του Γιώργου Κυριακού

Δεν πρόλαβε να πει «δόξα τω Θεώ» η ευρωκρατία για την ήττα του Όρμπαν, και η… μη προβλεπόμενη νίκη του Ράντεφ στις βουλγαρικές εκλογές την ανάγκασε να αναφωνεί πάλι «βόηθα Παναγιά». Πράγματι, στις κάλπες της προηγούμενης Κυριακής (τις όγδοες μέσα σε πέντε χρόνια πολιτικής αστάθειας) οι Βούλγαροι περιγέλασαν τις δημοσκοπήσεις, που έδιναν στο νέο κόμμα του πρώην προέδρου της χώρας γύρω στο 35%, και το ανέδειξαν κοινοβουλευτικά αυτοδύναμο με σχεδόν 45% και 131 βουλευτές σε σύνολο 240. Έτσι ο Ράντεφ θα τεθεί επικεφαλής της πρώτης μονοκομματικής βουλγαρικής κυβέρνησης εδώ και σχεδόν 30 χρόνια! Ορισμένοι που ποζάρουν ως σοβαροί αναλυτές έσπευσαν να χρυσώσουν το χάπι επισημαίνοντας τη χαμηλή συμμετοχή – «ξέχασαν» βέβαια ότι σε όλες τις προηγούμενες αναμετρήσεις, που ανέδειξαν ανοιχτά φιλοδυτικές κυβερνήσεις, η συμμετοχή ήταν πολύ χαμηλότερη. Αλλά τότε επικρατούσαν οι… σωστοί, οπότε ποσοστά αποχής της τάξης του 60-70% δεν προβλημάτιζαν τους αναλυτές μας.

Εν πάση περιπτώσει, ο Ράντεφ κατηγορείται ως φιλορώσος: αυτό οδήγησε την ευρωκρατία και τα φιλικά προς αυτήν κόμματα να μιλούν προεκλογικά για ρωσικό δάκτυλο, και να ενεργοποιήσουν τον λεγόμενο Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA) – δηλαδή έναν μηχανισμό προληπτικής λογοκρισίας όσων χρηστών των κοινωνικών δικτύων δεν αναπαράγουν το «σωστό» αφήγημα! Απώτερος στόχος, η απονομιμοποίηση τυχόν νίκης του ανεπιθύμητου κόμματος, και τελικά η ακύρωσή της – όπως έγινε το 2024 στη Ρουμανία. Όμως η επικράτηση του κόμματος του Ράντεφ ήταν τόσο ξεκάθαρη ώστε αυτά τα σκοτεινά σχέδια απέτυχαν. Τούτων λεχθέντων, ο Ράντεφ δεν είναι φιλορώσος. Του κόλλησαν τη «ρετσινιά» επειδή δεν αποτελεί μια φιγούρα τόσο εθελόδουλη όσο το υπόλοιπο πολιτικό προσωπικό της Βουλγαρίας – το οποίο, σε αντίθεση με τον Ράντεφ, είναι και κραυγαλέα διαπλεκόμενο με τη μαφιόζικη ολιγαρχία. Θέλει δηλαδή μια μεγαλύτερη ισορροπία στις σχέσεις με το ΝΑΤΟ, την Ε.Ε. και τη Ρωσία διότι θεωρεί ότι έτσι εξυπηρετούνται καλύτερα τα οικονομικά συμφέροντα και η κυριαρχία της χώρας του.

Ο Ράντεφ ως «αντίδοτο»

Δεύτερο, αλλά με τεράστια διαφορά από το πρώτο και έχοντας απωλέσει σχεδόν τη μισή εκλογική του δύναμη, αναδείχθηκε από τις κάλπες το κεντροδεξιό κόμμα του διεφθαρμένου πρώην πρωθυπουργού Μπορίσοφ. Τρίτος βγήκε ο αγαπημένος των Βρυξελλών συνασπισμός τεχνοκρατών, και τέταρτο το κόμμα της τουρκικής μειονότητας, που τα τελευταία χρόνια αποτελεί όχημα για τη δράση του Βούλγαρου μεγιστάνα Πέεφσκι. Την κοινοβουλευτική πεντάδα κλείνει η ακροδεξιά, φιλορωσική και αντιτουρκική «Αναγέννηση», η οποία ήταν τρίτη δύναμη στην απερχόμενη βουλή, αλλά τώρα στο τσακ πέρασε το όριο του 4%. Κανένα άλλο κόμμα δεν έπιασε το όριο, κι έτσι σχεδόν το ένα πέμπτο των ψηφοφόρων δεν θα εκπροσωπείται στη βουλή.

Είναι φανερό ότι στο πρόσωπο του Ράντεφ, ο οποίος δοκιμάστηκε για μια 10ετία στην προεδρία με σταθερές απόψεις για τον οικονομικό και γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας, πολλοί πρώην ψηφοφόροι των υπόλοιπων κομμάτων είδαν το αντίδοτο στη διαφθορά, στην επιδεινούμενη φτώχεια, στην ενεργειακή ανασφάλεια, καθώς και στην ευάλωτη θέση της χώρας ανάμεσα σε δύο εμπόλεμα μπλοκ. Έτσι καταποντίστηκαν εκλογικά, ή πλέον παίζουν δεύτερους ρόλους, διάφοροι «σωτήρες» όπως οι ακροδεξιοί Καρακατσάνοφ και Σιντέροφ, ο γελωτοποιός Τριφόνοφ, και οι «τεχνοκράτες» Βασίλιεφ-Πετκόφ. Να σημειωθεί επίσης ότι, για πρώτη φορά, τα κόμματα που αναφέρονται στην τουρκόφωνη μειονότητα δεν αντικατοπτρίζουν τα ποσοστά της (11-12%) στον συνολικό πληθυσμό: μαζί το κόμμα του Πέεφσκι και το κόμμα επιρροής Ερντογάν –που δεν έπιασε το εκλόγιμο όριο– περιορίστηκαν στο 8,7%.

