Και, φυσικά, αντιπροσωπεύει την πρώτη πραγματική πρόκληση για την ενιαία συστημική παράταξη μετά το UKIP του Φάρατζ. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που το κατεστημένο αντιδρά τόσο υστερικά, κι ότι έχει αμολήσει εναντίον του τα πιο επιθετικά σκυλιά των ΜΜΕ. Το εκπληκτικό είναι ότι ο ίδιος ο Βρετανός πρωθυπουργός, ο Ρίσι Σούνακ, αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφωνήσει μια 10λεπτη ομιλία αποκλειστικά για το αποτέλεσμα των επαναληπτικών εκλογών του Ρότσντεϊλ.

Ο Σούνακ κατηγόρησε τον Γκάλογουεϊ ότι είναι φιλοτρομοκράτης και, ακόμα χειρότερα, ότι αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης εξτρεμιστικής επίθεσης κατά της ίδιας της δημοκρατίας. Στη συνέχεια ο Σούνακ επανέλαβε το σύνηθες σενάριο, να συγχέει τις μαζικές διαδηλώσεις υπέρ της Παλαιστίνης και υπέρ της εκεχειρίας με τη βία, τον αντισημιτισμό και την υποστήριξη της τρομοκρατίας – παρά το γεγονός ότι αυτές οι μαζικές διαδηλώσεις ήταν απόλυτα ειρηνικές, με τη συμμετοχή και χιλιάδων Εβραίων. Η πρόθεση είναι σαφής: να ποινικοποιηθεί το δικαίωμα των ανθρώπων να διαμαρτύρονται, ή ακόμη και να ψηφίζουν υποψήφιους που αντιτίθενται στις πολιτικές της ενιαίας συστημικής παράταξης. Κι όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης του εξτρεμισμού». Έτσι η ομιλία του Σούνακ προαναγγέλλει μια επικίνδυνη καμπή στην περαιτέρω αυταρχική και αντιδημοκρατική οπισθοδρόμηση της βρετανικής κοινωνίας – και των δυτικών κοινωνιών γενικότερα.

Καμία εξουσία, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί να ασκείται επ’ αόριστον χωρίς νομιμοποίηση. Οι κυβερνώντες κατανοούν πολύ καλά αυτόν τον σιδερένιο νόμο της Ιστορίας. Γι’ αυτό, όσο πιο παράνομα αποκτάται ή ασκείται μια εξουσία, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ακόμη και την παραμικρή αμφισβήτησή της ως υπαρξιακή απειλή

Η απέχθεια των ελίτ για τη δημοκρατία

Πράγματι, είναι πολύ τραβηγμένο να κατηγορεί ένας δισεκατομμυριούχος ολιγάρχης σαν τον Σούνακ (ο οποίος δεν έχει νομιμοποιηθεί ποτέ σε εθνική ψηφοφορία) έναν πολιτικό της εργατικής τάξης (ο οποίος μόλις κέρδισε με συντριπτική πλειοψηφία μια λαϊκή ψηφοφορία) ότι είναι αντιδημοκρατικός και εξτρεμιστής. Πόσο μάλλον να υπόσχεται ότι θα «αναλάβει δράση» εναντίον του κινήματος που ο νεοεκλεγείς εκπροσωπεί. Αυτό μας λέει πολλά για το πώς καταλαβαίνουν τη δυτική «δημοκρατία» οι ελίτ μας: έχουν τέτοια απέχθεια προς τη δημοκρατία, ώστε σοκάρονται στην ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορεί πραγματικά να χρησιμοποιήσουν την κάλπη για να εκλέξουν κάποιον που δεν είναι κομμάτι της ολιγαρχίας. Από τη δική τους οπτική γωνία, η εκλογική «δημοκρατική» διαδικασία εξυπηρετεί μόνο έναν σκοπό: να συγκαλύψει το γεγονός ότι ζούμε κάτω από ένα ντε φάκτο σύστημα ολιγαρχικής διακυβέρνησης, στο οποίο οι κανόνες του παιχνιδιού είναι στημένοι από τις κυρίαρχες τάξεις.

Η κρατική και η εταιρική εξουσία έχουν συγχωνευθεί σε τέτοιο βαθμό πλέον, ώστε η ικανότητα των ανθρώπων να αμφισβητήσουν πραγματικά το στάτους κβο μέσω της κάλπης ουσιαστικά ακυρώνεται, μέσω της ανάπτυξης μιας ευρείας γκάμας εργαλείων: εκλογικοί κανόνες σχεδιασμένοι να περιθωριοποιούν τα μικρά κόμματα, προπαγάνδα και λογοκρισία που κατασκευάζει συναινέσεις και διασφαλίζεται από τη συμμόρφωση των ΜΜΕ, απεριόριστοι οικονομικοί πόροι για την εξαγορά πολιτικής υποταγής, μετατόπιση της κυριαρχίας από το έθνος-κράτος προς διεθνείς και υπερεθνικούς θεσμούς που δεν υπόκεινται σε δημοκρατικές πιέσεις κ.ο.κ. Και δεν εξετάζουμε καν τον βαθμό στον οποίο οι ελίτ είναι πρόθυμες να παρακάμψουν, ή και να παραβιάσουν τον νόμο προκειμένου να καταπνίξουν οποιαδήποτε αμφισβήτηση της εξουσίας τους (όπως μαρτυρά δραματικά η 15ετής δίωξη του Ασάνζ). Από την άλλη, η πανικόβλητη αντίδραση του βρετανικού κατεστημένου στη νίκη του Γκάλογουεϊ δείχνει τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει ακόμη και μια μικρή, σχετικά αδιάφορη τοπική εκλογική διαδικασία.

