του Τόμας Φάτσι*

Σε μια στιγμή που ο Τραμπ ανακοινώνει την αποχώρηση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία και απειλεί με αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, το εκτεταμένο πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Γερμανίας παρουσιάζεται από πολλούς ως ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση – η Ευρώπη αναλαμβάνει επιτέλους την ευθύνη για την ασφάλειά της. Αλλά στέκει αυτή η αφήγηση;

Ο νέος διακηρυγμένος στόχος της Γερμανίας είναι να μετατρέψει την Μπούντεσβερ στον «ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης» έως το 2035, και σε μια «τεχνολογικά ανώτερη» δύναμη έως το 2039. Η στρατηγική έχει προκαλέσει έντονα αντιφατικές αντιδράσεις. Κάποιοι τη χαιρετίζουν ως ένα βήμα που έπρεπε να είχε γίνει εδώ και καιρό προς την απελευθέρωση της Γερμανίας –κατ’ επέκταση και της Ευρώπης– από την αμερικανική στρατιωτική κηδεμονία. Άλλοι τη θεωρούν ως επικίνδυνη αναβίωση του γερμανικού μιλιταριστικού εθνικισμού.

Και οι δύο ερμηνείες χάνουν το νόημα: Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας δεν έχει στόχο να καταστήσει τη χώρα πιο κυρίαρχη – για καλό ή για κακό σκοπό. Έχει στόχο να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως «αρχιυποτελούς» δύναμης εντός της δομής διοίκησης του ΝΑΤΟ, που ελέγχεται από τις ΗΠΑ. Υπό αυτή την έννοια, η διαμάχη Τραμπ-Μερτς θα πρέπει να θεωρηθεί ως κατιτίς περισσότερο από πολιτικό θέατρο. Το ίδιο το έγγραφο της νέας γερμανικής στρατιωτικής στρατηγικής καθιστά σαφές ότι «το ΝΑΤΟ πρέπει να γίνει πιο ευρωπαϊκό ώστε να παραμείνει διατλαντικό»…

ΟΧΙ ΤΥΧΑΙΑ, ο Αμερικανός υφυπουργός Πολέμου Έλμπριτζ Κόλμπι χαιρέτισε τη νέα στρατιωτική στρατηγική της Γερμανίας ως δικαίωση της πίεσης που άσκησε ο Τραμπ στους Ευρωπαίους συμμάχους για επανεξοπλισμό, προσθέτοντας ότι η Ευρώπη, με επικεφαλής τη Γερμανία, οφείλει τώρα να μετατρέψει τις Δεσμεύσεις της Χάγης (δαπάνη του 5% του ΑΕΠ των Ευρωπαίων για την άμυνα) σε συγκεκριμένη στρατιωτική ικανότητα. Ο Κόλμπι παρουσίασε τη νέα στρατιωτική στρατηγική της Γερμανίας ως απόδειξη ότι το Βερολίνο επιτέλους αναλαμβάνει δράση μετά από «χρόνια αποστρατιωτικοποίησης», σημειώνοντας ότι το Υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ συνεργάζεται ήδη στενά με τους Γερμανούς για να επιταχύνει αυτή τη μετάβαση. Ο Κόλμπι τόνισε ότι η Ουάσινγκτον «μετατοπίζει όλο και περισσότερο το στρατηγικό της επίκεντρο προς το Δυτικό Ημισφαίριο και τον Ινδοειρηνικό ωκεανό», και άρα απαιτεί από τους συμμάχους «να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τη διασφάλιση της δικής τους ασφάλειας».

Η Ευρώπη ανταποκρίθηκε όπως έπρεπε: αύξησε τις αμυντικές της δαπάνες και διπλασίασε τη στήριξή της προς το Κίεβο, μεταξύ άλλων μέσω του πρόσφατα εγκεκριμένου δανείου ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ. Παρακολουθούμε τώρα τη φυσική εξέλιξη αυτής της λογικής, καθώς η Ευρώπη αναλαμβάνει το πλήρες οικονομικό βάρος για τη συνέχιση του έμμεσου πολέμου κατά της Ρωσίας. Εν ολίγοις, οι ΗΠΑ απαιτούν από την Ευρώπη να συνεισφέρει περισσότερο στο ΝΑΤΟ, παραμένοντας παράλληλα σταθερά ενσωματωμένη στη δομή διοίκησης της Συμμαχίας – με άλλα λόγια, να πληρώνει περισσότερα για την ίδια της την υποταγή.

ΕΞΑΛΛΟΥ η Ουάσινγκτον επιδιώκει εδώ και καιρό να αναγκάσει την Ευρώπη να αποσυνδεθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και να το αντικαταστήσει με αμερικανικό LNG, και ο πόλεμος στην Ουκρανία της επέτρεψε να επιτύχει ακριβώς αυτό. Η βομβιστική επίθεση στον αγωγό Nord Stream πρέπει να θεωρείται μέρος αυτής της στρατηγικής. Αυτό γίνεται ακόμη πιο σαφές υπό το φως της τελευταίας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2025, η οποία ορίζει την «αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία» σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα και πυρηνική ενέργεια ως κορυφαία στρατηγική προτεραιότητα, παρουσιάζοντας ρητά την επέκταση των αμερικανικών ενεργειακών εξαγωγών ως μέσο «προβολής ισχύος».

Η λογική αυτή φωτίζει όχι μόνο τις στρατιωτικές εκστρατείες των ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας και του Ιράν, αλλά και το γιατί, προκειμένου να διατηρήσει την Ευρώπη εξαρτημένη από την αμερικανική ενέργεια και αποκομμένη από τις ρωσικές προμήθειες, η Ουάσινγκτον έχει δομικό συμφέρον να συνεχίσει τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων. Είναι επομένως εύκολο να συμπεράνουμε ότι οι ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ ειλικρινείς ως προς τις προθέσεις τους να συνάψουν ειρήνη με τη Ρωσία. Η μόνη διαφορά σήμερα είναι ότι ο πόλεμος διεξάγεται πλέον όχι μόνο μέσω της Ουκρανίας, αλλά και μέσω της ίδιας της Ευρώπης.

Η ιεραρχία διοίκησης του ΝΑΤΟ καθιστά σαφή την πραγματική αλυσίδα εξουσίας: Ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης είναι πάντα ένας Αμερικανός στρατηγός, με Βρετανό αναπληρωτή. Ένας Γερμανός στρατηγός συντονίζει το έργο του επιτελείου, αλλά η λήψη αποφάσεων παραμένει στα χέρια των δύο πρώτων. Πρόσφατα άλλωστε οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο και της Ναυτικής Διοίκησης, που παραδοσιακά τον είχε η Βρετανία. Εν τέλει, ο γερμανικός και ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός όχι μόνο καθιστά την Ευρώπη συνένοχη στις ολοένα και πιο απερίσκεπτες στρατιωτικές περιπέτειες της Ουάσινγκτον –όπως αποδεικνύει ο πόλεμος με το Ιράν– αλλά, ακόμη χειρότερα, ωθεί την ήπειρο προς μια ενδεχομένως καταστροφική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Ο Τόμας Φάτσι είναι δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας. Εδώ αποδίδονται περιληπτικά αποσπάσματα πρόσφατου άρθρου του (www.thomasfazi.com, 12/5/2026).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!