Εισήγηση με τίτλο «Προοπτικές για την Πυρηνική Ενέργεια στο Μείγμα Ηλεκτροπαραγωγής», έδωσε στη δημοσιότητα η Ακαδημία Αθηνών, με την οποία επιδιώκει να ανοίξει τη συζήτηση αξιοποίησης της πυρηνικής ενέργειας για την ηλεκτροπαραγωγή στη χώρα μας. Οι ελίτ «σπάνε το ταμπού» της πυρηνικής ενέργειας, και παρά την παράδοση δεκαετιών της χώρας μας να απέχει από την αντίστοιχη διεθνή συζήτηση, παρά την πλειοψηφική αντίθεση ή και δυσπιστία της ελληνικής κοινωνίας στην εν λόγω μορφή ενέργειας, συζητούν τους όρους με τους οποίους θα μπορούσε η Ελλάδα να ακολουθήσει την ευρωπαϊκή στροφή προς τα πυρηνικά.

Η στιγμή στην οποία επιλέγεται να ανοιχθεί η συζήτηση δεν είναι τυχαία. Η ενεργειακή κρίση και το πολεμικό σοκ, αποτελούν χρυσή ευκαιρία για την ιδεολογική επιβολή διαφόρων τυχοδιωκτισμών των κυρίαρχων κύκλων, ως μοναδικά αποδεκτή εναλλακτική. Έτσι σήμερα πλάι στην «πράσινη» ανάπτυξη των ΑΠΕ που επέτρεψαν τις κερδοφόρες δραστηριότητες των εταιρειών ενέργειας, ακόμη και σε απάτητες βουνοκορφές, έχουμε την «επιχείρηση πρασινίσματος» και της πυρηνικής ενέργειας, η οποία παρά το μεγάλο κόστος και το γιγάντιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα (λόγω αποβλήτων) χαρακτηρίζεται φιλικότερη από τις άλλες προς το περιβάλλον, γιατί η επιστημονική κοινότητα (έτσι γενικά και αόριστα) εκτιμά ότι σε 20-30 χρόνια θα έχουν βρεθεί τρόποι αποδοτικής διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων, ή όπως το θέτει η Ακαδημία στο κείμενό της «οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ασφάλειας λειτουργίας των νέων αντιδραστήρων θεωρούνται ικανές να μηδενίσουν σχεδόν τους κινδύνους που στο παρελθόν αποτέλεσαν φραγμό στην παγκόσμια εξάπλωση της πυρηνικής επιλογής».

Είναι μάλιστα τέτοια η φόρα που έχουν πάρει οι υποστηρικτές της πυρηνικής ενέργειας, που σπεύδουν προκαταβολικά να καταστείλουν κάθε υποψία διαφωνίας ή δυσπιστίας προς τις προτάσεις τους, κρίνοντας τις ως επιστημονικά ξεπερασμένες, αναχρονιστικές και στα όρια του λαϊκισμού. Χαρακτηριστική ως προς αυτό, η παρέμβαση της Ακαδημίας Αθηνών, που μπορεί να ισχυρίζεται πως δεν υιοθετεί ούτε προτείνει την πυρηνική ενέργεια ως λύση για τη χώρα μας, απλά ανοίγει τον αντίστοιχο διάλογο, στην πράξη όμως αφιερώνει το κυρίως μέρος του κειμένου της για να πείσει πως τα βασικά επιχειρήματα εναντίον της «πράσινης» πυρηνικής ενέργειας, είναι αποτέλεσμα προπαγάνδας των «πολέμιων της πυρηνικής ενέργειας που επηρεάζουν την κοινή γνώμη, που δεν ενημερώνεται με τρόπο ρεαλιστικό».

