Έχουμε υποστηρίξει μέσα από τις σελίδες του Δρόμου, ότι το έγκλημα των Τεμπών προκάλεσε ένα ιστορικών διαστάσεων πολιτικό και ηθικό ρήγμα στην ελληνική κοινωνία, που χρωματίστηκε με μοναδικό τρόπο από τη μαζική ενεργοποίηση της ίδιας της κοινωνίας, που σε στιγμές αναδείχθηκε σε μια ιδιότυπη (τη μόνη υπαρκτή στη χώρα) κοινωνική αντιπολίτευση. Η παραπάνω εξέλιξη δεν ήταν γραμμική και αυτονόητη, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν γραμμένη στα προγράμματα των κομμάτων ‒ και αυτών που ζητούν σταθερότητα και αυτών που μιλούν στο όνομα κάποιας ανατροπής. Ήταν αποτέλεσμα της συνάντησης ενός, χωρίς έκφραση, κατακερματισμένου κοινωνικού υποστρώματος οργής και ασφυξίας με τη στάση και τον λόγο της φυσικής ηγεσίας του κινήματος, των ίδιων των συγγενών των θυμάτων.
Η παραπάνω συνθήκη, και κυρίως οι δυνατότητες που, υπό προϋποθέσεις, δημιούργησε, οδήγησε στο να αντιμετωπίσει (το κίνημα και οι φορείς του), όπως ήταν προφανές, την εχθρότητα του πολιτικού συστήματος. Με μια διπλή τακτική καταστολής / κατασυκοφάντησης και ενσωμάτωσης / ξεδοντιάσματος στόχος ήταν εξαρχής το καναλιζάρισμα των Τεμπών, σε ακίνδυνα «κοινοβουλευτικά» μονοπάτια. Η μετατροπή του δηλαδή από παράγοντα αποσταθεροποίησης σε μια ακόμη συνιστώσα ενός πολλαπλά μπλοκαρισμένου και αντιπαραγωγικού πολιτικού σκηνικού.
Δυο διαφορετικοί Φλεβάρηδες
Η 28η Φεβρουαρίου του 2025 έκανε φανερή ακόμη και στους πιο δύσπιστους ότι η δυνατότητα είναι παρούσα και ένα ακηδεμόνευτο κίνημα που θα μπορούσε να υποστηρίξει μια σημαντική αλλαγή στη χώρα εμφανιζόταν ως κάτι το εφικτό. Εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους (σε όλη την Ελλάδα και σε πόλεις του εξωτερικού) χωρίς κομματική καθοδήγηση με κεντρικά αιτήματα την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, τον βαθύ εκδημοκρατισμό, την αξιοπρέπεια και το δικαίωμα στην ασφάλεια. Ήταν μια στιγμή όπου η κοινωνία θύμισε πως μπορεί να εμφανίζεται ως ιστορικό υποκείμενο και όχι απλώς ως εκλογικό ακροατήριο.
Η 28η Φεβρουαρίου του 2026 από την άλλη φανέρωσε, παρά τη μαζική συμμετοχή της κοινωνίας, σημαντικά αδιέξοδα. Ο έλεγχος του Συλλόγου των Συγγενών Θυμάτων από τα συνδικάτα και τον πολιτικό χώρο του ΚΚΕ ακύρωσε εκ των πραγμάτων τον ακηδεμόνευτο χαρακτήρα του κινήματος, διέστρεψε σε μεγάλο βαθμό τα αιτήματα επιβάλλοντας τη δική του συνθηματολογία (κέρδη-ζημιές), επιδίωξε να μετατρέψει την υπόθεση των Τεμπών σε ακόμα μία υπόθεση στη διεκδικητική ατζέντα των συνδικαλιστικών και άλλων φορέων. Περιορίστηκε έτσι η δυνατότητα ο Σύλλογος των Τεμπών να μετατρέπεται σε στιγμές σε μοχλό ενεργοποίησης, σε όχημα έκφρασης της ίδιας της κοινωνίας. Σαν αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είχαμε την «εκπαραθύρωση» της Μ. Καρυστιανού, που από βασική φωνή των Τεμπών βρέθηκε έξω από τις κινητοποιήσεις της επετείου. Μια διχοτόμηση αποτέλεσμα επιλογών, που οδηγούν την ίδια να αναφέρεται κυρίως στο δικό της υπό ίδρυση κίνημα-κόμμα (και όλο και λιγότερο στο κίνημα των Τεμπών).
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Με τα παραπάνω αδιέξοδα να συνεχίζουν να επενεργούν στην υπόθεση. Η δίκη στην Λάρισα διεξάγεται χωρίς την παρουσία κόσμου, χωρίς την κοινωνία να προσδοκά (ή να διεκδικεί με κάποιο τρόπο) τη απόδοση δικαιοσύνης, ακόμη και η ενημέρωση για την εξέλιξη αυτής περνάει μέσα από τα επικοινωνιακά φίλτρα και την ένταση που προσπαθεί να καλλιεργήσει το σύστημα. Την ίδια στιγμή η εκστρατεία συγκάλυψης συνεχίζεται (αναβολή της δίκης για τα βίντεο, χειρισμοί στη βασική δίκη) εν μέσω γενικευμένης θεσμικής απορρύθμισης και σήψης του καθεστώτος Μητσοτάκη. Τα Τέμπη, από παράγοντας ενός σημαντικού κοινωνικού ρήγματος, κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν αδυνατώντας να παράξουν (ή να συμβάλουν στην παραγωγή) πολιτική προοπτική, σε μια περίοδο πολλαπλά δυσκολότερη, που χρωματίζεται όχι μόνο από τις εσωτερικές αντιθέσεις στη χώρα μας, αλλά και από τις γεωπολιτικές αναταράξεις, την πολεμική φυγή και τη γενικευμένη αβεβαιότητα σε πλανητική κλίμακα.
