Κυβερνά μια κυβέρνηση του 30%. Μπορεί να συνεχίσει να κυβερνά ένα καθεστώς του 25%; Τα αποτελέσματα της τελευταίας δημοσκόπησης της Metron Analysis αποτυπώνουν μια εντυπωσιακή αντίθεση. Στο 24,9% καταγράφεται η πρόθεση ψήφου για τη Ν.Δ., την ίδια στιγμή που η αρνητική αξιολόγηση της κυβέρνησης φτάνει το 77% στην οικονομία, το 71% στους θεσμούς και 67,3% συνολικά (και αυτά αφορούν όσους απαντούν στις δημοσκοπήσεις). Μπορεί τα τεχνάσματα των δημοσκόπων να ανεβάζουν την εκτίμηση ψήφου της Ν.Δ. στο 30%, όμως το κατώφλι του 25% έχει ήδη αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Ο ίδιος ο Μητσοτάκης παραδέχθηκε πως ένα τέτοιο εκλογικό αποτέλεσμα δικαιολογημένα θα έθετε θέμα ηγεσίας. Και αν αυτά λέγονται δημόσια, είναι κατανοητό πως η μάχη που διεξάγεται υπόγεια, για την επόμενη μέρα, την πολιτική επιβίωση (και τη νομική ασυλία) του στενού κύκλου του νυν πρωθυπουργού έχει φουντώσει για τα καλά. Αυτά στα επάνω διαζώματα, την ίδια στιγμή η κοινωνική πλειοψηφία παραμένει δυσαρεστημένη, απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που δυσκολεύεται να γεννήσει εναλλακτικές.

Σε κλοιό γεωπολιτικών πιέσεων

Το κυβερνητικό αδιέξοδο βαθαίνει και στο πεδίο των γεωπολιτικών εξελίξεων. Η αποπομπή της Γκίλφοϊλ ήρθε να προσγειώσει απότομα τους πανηγυρισμούς περί προνομιακών σχέσεων με την Ουάσιγκτον και να θέσει ουσιαστικά ερωτήματα για τις σκοπιμότητες πίσω από το «εθνικό ενεργειακό project» του Κάθετου Διαδρόμου. Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης αποκάλυψε τα όρια της κυβερνητικής διπλωματίας. Το «δεν παράγει έννομα αποτελέσματα» του Γεραπετρίτη απέναντι σε μια ακόμη αρνητική εξέλιξη δεν αναιρεί τα τετελεσμένα που ήδη παράγει, ούτε και τις πολιτικές συνέπειες. «Τον ήπιαμε», παραδέχθηκε ωμά ο βουλευτής της Ν.Δ. Δημήτρης Καλογερόπουλος, πριν σπεύσει να ανασκευάσει. Μπροστά βρίσκεται η νέα δοκιμασία του καλωδίου Ελλάδας-Κύπρου. Η κυβέρνηση επιχειρεί να διαχειριστεί επικοινωνιακά τις εξελίξεις, την ώρα που τα πραγματικά ερωτήματα για τον προσανατολισμό και τα αποτελέσματα της εξωτερικής πολιτικής πληθαίνουν. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας βρίσκεται στις ΗΠΑ, μάλλον σκόπιμα εκτός κάδρου.

Ακρίβεια και κόστος ενέργειας

Και η ακρίβεια πολιορκεί από μέσα! Για την κοινωνική πλειοψηφία, οι λογαριασμοί ρεύματος, τα ενοίκια και το σουπερμάρκετ αποτελούν καθημερινό αγώνα επιβίωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η οικονομία συγκεντρώνει 77% αρνητικές αξιολογήσεις και αναδεικνύεται σε καθοριστικό κριτήριο πολιτικής συμπεριφοράς. Κι ενώ η ενεργειακή κρίση φουντώνει, η κυβέρνηση αρνείται ουσιαστικές παρεμβάσεις στους μηχανισμούς διαμόρφωσης των τιμών και στο ίδιο το ενεργειακό μοντέλο. Αντιθέτως, συνεχίζεται το πάρτι υπερκερδών για τους λίγους και υπερπλεονασμάτων για το κράτος. Πλούτος που αφαιρείται από την κοινωνία και επιστρέφει εν μέρει με τη μορφή επιδομάτων-ασπιρίνης. Ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγει την ακρίβεια και τις ανισότητες ενός μη βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης.