Η στιγμή στην οποία επιλέγεται να ανοιχθεί η συζήτηση δεν είναι τυχαία. Η ενεργειακή κρίση και το πολεμικό σοκ, αποτελούν χρυσή ευκαιρία για την ιδεολογική επιβολή των πυρηνικών τυχοδιωκτισμών των ελίτ, ως μοναδικά αποδεκτή εναλλακτική

«Ατυχήματα» και υποκρισία

Κάπως έτσι στον φόβο των ατυχημάτων και της αντοχής στους σεισμούς έρχεται η απάντηση πως τα πρότυπα κατασκευής σταθμών μετά και τα γεγονότα της Φουκουσίμα είναι αυστηρά. Το ίδιο ισχυρίζονταν βέβαια και πριν την Φουκουσίμα, τις συνέπειες της οποίας ακόμη αντιμετωπίζει όχι μόνο η Ιαπωνία αλλά όλος ο Ειρηνικός Ωκεανός, αναφέροντας ως σημείο αναφοράς το Τσέρνομπιλ, το ίδιο πιθανά να ισχυρίζονται και σε 25 χρόνια μετά το επόμενο «ατύχημα». Αντίστοιχες είναι οι απαντήσεις και όσον αφορά τα απόβλητα, αφού πρώτα συγκρίνουν τις εκπομπές CO2, που είναι σαφώς μικρότερες από αυτές των ορυκτών καυσίμων, παρακάμπτουν τεχνηέντως το γεγονός πως μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ακόμη κάποια αποδοτική μέθοδος διαχείρισης των αποβλήτων, αναφέροντας πως «εξελίσσονται σήμερα μέθοδοι» που στο μέλλον θα λύνουν και αυτό το πρόβλημα. Για να φτάσουμε τέλος στο μέγα θέμα των πυρηνικών όπλων, στο οποίο η υποκρισία περισσεύει, με την Ακαδημία να αναφέρει πως ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, αποτελεί το μοναδικό όργανο το οποίο μπορεί να εμπιστευθεί η ανθρωπότητα, και αυτό σε μια εποχή που οι απειλές ενός πυρηνικού ολέθρου επανέρχονται στην ημερήσια διάταξη από τους ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων, κάνοντας κουρελόχαρτο την «Συνθήκη Περί Μη Διαδόσεως των Πυρηνικών Όπλων».

Η πράσινη υποκρισία περισσεύει από τους ηγέτες των χωρών, τις ελίτ και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Έτσι μετά την κατασπατάληση των αποθεμάτων του πλανήτη σε ορυκτά καύσιμα, τη στροφή στις ΑΠΕ που εξαντλεί τα αποθέματα πρώτων υλών για μπαταρίες (λίθιο κ.ά.), τώρα έρχεται η πυρηνική ενέργεια, να αναβαπτιστεί ως περιβαλλοντικά ουδέτερη απάντηση στην ενεργειακή και κλιματική κρίση. Μοιάζει να μην έχουμε πάρει τα κατάλληλα μαθήματα από την πρόσφατη ιστορία της ειρηνικής (Windscale 1957, Three Mile Island 1979, Chernobyl 1986, Fukushima 2011) αλλά και στρατιωτικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας. Αντί ενός ορθολογικού σχεδιασμού, που θα περιλάμβανε τον περιορισμό των ενεργοβόρων βιομηχανικών δραστηριοτήτων επανασχεδιάζοντας το παγκόσμιο εμπόριο και τις μεταφορές στην κατεύθυνση της μικρής και μεσαίας κλίμακας, ενισχύοντας τοπικές και βιώσιμες ενεργειακές λύσεις, έχουμε άλλη μια ζαριά του κεφαλαίου και των ελίτ με απρόβλεπτες συνέπειες για όλο τον πλανήτη.

Μια ζαριά, που επιταχύνεται από τις εξελίξεις που απελευθέρωσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, ατλαντικός αναπροσανατολισμός της Ευρώπης, και η όξυνση της ενεργειακής κρίσης. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει στην εισήγηση της η Ακαδημία, η πυρηνική ενέργεια το 2018 συνεισέφερε περισσότερο από το 10% της παγκόσμιας ηλεκτρικής παραγωγής, με 441 πυρηνικούς αντιδραστήρες σε 30 χώρες, συνολικής δυναμικότητας 400 GW. Ενώ, αυτή τη στιγμή, δεκάδες νέοι σταθμοί είναι υπό κατασκευή τόσο στη Δύση (ΗΠΑ, Γαλλία, Η.Β. κ.α.) όσο και στην Ανατολή (Κίνα, Ινδία, Ρωσία). Η παραπάνω εικόνα φαίνεται να ισχύει και για την Ευρώπη, με την πρόσφατη απόφαση της Κομισιόν, να εντάξει την πυρηνική ενέργεια, στη λίστα των «πράσινων» πηγών, να σηματοδοτεί αυτή την ιστορική στροφή.