Καθεστώς αστάθειας και «μεταρρυθμίσεων»

Μετά την ευρωπαϊκή κρίση, αν κάποια πρόσωπα στοίχειωσαν την πολιτική ζωή της χώρας ήταν ο Μπορίσοφ (πρώην σωματοφύλακας του κομμουνιστή ηγέτη Ζίβκοφ!) και ο πρώην στρατιωτικός Ράντεφ [2]. Ο πρώτος συνδέθηκε με την πρόκληση σοβαρών οικονομικοπολιτικών κρίσεων, από τις οποίες όμως, όντας αρχιερέας της διαφθοράς, όχι μόνο τη γλίτωνε αλλά και εξακολουθούσε να παίζει σοβαρό ρόλο. Από την άλλη ο Ράντεφ, από το 2016 μόνιμος πρόεδρος της χώρας, αποτέλεσε –σε συμβολικό επίπεδο– αντίβαρο στον συστημικό αντιρωσισμό και στα προβλήματα της διαλυμένης οικονομίας και της διαφθοράς.

Η ενδημική διαφθορά, οι άγριες ιδιωτικοποιήσεις, οι χαμηλοί μισθοί, η ανεργία (που προκάλεσε τη μετανάστευση 1,1 εκατομμυρίου Βουλγάρων), ο νέος ενεργειακός προσανατολισμός, και η κατευθυνόμενη από την Ε.Ε. οικονομία υπηρεσιών –σε συνδυασμό με την αποβιομηχάνιση της χώρας– έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη δημιουργία κρίσεων. Σήμερα, η ογκούμενη ακρίβεια σε είδη πρώτης ανάγκης (βοηθούσης και της Ευρωζώνης) έκανε θρύψαλα και τις τελευταίες ελπίδες πολιτικής σωτηρίας των τεχνοκρατών-διεφθαρμένων που κυβέρνησαν τα τελευταία 15 χρόνια. Άλλα θέματα, όπως η διαμάχη με τα Σκόπια ή το μεταναστευτικό, αποτελούν ήδη πρόσθετα πεδία τριβών με την Ε.Ε.

[1] «Πέτυχε το βουλγαρικό πείραμα;» (φύλλο 597).
[2] «Πάλι νικητές η αποχή και… ο πρόεδρος» (φύλλο 704).


Η Βουλγαρία στο διεθνές περιβάλλον

Η προηγούμενη κυβέρνηση, η 7η μέσα σε πέντε χρόνια πολιτικής αστάθειας, παραιτήθηκε τον περασμένο Δεκέμβρη ύστερα από εβδομάδες μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων ενάντια στις οικονομικές πολιτικές της και τη διαφθορά. Στο μεταξύ η επίσημη Βουλγαρία είχε ταχθεί ενάντια στους Ρώσους, όσο και υπέρ της επίθεσης ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν. Από το έδαφός της περνούσαν τα Δυτικά όπλα με προορισμό την Ουκρανία, ενώ αναμείχθηκε και στο ισραηλινό σχέδιο της φονικής παγίδευσης των βομβητών που στάλθηκαν στη Χεζμπολά. Παράλληλα, η οικονομία της έχει εξελιχθεί σε κατ’ εξοχήν πολεμική, ενώ η κοινωνία είναι διχασμένη αναφορικά με την τοποθέτηση στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας»*.

Οι Βούλγαροι έχουν αγοράσει τα αμερικανικά F-35 (τα οποία όμως παραμένουν ανενεργά ελλείψει εκπαιδευμένων πιλότων) και συνδέθηκαν με τις πολεμικές-οικονομικές-ενεργειακές εργολαβίες του λεγόμενου κάθετου άξονα υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ-Ε.Ε. Είναι ένα σοβαρό ερώτημα το πώς θα εξελιχθούν πλέον τα σχέδια αυτού του «κάθετου άξονα Ελλάδας-Ουκρανίας», στον οποίο η Βουλγαρία έχει κεντρικό ρόλο. Επίσης, το πώς θα εξελιχθεί το προηγούμενο σχέδιο για «απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο», και βεβαίως το πώς θα ανασυνταχθεί η ευάλωτη και επιδοτούμενη οικονομία της. Ο Ράντεφ πάντως αναφέρθηκε στα δεινά της αποβιομηχάνισης της Ευρώπης, ασκώντας κριτική στο μοντέλο των Βρυξελλών και τονίζοντας την ανάγκη διαλόγου με τη Ρωσία. Έτσι, απέναντι στο κυρίαρχο δίλημμα Δύση ή Ανατολή, φαίνεται ότι πρόθεση του νικητή των εκλογών είναι να επιχειρήσει μια σύνθεση, σε ένα διεθνές περιβάλλον που διαρκώς αλλάζει προς το άγνωστο.

* «Καυτό μασάζ στη Βουλγαρία» (φύλλο 583).

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!