Κάθε βδομάδα και σκάνδαλο

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάθε εβδομάδα προστίθεται μια νέα υπόθεση στον μακρύ κατάλογο των σκανδάλων. Από τις αποκαλύψεις για χειραγώγηση αγώνων στο μπάσκετ (από την Α1 μέχρι το σχολικό πρωτάθλημα), με εμπλοκή της ηγεσίας της ΕΟΚ, μέχρι τον νέο «ΟΠΕΚΕΠΕ της αλιείας», με καταγγελίες για εκτροπή 52 εκατ. ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων (μεταξύ των οποίων 200 χιλιάδες ευρώ για εταιρεία ενοικίασης τουριστικών σκαφών του γαλάζιου βουλευτή Σπ. Κουλκουδίνα). Υποθέσεις υπό δικαστική διερεύνηση, που επαναφέρουν τα ερωτήματα για τους μηχανισμούς ελέγχου και τις πολιτικές ευθύνες. Πέρα από τις επιμέρους περιπτώσεις, αναδύεται η εικόνα ενός καλά οργανωμένου συστήματος (με επίκεντρο το Μαξίμου και τη Ν.Δ.) που έχει κανονικοποιήσει την αδιαφάνεια και την αλαζονεία. Το ανησυχητικότερο, όμως, είναι η σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας με αυτή την κατάσταση. Η εμπέδωση μιας αίσθησης γενικευμένης ατιμωρησίας, όπου κάθε νέα αποκάλυψη διαδέχεται την προηγούμενη, χωρίς να φαίνεται πως κάτι αλλάζει.

Ν.Δ. σε Συμπληγάδες

Η κυβέρνηση πρέπει να πείσει πως κυβερνά. Επιστρατεύει και πάλι το πυροτέχνημα για τον έλεγχο της χρήσης social media για ανηλίκους (την ίδια στιγμή που εμφανώς λίγο νοιάζεται γι’ αυτούς όπως δείχνει η υπόθεση της Γκράβας) και συνεχίζει να ψηφίζει τροπολογίες/συμβόλαια ενίσχυσης των ιδιωτικών συμφερόντων. Στελέχη όπως ο Άδωνις, η Βούλτεψη, ο Παπαδόπουλος μονοπωλούν τη δημόσια εικόνα στα ΜΜΕ, σπέρνοντας σύγχυση και ασκώντας μπούλινγκ σε πολιτικούς αντιπάλους και τηλεθεατές. Στο Μαξίμου επιδιώκουν να κρύψουν τη φθορά, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαχειριστούν τόσο τα σχέδια αναδιάταξης που προωθούν διάφορα κέντρα (εντός και εκτός χώρας) όσο και τις πραγματικές θύελλες (οικονομικές, γεωπολιτικές, κοινωνικές) που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεσπάσουν. Πιέζει το ΠΑΣΟΚ (πιθανό μετεκλογικό εταίρο), κρατά γέφυρες επικοινωνίας με Ελληνική Λύση και Λατινοπούλου, την ώρα που φοβάται τις εξελίξεις με τα νέα κόμματα στα δεξιά (Σαμαράς αλλά και Κασιδιάρης), επιχειρώντας να μετριάσει τις συνέπειες από την πλαγιοκόπηση από το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού.

Αντιπολίτευση εν αναμονή

Στην αντιπολίτευση η εικόνα περισσότερο παραπέμπει σε αναμονή της κυβερνητικής φθοράς παρά σε πολιτική αντεπίθεση. ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ αναμετρώνται για τη δεύτερη θέση, με το βλέμμα στραμμένο στις κάλπες, στους μελλοντικούς συσχετισμούς και στα σενάρια της επόμενης μέρας. Μια αντιπολίτευση μάλλον χλιαρή, που επενδύει περισσότερο στους εκλογικούς υπολογισμούς παρά στην ενεργοποίηση της κοινωνίας. Στα αριστερά, η κινηματική αντιπολίτευση αναζητά το δικό της «γαλλικό σκηνικό», χωρίς όμως να έχουν διαμορφωθεί οι όροι κοινωνικής και πολιτικής προετοιμασίας μιας τέτοιας εξέλιξης. Η κοινωνική δυσαρέσκεια περισσεύει, αλλά δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική δυναμική. Και η επίκληση των κινημάτων δεν υποκαθιστά ούτε την οργάνωση ούτε ένα σχέδιο διεξόδου.