Ο σιδερένιος νόμος της Ιστορίας

Αλλά γιατί φοβούνται τόσο πολύ, αφού η εκλογή του Γκάλογουεϊ δεν μεταβάλλει στο παραμικρό την ισορροπία δυνάμεων στο Κοινοβούλιο; Γιατί να του επιτεθούν μετωπικά; Ο Ιταλός ιστορικός και κοινωνιολόγος Τζουζέπε Φερέρο είχε αναρωτηθεί το ίδιο μετά τη δολοφονία, το 1924, του σοσιαλιστή πολιτικού Τζιάκομο Ματεότι από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι. Ο Ματεότι ήταν σχεδόν ο μόνος βουλευτής που επέκρινε ανοιχτά το καθεστώς. Ο Μουσολίνι είχε ένα εντελώς υποταγμένο Κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένης της επίσημης αντιπολίτευσης. Μπορούσε να περάσει όποιον νόμο ήθελε, και το έκανε. Γιατί λοιπόν φοβόταν τόσο πολύ τη μοναχική αντιπολίτευση του Ματεότι, κι έφτασε να τον δολοφονήσει;

Η διανοητική έρευνα του Φερέρο κατέληξε στη δημοσίευση ενός από τα σημαντικότερα έργα του, των «Αρχών της Εξουσίας». Σε αυτό, ο Φερέρο προσφέρει μια εξήγηση της συμπεριφοράς των πανίσχυρων –αλλά και προφανώς φοβισμένων– ηγετών με βάση τη σχέση μεταξύ εξουσίας και νομιμοποίησης: η εξουσία, επειδή συνεπάγεται μια βαθιά άνιση σχέση μεταξύ του κυβερνήτη και των κυβερνώμενων, απαιτεί νομιμοποίηση – ή συναίνεση. Καμία εξουσία, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί να ασκείται επ’ αόριστον χωρίς νομιμοποίηση. Οι κυβερνώντες κατανοούν πολύ καλά αυτόν τον σιδερένιο νόμο της Ιστορίας. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον Φερέρο, όσο πιο παράνομα αποκτάται ή ασκείται μια εξουσία, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ακόμη και την παραμικρή αμφισβήτησή της ως υπαρξιακή απειλή.

Μια πολυτέλεια που δεν έχουν οι ελίτ

Πιστεύω ότι το αναλυτικό πρίσμα του Φερέρο εξηγεί σε μεγάλο βαθμό αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Δύση. Μαζί με τον φόβο –τον ισχυρισμό τους ότι μας προστατεύουν από τις δυνάμεις του Κακού, είτε πρόκειται για τη Ρωσία, είτε για τρομοκράτες, είτε για ιούς κ.λπ.– η ψήφος είναι τελικά το μόνο πράγμα που προσδίδει κάποια νομιμοποίηση στην ντε φάκτο απόλυτη κυριαρχία των ολιγαρχών. Γι’ αυτό καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες προκειμένου να ελέγξουν τη δημοκρατική διαδικασία, αφού δεν έχουν την πολυτέλεια να την καταργήσουν εντελώς – διότι τότε θα αποκαλυπτόταν η ωμή, γυμνή, έκνομη κυριαρχία της ελίτ. Αλλά ακόμη και αυτή η λεγόμενη δημοκρατική νομιμοποίηση φθείρεται όλο και περισσότερο, και οι ελίτ το γνωρίζουν αυτό. Εξ ου και ο φόβος τους, ο οποίος με τη σειρά του οδηγεί σε ένα συνεχές σφίξιμο των μπουλονιών του κοινωνικού ελέγχου (μεγαλύτερη λογοκρισία, καταστολή κ.λπ.), καθώς και στη συνεχή αναζήτηση ξένων εχθρών και σε υστερικές αντιδράσεις μπροστά στην παραμικρή αμφισβήτηση της εξουσίας τους.

Άρα δεν πρέπει να καλλιεργούμε πολλές αυταπάτες σχετικά με τη δυνατότητα χρήσης της δημοκρατικής διαδικασίας, υπό τις παρούσες συνθήκες, για να αλλάξουμε ριζικά την ισορροπία δυνάμεων. Μπορούμε ωστόσο, και πρέπει, να χρησιμοποιήσουμε τη δημοκρατική διαδικασία για να αποκαλύψουμε την πραγματική φύση του συστήματος – και έτσι να ροκανίσουμε την τελευταία νομιμοποιητική δύναμη που έχει απομείνει στις ελίτ. Μόνο εκθέτοντας την απόλυτη απονομιμοποίηση της απόλυτης εξουσίας τους μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα αμφισβητήσουμε την κυριαρχία τους, και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για την οικοδόμηση μιας πραγματικής δημοκρατίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, παρ’ όλα όσα, οι ελίτ εξακολουθούν να φοβούνται τη δημοκρατία. Και έτσι οι επαναληπτικές εκλογές του Ρότσντεϊλ θα μπορούσαν όντως να αποδειχθούν «ιστορικές».

* Ο Τόμας Φάτσι είναι δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας. Εδώ αποδίδεται συντετμημένα ένα άρθρο του που δημοσιεύθηκε στις 2/3/2024 στη δικτυακή πλατφόρμα substack.com (οι μεσότιτλοι είναι της Σύνταξης).

** Ο Τζορτζ Γκάλογουεϊ ήταν επί μακρόν βουλευτής, αρχικά του Εργατικού Κόμματος και έπειτα της συμμαχίας Respect. Από το 2019 είναι επικεφαλής του Κόμματος Εργατών Βρετανίας (workerspartybritain.org). Για τη διαχρονικά εχθρική αντιμετώπιση του από το βρετανικό κατεστημένο, βλ. «Γιατί μισούν τόσο πολύ τον Γκάλογουεϊ;» (φύλλο 111).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!