Ελλάδα και ενεργειακοί ανταγωνισμοί

Από τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια δεν λείπει η γεωπολιτική και οι ανταγωνισμοί συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων. Κάπως έτσι η Ευρώπη μετεωρίζεται μεταξύ ορυκτών καυσίμων, αγωγών, ΑΠΕ και πυρηνικών σταθμών ενέργειας. Η Γαλλία, στην οποία η συμβολή της πυρηνικής ενέργειας, στο ενεργειακό μίγμα, ξεπερνά το 70%, με αυξητικές τάσεις λόγο του προγράμματος εκσυγχρονισμού των μονάδων που βρίσκεται σε εξέλιξη, έχει κάθε συμφέρον να πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση, αποτελώντας χώρα-οδηγό και για μια σειρά άλλες χώρες (Φιλανδία, Ην. Βασίλειο, Βέλγιο). Η Γερμανία από την πλευρά της, έχοντας επενδύσει για χρόνια στην ενεργειακή διασύνδεση με την Ρωσία, βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ ορυκτών καυσίμων και ΑΠΕ, επιβάλλοντας τις πράσινες επενδύσεις γερμανικών συμφερόντων σε όλη την Ε.Ε., επιτρέποντας όμως για τον εαυτό της πολλές εξαιρέσεις, απελευθερώνοντας τη χρήση λιγνίτη για ηλεκτροπαραγωγή όσο διαρκεί η ενεργειακή κρίση. Τέλος οι ΗΠΑ, που με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία βρήκαν ευκαιρία να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας, πιέζοντας για ταχύτερη απεξάρτηση από το ρώσικο φυσικό αέριο, προκρίνοντας ως ενδιάμεσες μεταβατικές λύσεις το υγροποιημένο LNG και τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις με Αίγυπτο και Ισραήλ.

Η Ελλάδα βρίσκεται ενδιάμεση σε αυτή την ενεργειακή διελκυστίνδα, έχοντας εγκαταλείψει πρώτη απ’ όλους την, για χρόνια εθνική πηγή ενέργειας, τον λιγνίτη, στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης και των ΑΠΕ, και έχοντας επιλέξει ως ενδιάμεσο καύσιμο το φυσικό αέριο, μέχρι πρότινος κυρίως από τη Ρωσία, πλέον από το Αζερμπαϊτζάν (αγωγός TAP) και τις ΗΠΑ (LNG), βρίσκεται σήμερα εκτεθειμένη απέναντι στις γεωπολιτικές πιέσεις. Η πυρηνική ενέργεια, που παρουσιάζεται ως λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει άμεση λύση, καθώς ο χρόνος ωρίμανσης μιας τέτοιας επιλογής είναι μεγάλος, και συνυπολογίζοντας και το κόστος, ίσως αδύνατος για τα ελληνικά δεδομένα. Τα συμφέροντα όμως της Ενέργειας βλέπουν σε αυτό το αδιέξοδο πεδία κερδοφορίας και business as usual, ενώ και η γενικότερη σύσφιξη των σχέσεων της χώρας μας με την Γαλλία κάνει πολλούς να βλέπουν με καλύτερο μάτι την «Γαλλική» ενεργειακή λύση της πυρηνικής ενέργειας. Κάπως έτσι, αντί ενός ουσιαστικού σχεδίου, που θα έβλεπε την χρήση του λιγνίτη ως όρο ενεργειακής ανεξαρτησίας, τις ΑΠΕ ως εργαλείο τοπικής και περιφερειακής αυτονομίας και όχι ως μέσω λεηλασίας της φύσης, και τις ενεργειακές διασυνδέσεις (αγωγοί Φ.Α., Ηλεκτρικές διασυνδέσεις) με κριτήριο το συμφέρον της χώρας και όχι τις γεωπολιτικές επιδιώξεις των «συμμάχων-πατρώνων» μας, προκρίνονται και πάλι, οι Γερμανικές ανεμογεννήτριες, το Αμερικάνικο LNG, οι Γαλλικοί πυρηνικοί σταθμοί, δηλαδή «πράσινοι» και κοστοβόροι τυχοδιωκτισμοί για όλα τα γούστα.