Πολιτικό σκηνικό σε αδυναμία εξεύρεσης λύσεων

Κάπως έτσι διαμορφώνεται ένα εκρηκτικό σκηνικό. Το πολιτικό σύστημα εμφανίζεται εγκλωβισμένο στα δικά του αδιέξοδα, αδυνατώντας να δώσει απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Η κυβέρνηση φθείρεται, η κοινωνία ασφυκτιά, αδυνατώντας όμως να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε εναλλακτική προοπτική. Αντιθέτως, πυκνώνουν οι διεργασίες για την «επόμενη μέρα», με αναδιατάξεις, συγκολλήσεις και νέους πολιτικούς φορείς, σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης λύσεων από τα πάνω. Όμως η ανακύκλωση προσώπων και μηχανισμών δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες της κρίσης. Κινδυνεύει να βαθύνει το μπλοκάρισμα. Και όλα αυτά ενώ οι γεωπολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές θύελλες πυκνώνουν!


Εξουδετερώθηκε το ρήγμα των Τεμπών;

Αν για κάτι μπορεί να πανηγυρίζει η κυβέρνηση είναι η δυνατότητά της να καναλιζάρει το ρήγμα των Τεμπών, που έβγαλε εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους, ξεπερνώντας κόμματα, διαχωρισμούς και καθιερωμένες πολιτικές εκπροσωπήσεις. Να μετατρέψει τη μαζική πάνδημη κινητοποίηση και πάλι σε μουδιασμένο πλήθος. Δεν είναι πως έλειψε η οργή ή το βαθύ αντισυστημικό περιεχόμενο στην κοινωνική κίνηση. Έλειψε η δυνατότητα να αποκτήσει συνέχεια, οργάνωση, δικούς της δρόμους η ίδια η παραγόμενη από το ρήγμα των Τεμπών κοινωνική αντιπολίτευση.

Από τη μία η επιλογή της Μαρίας Καρυστιανού να επενδύσει στην κομματική εκπροσώπηση, και μάλιστα, με την επικοινωνία να υποκαθιστά τις πολιτικές θέσεις και στόχους, χωρίς στοιχεία ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής και ενεργοποίησης, με έντονο παλαιοκομματικό στιλ (που αντανακλάται στη μόνιμη εσωστρέφεια και τις αποχωρήσεις). Από την άλλη η υπάρχουσα αντιπολίτευση, που από την πλευρά της, περισσότερο επιχείρησε να κοντύνει το ρήγμα, να ελέγξει τις αντιδράσεις, να τις εντάξει στους δικούς της σχεδιασμούς, παρά να συμβάλει στη συγκρότηση μιας ανεξάρτητης κοινωνικής δύναμης. Και όμως αυτό το ρήγμα δεν χωρούσε στα μέτρα ενός κόμματος (νέου ή παλιού), δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί σε ποσοστά. Απαιτούσε για να ανθίσει ουσιαστικότερες διαδικασίες συμμετοχής και τομών που μόνο ένα κίνημα μπορούσε να εφεύρει (και με τη σειρά τους να επιβάλουν και εκλογικές τομές).

Και σήμερα; Η δίκη προχωρά. Συγκλονιστικές καταθέσεις ξαναφέρνουν στην επιφάνεια το έγκλημα, τις ευθύνες, τα αναπάντητα ερωτήματα και τις καταγγελίες συγκάλυψης. Μόνο που όσα ακούγονται στις δικαστικές αίθουσες δεν φτάνουν πια στις πλατείες. Δεν συγκλονίζουν την πολιτική ζωή. Η κοινωνία, που επέβαλε με την παρουσία της να μην θαφτεί η υπόθεση, παραμένει σε μεγάλο βαθμό απούσα. Και οι ένοχοι μόνο ασφαλείς μπορούν να νιώθουν με μια «κανονική» δίκη, που εξελίσσεται χωρίς το βάρος μιας κοινωνίας που απαιτεί συνολικές απαντήσεις.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!