Οι παγίδες για το κόμμα Καρυστιανού
Το υπό ίδρυση κόμμα Καρυστιανού εμφανίστηκε ως απάντηση στην ανάγκη ωρίμανσης του ρήγματος των Τεμπών σε πολιτική πρόταση, ικανή να δώσει διέξοδο σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που δεν χωράνε στο υπαρκτό πολιτικό σκηνικό και μέσω αυτού να αποσταθεροποιήσει το καθεστώς της συγκάλυψης.
Πριν περίπου τέσσερις μήνες, στην πρώτη δημόσια αναφορά στην προοπτική ίδρυσης κόμματος από την Μ. Καρυστιανού, γράφαμε μεταξύ άλλων: «Το κίνημα των Τεμπών δεν γεννήθηκε για να βρει απλώς εκπροσώπηση. Γεννήθηκε από μια βαθιά ρωγμή στο κοινωνικό σώμα. Για την υπέρβαση αυτής της ρωγμής δεν αρκεί ένας “σωστός” ηγέτης ή ένα “καθαρό” κόμμα, αλλά χρειαζόμαστε με όρους επείγοντος, τη συλλογική ωρίμανση της κοινωνίας και την επανεφεύρεση της δημοκρατίας ως καθημερινής πρακτικής». (Κίνημα των Τεμπών: Εγκλωβισμός στο πολιτικό παιχνίδι ή μετατροπή της κοινωνίας σε πρωταγωνιστή; Δρόμος, φύλλο 757, 20 Δεκεμβρίου 2026).
Τα όσα μεσολάβησαν από τότε μέχρι και σήμερα μοιάζουν να κινούνται στον αντίποδα της παραπάνω ανάγκης-δυνατότητας. Δεν υπήρξε ένα πλατύ κάλεσμα οργάνωσης και ενεργοποίησης της κοινωνίας, δεν υπήρξαν διαδικασίες συμμετοχής· αντιθέτως σπαταλήθηκε χρόνος στις διάφορες επιτροπές. Δεν διεκδικήθηκε η ενότητα και η συνέχεια του κινήματος των Τεμπών· αντιθέτως έγινε αποδεκτή η διχοτόμηση του κινήματος, σαν μέσου «απαγκίστρωσης» του υπό ίδρυση κόμματος από τις απαιτήσεις αυτού. Δεν υπήρξαν σαφή μηνύματα που να συγκροτούν μια ταυτότητα μαχητική μέσα στην κοινωνία (για τη δικαιοσύνη, τον πόλεμο, τον ρόλο της κοινωνίας)· αντιθέτως υπήρξε παγίδευση στις τρέχουσες πολιτικές ατζέντες και στην απαίτηση (από ποιον;) για θέσεις σε κάθε ζήτημα, όπως κάθε «κανονικό κόμμα». Τα παραπάνω δεν είναι λίγα, και δεν ήταν μονόδρομος. Και έτσι φτάνουμε σήμερα, μια δυνατότητα για μια μεγάλη κοινωνική ρηγμάτωση, μέσω της ωρίμανσης του κινήματος των Τεμπών, να γίνεται μέρος του επιχειρούμενου από διάφορα κέντρα ανακατέματος του πολιτικού σκηνικού.
Ο κίνδυνος να προκαλέσουν παράλυση (ή και μετάλλαξη της ίδιας της φύσης του εγχειρήματος) οι παραπάνω (και άλλες) αντιφάσεις και αδυναμίες όσο θα μπαίνουμε πιο βαθιά στον προεκλογικό χρόνο είναι μεγάλος. Γιατί οι εκλογές θέλουν πολιτευτές και ψηφοφόρους και λίγο χωράνε τη δράση και τα θέλω ενεργοποιημένων πολιτών. Γιατί ο εγκλωβισμός στον (σκέτα εκλογικό) στόχο «να φύγει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε» αποτελεί, τα τελευταία χρόνια, παράγοντα της μακροημέρευσης μιας χαμηλής κοινωνικής αποδοχής κυβέρνησης και τροχοπέδη στην οικοδόμηση ουσιαστικής εναλλακτικής. Γιατί ο προεκλογικός χρόνος διαστρέφει προθέσεις και συνθήματα, αναγκάζει σε αναδιπλώσεις και σε φέρνει αντιμέτωπο (αλλά και σε όσμωση) εκ των πραγμάτων με άλλα σχέδια (που αναπαράγουν τα σημερινά αδιέξοδα).
Όμως, όσα ανέδειξε το ρήγμα των Τεμπών παραμένουν εδώ. Μαζί και η ανάγκη η κοινωνία να ξαναγίνει «Εμείς», να γεννήσει δηλαδή τη συλλογική ικανότητα υπέρβασης των σημερινών αδιεξόδων. Κάθε προσπάθεια θα κριθεί από τη θέληση και την ικανότητά της να συμβάλει γόνιμα σε αυτή την προοπτική.






































