Πυρηνικά περικυκλωμένοι

Ο πυρηνικός όλεθρος δεν γνωρίζει σύνορα. Η παραπάνω διαπίστωση έγινε φανερή από την τραγική εμπειρία του Τσέρνομπιλ και της Φουκουσίμα, και θα έπρεπε να είναι καθοδηγητική αρχή για τη στάση χωρών και κοινωνιών απέναντι στη λύση της πυρηνικής ενέργειας. Η χώρα μας μπορεί μέχρι τώρα να απείχε από κάθε συζήτηση για ανάπτυξη πυρηνικών στο έδαφός της τόσο για ειρηνικούς όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς, όμως είναι ήδη πολλαπλώς εκτεθειμένη.

Στα σύνορα με τη χώρα μας ήδη λειτουργεί (Κοζλοντούι της Βουλγαρίας) ή αναμένεται να λειτουργήσει προσεχώς (Ακουγιού της Τουρκίας) πυρηνικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας. Ο σταθμός στο Κοζλοντούι μάλιστα, σοβιετικής κατασκευής και παλιάς τεχνολογίας, παίρνει διαρκώς παρατάσεις λειτουργίας, αυξάνοντας τον κίνδυνο ατυχήματος (μόλις την προηγούμενη βδομάδα, η ανησυχία αυξήθηκε μετά από διακοπή λειτουργίας του ενός υποσταθμού). Η ενεργειακή διασύνδεση της χώρας μας με τη Βουλγαρία, μας καθιστά ντε φάκτο καταναλωτές της ενέργειας που παράγεται από τον σταθμό αυτό.

Η Τουρκία έχει θέσει ως στόχο να καταστεί πυρηνική δύναμη. Τόσο η κατασκευή του σταθμού στο Ακουγιού, σε συνεργασία με τη ρωσική εταιρεία Rosatom, που αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τον επόμενο χρόνο, όσο και τα σχέδια για επιπλέον σταθμούς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, σε μια ιδιαίτερα σεισμογενή περιοχή, προκαλούν και όχι αδικαιολόγητα την ανησυχία στην ελληνική πλευρά, με το ελληνικό ΥΠΕΞ, να έχει ουκ ολίγες φορές εκφράσει τους φόβους και τις επιφυλάξεις του για την επιλογή αυτή της γείτονος. Στα παραπάνω ας προστεθεί και το γεγονός πως καμία από τις φιλόδοξες περιφερειακές δυνάμεις, που είχαν πρόσβαση στην πυρηνική ενέργεια δεν έμειναν μόνο στους ειρηνικούς σκοπούς, αλλά ανέπτυξαν ή επιδίωξαν να αναπτύξουν και τα αντίστοιχα όπλα (βλέπε Ινδία, Πακιστάν, Ιράν), κάτι που θα πρέπει να είμαστε βέβαιοι πως θα πράξει και η αναθεωρητική και επεκτατική Τουρκία.

Συνυπολογίζοντας τα παραπάνω, για την Ελλάδα είναι ζωτικής σημασίας να οικοδομηθεί μια στάση ενεργητική υπέρ της αποπυρηνικοποίησης, και όχι να ανοίξει μια συζήτηση, έστω και διερευνητική προς το παρόν, που στόχο έχει να κανονικοποιήσει στο δημόσιο διάλογο τη χρήση πυρηνικής ενέργειας και να περιθωριοποιήσει κάθε κριτική ή εναλλακτική σε όσα εμφανίζονται ως ενεργειακοί μονόδρομοι.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!